About Me

Νοσοκομειακός Διαιτολόγος ΠΓΝΑ Ερυθρός Σταυρός (Κοργιαλένειο Μπενάκειο) - Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου του Πανελλήνιου Συλλόγου Διαιτολόγων - Διατροφολόγων - κινητό: 6977867138

Wednesday, August 20, 2008

Τα αναψυκτικά, οι γλυκαντικές τους ουσίες και η υγεία των οστών μας

Μια πρόσφατη ανασκόπηση των διατροφικών μας συνηθειών ανίχνευσε πως η δυτικού τύπου διατροφή μας είναι πλούσια σε γλυκαντικές ουσίες και πως από το 1980 υπήρξε μια στροφή από τη χρήσης της ζάχαρης ως γλυκαντική ουσία στο γνωστό πλέον σιρόπι καλαμποκιού υψηλής περιεκτικότητας σε φρουκτόζη. Πέρα από τις υποψίες της επιστημονικής κοινότητας για τον ρόλο της ζάχαρης και του εν λόγω σιροπιού στην επιδημία της παχυσαρκίας, οι φόβοι έχουν αρχίσει να επεκτείνονται και στην υγεία των οστών μας. Φυσικά ακόμα δεν έχει αποδειχεί τίποτα, αλλά κάποιες πρώτες ενδείξεις είναι χαρακτηριστικές. Ας εξετάσουμε τα δεδομένα όμως από την αρχή.

Η ασθένεια της οστεοπόρωσης χαρακτηρίζεται από μειωμένη οστική πυκνότητα, από καταστροφή της μικροαρχιτεκτονικής του οστού και από τα «αναίτια» οστεοπορωτικά κατάγματα. Παράγοντας κλειδί για την πρόληψη της ασθένειας αποτελεί η επίτευξη της μέγιστης οστικής πυκνότητας κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης. Χαρακτηριστικό είναι πως μετά την ηλικία των 30 ετών η ισορροπία μεταξύ των κυττάρων που οικοδομούν το οστό και αυτών που το αποδομούν «γέρνει» προς την πλευρά της αποικοδόμησης, με αποτέλεσμα την προοδευτική απώλεια της οστικής μάζας.

Τα διατροφικά προληπτικά μέτρα ενάντια στην οστεοπόρωση έγκεινται στο να εξουδετερωθούν οι παράγοντες εκείνοι που μπορεί να συμβάλλουν στη μείωση της μέγιστης οστικής πυκνότητας κατά τη διάρκεια της εφηβείας. Έχει δειχθεί πως οι έφηβοι, σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη ηλικιακή ομάδα, καταναλώνουν το μεγαλύτερο μέρος της προσλαμβανόμενης ενέργειας από την τροφή με τη μορφή γλυκαντικών ουσιών, κυρίως μέσα από την κατανάλωση των αναψυκτικών.

Η τάση αυτή ολοένα και μεγαλώνει με αποτέλεσμα οι θερμίδες που προέρχονται από την κατανάλωση του σιροπιού καλαμποκιού πλούσιου σε φρουκτόζη να έχουν αυξηθεί κατά 1000% μεταβαίνοντας από το 1970 στο 1990. Ιδιαίτερα η αυξημένη κατανάλωση αναψυκτικών από τους έφηβους φαίνεται να μειώνει την οστική τους πυκνότητα και να αυξάνει τον μελλοντικό κίνδυνο για οστεοπορωτικά κατάγματα. Τα έφηβα κορίτσια φάνηκαν πιο πολύ εκτεθειμένα σε αυτόν τον κίνδυνο ίσως επειδή δεν είχαν τόσο έντονη φυσική δραστηριότητα, μεγάλο μέγεθος οστών και πρόσληψη διατροφικού ασβεστίου όσο τα αγόρια. Πρέπει όμως να αναφερθεί πως οι εν λόγω μελέτες ήταν περιγραφικές και κατά συνέπεια μπορούσαν να εντοπίσουν μόνο συσχέτιση των 2 φαινομένων και όχι αιτιακή σχέση.

Οι θεωρίες που έχουν κατά καιρούς αναπτυχθεί για να εξηγήσουν την παρατηρηθείσα συσχέτιση περιγράφουν πως η μεγάλη κατανάλωση αναψυκτικών συνήθως συνοδεύεται με χαμηλή κατανάλωση γάλακτος. Άλλη μελέτη έχει συσχετίσει τα αναψυκτικά τύπου κόλα με τα κατάγματα καρπού και αντιβραχίου σε παιδιά άσχετα από την κατανάλωση γαλακτοκομικών. Άρα, ο προαναφερόμενος πιθανός μηχανισμός ίσως να μην εντελώς σωστός.

Βέβαια, στα αναψυκτικά υπάρχουν ουσίες οι οποίες έχουν προταθεί πως επηρεάζουν την υγεία των οστών. Κύριος εκπρόσωπος των ουσιών αυτών αποτελεί το φωσφορικό οξύ που περιέχουν, το οποίο σε περίσσεια έχει προταθεί πως δεσμεύει το ασβέστιο και εμποδίζει έτσι την απορρόφησή του. Υψηλά επίπεδά διαιτητικού φωσφόρου έχουν συσχετιστεί με διαταραγμένη ομοιόσταση ασβεστίου και υποασβεσταιμία σε παιδιά. Το pH (ένας δείκτης οξύτητας) των αναψυκτικών τύπου κόλα είναι περίπου 3, αφού το φωσφορικό οξύ χρησιμοποιείται ως μέσο οξύνισης. Η απάντηση του οργανισμού σε υψηλό διαιτητικό όξινο φορτίο είναι να χρησιμοποιήσει τις αποθήκες ασβεστίου από τα οστά του σαν ένα ρυθμιστικό εξισσοροπητικό διάλυμα. Έτσι, μειώνεται μεν η οξύτητα αλλά υπάρχουν μεγάλες απώλειες ασβεστίου στα ούρα. Και σε αυτή τη θεωρία όμως υπάρχει μια ένσταση. Οι διάφορες μελέτες δεν κάνουν διάκριση ανάμεσα σε αναψυκτικά που περιέχουν ως μέσο οξίνισης το φωσφορικό οξύ ή κάποια άλλη ουσία. Επίσης, το ποσό του φωσφόρου στην αμερικανική δίαιτα είναι πολύ μικρό για να έχει τόσο μεγάλη επίδραση στα οστά.

Μια άλλη ουσία στα αναψυκτικά που έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον είναι η καφεΐνη. Ο Tucker και οι συνάδελφοί του μελέτησαν γυναίκες και άνδρες που έλαβαν μέρος στην Framingham Osteoporosis Study. Τα αποτέλέσματα της έρευνάς τους δε φάνηκε να εμπλέκουν την καφεΐνη στην κακή υγεία των οστών.

Υπάρχει όμως και μια άλλη κατηγορία συστατικών που περιέχεται στα αναψυκτικά και της οποίας ο ρόλος στην υγεία των οστών πρόσφατα άρχισε να αποκτά ερευνητικό ενδιαφέρον. Τα συστατικά αυτά δεν είναι άλλα από τις γλυκαντικές ουσίες. Αυτές χωρίζοται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τους μονοσακχαρίτες (γλυκόζη, φρουκτόζη, γαλακτόζη) και τους δισακχαρίτες (σουκρόζη ή ζάχαρη, λακτόζη και μαλτόζη). Παλαιότερα τα αναψυκτικά περιείχαν ζάχαρη η οποία προέρχονταν κυρίως από τα ζαχαρότευτλα και τα ζαχαροκάλαμα. Με την πρόοδο της τεχνολογίας η προέλευση της ζάχαρης των αναψυκτικών έγινε το καλαμπόκι. Έτσι, το σιρόπι καλαμποκιού υψηλής περιεκτικότητας σε φρουκτόζη έγινε η κυρίαρχη θερμιδογόνος γλυκαντική ουσία των αναψυκτικών.

Υπάρχουν τρία κύρια είδη σιροπιού καλαμποκιού υψηλής περιεκτικότητας σε φρουκτόζη: το HFCS-42 (απαντάται κυρίως σε αθλητικά ποτά, σε γαλακτοκομικά προϊόντα και σε μερικά αρτοσκευάσματα), το HFCS-55 (το πιο ευρέως χρησιμοποιούμενο και φθηνότερα παραγόμενο σάκχαρο που χρησιμοποιείται στη βιομηχανία τροφίμων της Αμερικής) και το HFCS-90. Ο αριθμός σε κάθε είδος δείχνει το ποσοστό της γλυκαντικής ουσίας σε φρουκτόζη. Αυτό έχει μεγάλο ενδιαφέρον καθώς ο οργανισμός μεταβολίζει με διαφορετικό τρόπο τη γλυκόζη απ’ ότι τη φρουκτόζη. Ο διαφορετικός τρόπος μεταβολισμού και απορρόφησης των σακχάρων είναι που ίσως επηρεάζει την απορρόφηση των μετάλλων ή ιχνοστοιχείων (π.χ μαγνήσιο) και κατ’ επέκταση την υγεία των οστών.

Οι μελέτες που έχουν εξετάσει την επίδραση της ζάχαρης στην υγεία των οστών είναι πολύ λίγες. Τα επιστημονικά ευρήματα έχουν ανιχνεύσει χαμηλότερη οστική μάζα στις φτέρνες κοριτσιών που κατανάλωναν αναψυκτικά με θερμιδογόνες ή μη γλυκαντικές ουσίες. Μια πιθανή εξήγηση για αυτό είναι το γεγονός πως οι δίαιτες με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη έχουν ως μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα υψηλότερα επίπεδα ινσουλίνης στο αίμα. Αυτά με τη σειρά τους αναστέλλουν την επαναρόφηση του ασβεστίου από τα νεφρά με αποτέλεσμα μεγάλες απώλειες ασβεστίου στα ούρα. Αυτό μακροπρόθεσμα ίσως οδηγεί σε απώλεια οστικής μάζας. Υπάρχει όμως και μια άλλη πιθανή εξήγηση. Συνήθως οι δίαιτες με μεγάλη περιεκτικότητα ζάχαρης έχουν και μεγάλη περιεκτικότητα κορεσμένων λιπαρών, τα οποία σχηματίζουν σύμπλοκα (τους λεγόμενους «σάπωνες») με τα μέταλλα στο έντερο και εμποδίζουν έτσι την απορρόφησή τους. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μη χρησιμοποιούνται αυτά για τη δόμηση των οστών.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες τη χρήση της ζάχαρης έχει αντικαταστήσει το πολύ φθηνότερο στην παραγωγή του σιρόπι καλαμποκιού πλούσιο σε φρουκτόζη HFCS (για την ακρίβεια το HFCS-55). Το HFCS-42 αντιπροσωπεύει το 40% της ποσότητας του σιροπιού καλαμποκιού που χρησιμοποιείται στην παραγωγή τροφίμων. Η αυξημένη κατανάλωση τροφίμων που το περιέχουν έχει ως αποτέλεσμα την αυξημένη πρόσληψη γλυκόζης. Οριστικό συμπέρασμα για την επίδραση της αυξημένης γλυκόζης στην υγεία των οστών δεν έχει βγει ακόμα. Όμως η αυξημένη κατανάλωση προϊόντων (π.χ. αναψυκτικά) που περιέχουν το HFCS-55 έχει ως αποτέλεσμα την αυξημένη κατανάλωση φρουκτόζης και όχι γλυκόζης. Οι αντίστοιχες μελέτες που εξέτασαν την αυξημένη πρόσληψη φρουκτόζης στην υγεία των οστών ήταν λιγοστές και δε μπόρεσαν να εξάγουν κάποιο οριστικό συμπέρασμα.

Συνοψίζοντας θα λέγαμε πως πλέον υπάρχουν ενδείξεις για ρόλο των αναψυκτικών στην υγεία των οστών μας εκτός από αυτές που ήδη υπήρχαν για την παιδική παχυσαρκία. Σίγουρα απαιτείται περισσότερη έρευνα πριν να εκδοθούν οριστικές διαιτητικές συστάσεις προς τον πληθυσμό καθώς υπάρχουν μεταβολικές διαφορές στην ανταπόκριση των οστών μεταξύ αντρών και γυναικών κάτι το οποίο θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στο σχεδιασμό των ερευνών. Ύποπτα συστατικά (φωσφορικό οξύ, καφεΐνη, γλυκαντικές ουσίες) και θεωρίες για τρόπους δράσης αυτών υπάρχουν πολλές. Μένει μόνο να ερευνηθούν περαιτέρω ώστε να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα.

Wednesday, July 30, 2008

Παιδικά τρόφιμα στο Σούπερ Μάρκετ: πόσο θρεπτικά είναι;

Πολύ πρόσφατα, στην Οτάβα του Καναδά, έγινε μια έρευνα που στόχευσε στη διατροφική ανάλυση των τροφίμων που υπάρχουν σε ένα σούπερ μάρκετ και απευθύνονται στους μικρούς μας φίλους. Εξετάστηκε η διατροφική σύσταση 367 προϊόντων, εκτός αυτών που υπάγονται στην κατηγορία junk food, (γλυκά, αναψυκτικά, κέικς, τσιπς, πατατάκια).

Τα προϊόντα που εξετάστηκαν ήταν για παράδειγμα δημητριακά, κράκερς, μπισκότα, σούπες, ποτά, ντρέσινγκς, σάλτσες, μαρμελάδες, κατεψυγμένα προϊόντα (πίτσες, πατάτες προτηγανισμένες, πακεταρισμένα μεσημεριανά γεύματα, βάφλες, στρούντελς), αλλά και γαλακτοκομικά προϊόντα όπως γάλα, γιαούρτι, τυριά, ποτά με βάση το γάλα ή το γιαούρτι. Το κοινό τους στοιχείο ήταν πως όλα με κάποιο τρόπο στόχευαν αποκλειστικά στην ομάδα των παιδιών.

Το ενδιαφέρον της συγκεκριμένης μελέτης όμως, είναι πως ταυτόχρονα εξετάστηκε η σχέση ανάμεσα στα μηνύματα, τις εικόνες και τους ισχυρισμούς υγείας που είχαν αυτά τα τρόφιμα και της πραγματικής θρεπτικής τους ικανότητας. Ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή που η παιδική παχυσαρκία αποτελεί σοβαρό πρόβλημα δημόσια υγείας και επηρεάζει το 35% των παιδιών του Καναδά, των ΗΠΑ και της Ευρώπης, τα αποτελέσματα μιας τέτοιας έρευνας αποκτούν ξεχωριστό ενδιαφέρον.

Οι περισσότερες μελέτες που αξιολογούν τα διατροφικά διαφημιστικά μηνύματα που μεταφέρονται προς τα παιδιά εστιάζουν κυρίως στα τηλεοπτικά μηνύματα των διαφημίσεων και τις καμπάνιες των εταιρειών γρήγορου φαγητού (φαστ φουντ). Τι συμβαίνει όμως σε μια άλλη συνιστώσα του περιβάλλοντός μας που ονομάζεται σούπερ μάρκετ; Αναμφισβήτητα, υπάρχει έλλειψη γνώσης των διατροφικών πληροφοριών των τροφίμων που βρίσκονται μέσα σε ένα σούπερ μάρκετ και στοχεύουν στα άτομα της παιδικής ηλικίας.

Πέρα από την κλασσική κατηγοριοποίηση σε γλυκά, λιπαρά σνακς και αναψυκτικά με ζάχαρη και την ομαδοποίηση όλων αυτών κάτω από την ‘ομπρέλα’ που τιτλοφορείται ‘φαστ φουντ’ υπάρχει κενό πληροφόρησης. Οι διάφορες έρευνες δεν έχουν εξετάσει τα είδη των τροφίμων στις υπόλοιπες κατηγορίες προϊόντων, όπως των γαλακτοκομικών, των κατεψυγμένων και των αποξηραμένων.

Τα λεγόμενα ‘χαρούμενα τρόφιμα’ για τα παιδιά θα πρέπει να περιγραφούν καλύτερα, καθώς πλέον δεν περιορίζονται μόνο στην κατηγορία των δημητριακών. Διατρέχουν πλέον κάθε είδος γεύματος, από το πρωινό και τα ενδιάμεσα σνακς μέχρι το μεσημεριανό και το δείπνο. Η διαδικασία μάρκετινγκ των τροφίμων αυτών προσπαθεί να πείσει πως τα παιδιά, λόγω των ειδικών αναγκών τους, χρειάζονται εξειδικευμένα γεύματα και τρόφιμα. Δημιουργείται όμως στα παιδιά η εντύπωση πως τα τρόφιμα γι αυτά πρέπει να είναι πολύχρωμα και διαφορετικά από αυτά των μεγάλων.

Όλη η επιστήμη του εντυπωσιασμού, των χρωμάτων και των ηρώων των κινουμένων σχεδίων, τελικά ίσως να απομακρύνει τα παιδιά από την ουσία της διατροφής: τη θρεπτικότητα σε μια ηλικία πολύ κρίσιμη για την περαιτέρω ανάπτυξή τους. Προσοχή λοιπόν απαιτείται από τις διαφημιστικές εταιρείες και τους διαιτολόγους που συνεργάζονται με αυτές για να μη διαταραχθεί η ευαίσθητη σχέση των παιδιών με τη διατροφή και αλλοτροιωθεί σε κάτι που θυμίζει θρέψη αλλά τελικά οδηγεί σε κακοθρεψία και παχυσαρκία. Τα διαφημιστικά μηνύματα οφείλουν να φέρνουν τα παιδιά κοντά στην υγιεινή διατροφή και όχι να τα απομακρύνουν από αυτή.

Ας μη λησμονούμε πως η παιδική παχυσαρκία χαρακτηρίζεται επιπρόσθετα από μια σειρά συνοδών νόσων, όπως υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, καρδιαγγειακά προβλήματα και κάποιες μορφές καρκίνου. Τα υπέρβαρα παιδιά υποφέρουν επίσης από ψυχολογικά προβλήματα, κατάθλιψη και κοινωνική αποξένωση. Οι προσπάθειες αντιμετώπισης του προβλήματος έχουν στοχεύσει την οικογένεια, το σχολείο αλλά και την κοινότητα. Ακόμα όμως δεν έχει βρεθεί ποια ακριβώς προσέγγιση είναι πιο αποτελεσματική. Ένα από τα στοιχεία που επαληθεύεται στις διάφορες έρευνες είναι ο ρόλος της βιομηχανίας τροφίμων στο πρόβλημα, καθώς προωθεί συστηματικά στα παιδιά τρόφιμα πλούσια σε ζάχαρη και/ή λίπος.

Η έρευνα, λοιπόν, κατέληξε πως λιγότερο από 1% των τροφίμων που στοχεύουν τα παιδιά είναι φρούτα και λαχανικά, ενώ το 89% των παιδικών τροφίμων μπορεί να χαρακτηριστεί ως φτωχής διατροφικής αξίας, εξαιτίας υψηλών επιπέδων λίπους, ζάχαρης ή αλατιού. Ένα παιδικό τρόφιμο λοιπόν δεν είναι απαραίτητα θρεπτικό και το γεγονός αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν στη συγκεκριμένη έρευνα έχουν εξαιρεθεί τα τρόφιμα που χαρακτηρίζονται ως πολύ χαμηλής διατροφικής αξίας (junk food).

Μέσα σε όλα αυτά τα ενδιαφέροντα έρχονται να προστεθούν οι διατροφικοί ισχυρισμοί (π.χ χαμηλού λίπους, πλούσιο σε σίδηρο κ.α.) που πραγματοποιούν πολλά από αυτά τα τρόφιμα. Στο σημείο αυτό υπάρχει η παγίδα πως μέσα από τον ισχυρισμό ο καταναλωτής σχηματίζει άποψη για τη συνολική θρεπτικότητα του τροφίμου. Όμως κανείς δεν αποκλείει πως ένα τρόφιμο που έχει διατροφικό ισχυρισμό στη μπροστινή του ετικέτα ‘χαμηλών λιπαρών’ μπορεί ουσιαστικά να είναι χαμηλής διατροφικής αξίας εξαιτίας υψηλών επιπέδων ζάχαρης. Άλλα προϊόντα που έχουν τον ισχυρισμό π.χ ‘δεν περιέχει τρανς λιπαρά’ μπορεί να έχουν χαμηλή θρεπτική αξία εξαιτίας υψηλής περιεκτικότητας λίπους ή υψηλής περιεκτικότητας σε αλάτι.

Ποιά είναι όμως η ελληνική πραγματικότητα; Ένα γεγονός που συνέβη πρόσφατα νομίζω πως λύνει κάθε απορία. Το Συμβούλιο Ελέγχου Επικοινωνίας έκανε έκκληση, σε διαφημιστές και διαφημιζόμενους, για περιορισμό των υπερβολών στη διαφήμιση των τροφίμων και ποτών (π.χ αλλαντικά, αρτοειδή, αναψυκτικά, τυριά, βούτυρο) που επικαλούνται συμβολή στη διατήρηση ή και βελτίωση της υγείας των καταναλωτών. Αφορμή γι αυτή την έκκληση στάθηκαν διαφημιστικά μηνύματα, σύμφωνα με τα οποία, τρόφιμα κατά συνθήκη ‘επιβαρυντικά για την υγεία’ πλασάρονται ως υγιεινά ή και ‘θεραπευτικά’.

Η επιστολή απευθύνθηκε στην ‘Ενωση Εταιρειών Διαφήμισης και Επικοινωνίας, αλλά το ενδιαφέρον του πράγματος είναι πως κοινοποιήθηκε στη Γ.Γ. Καταναλωτή του υπουργείου Ανάπτυξης και στην Καρδιολογική Εταιρεία. Το απογοητευτικό δε είναι πως πολλά από τα τρόφιμα τα οποία η επιστολή στοχοποιεί εφοδιάζονται από επιστημονικούς φορείς, κρατικούς και μη, με διαβεβαιώσεις που τα πιστοποιούν ή τα χαρακτηρίζουν ευεργετικά για την υγεία. Ακόμα και οι καρτουνίστικες φιγούρες που παρουσιάζονται σε εικόνες κάποιας δραστηριότητας περνούν υποσυνείδητα το μήνυμα πως π.χ το συγκεκριμένο παιδικό τρόφιμο δίνει ενεργητικότητα και υπερτερεί σε σχέση με άλλα που δεν έχουν τέτοιες ‘δραστήριες φιγούρες’ και δεν προκαλούν ταύτιση του παιδιού με αυτές.

Τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα ο ΕΦΕΤ έχει καλέσει τις εταιρείες τροφίμων να υποβάλλουν τις προτάσεις τους για τους υποψήφιους ισχυρισμούς υγείας των τροφίμων. Χαρακτηριστικό είναι πως στον Καναδά επιτρέπονται μόνο 5 ισχυρισμοί υγείας για τα τρόφιμα και το νομοθετικό πλαίσιο είναι αυστηρό. Ενδιαφέρον ακόμα είναι το γεγονός πως στη συγκεκριμένη έρευνα όταν ρωτήθηκαν οι βιομηχανίες τροφίμων για τις ποσότητες των προστιθέμενων και όχι των φυσικά απαντώμενων σακχάρων στα υπό εξέταση τρόφιμα αρνήθηκαν να τις αποκαλύψουν. Η νομοθεσία που τελικά θα διέπει τους ισχυρισμούς υγείας στα τρόφιμα και ειδικά στα παιδικά αναμένεται με μεγάλο ενδιαφέρον.

ΠΑΠΑΜΙΚΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ

Νοσοκομειακός Διαιτολόγος ΓΝΑ – Κοργιαλένειο Μπενάκειο

Ειδικός γραμματέας τύπου και δημοσίων σχέσεων Πανελληνίου Συλλόγου Διαιτολόγων - Διατροφολόγων

Υποψήφιος διδάκτωρ Διατροφογενωμικής Χαροκοπείου Πανεπιστημίου
M.Med.Sci Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Πανεπιστημίου Γλασκώβης
MSc Healthcare Manager, Πανεπιστημίου Αθηνών
Πτυχιούχος Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Χαροκοπείου Πανεπιστημίου

Thursday, July 17, 2008

Νεότερα επιστημονικά δεδομένα για γνωστούς τρόπους απώλειας βάρους

Στο παρελθόν έχουν συγκριθεί οι δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων (και ταυτόχρονα υψηλών πρωτεΐνών και λίπους, όπως η Άτκινς) με τις δίαιτες χαμηλών λιπαρών και έχει δειχθεί πως οι πρώτες αποτελούν μια καλή εναλλακτική στις δεύτερες όταν στόχος είναι η απώλεια σωματικού βάρους. Εκτός από την απώλεια βάρους οι δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων φαίνεται πως έχουν επιπρόσθετα μεταβολικά οφέλη όπως για παράδειγμα η μείωση των λιπιδίων του αίματος. Εκτός από αυτά τα σχήματα υπάρχει και το διάσημο πλέον πρότυπο της μεσογειακής διατροφής (με μέτρια ποσότητα λίπους και υψηλή περιεκτικότητα, λόγω του ελαιόλαδου, σε μονοακόρεστα λιπαρά) το οποίο πέρα από το όφελος της απώλειας βάρους παρουσιάζει και καρδιοπροστατευτικές ιδιότητες.

Οι περισσότερες μελέτες που επιχειρούν να εξετάσουν ένα ή περισσότερα διατροφικά σχήματα απώλειας βάρους παρουσιάζουν συνήθως το μειονέκτημα της μικρής χρονικής διάρκειας ή της μικρής συμμόρφωσης των συμμετεχόντων με τις εξεταζόμενες δίαιτες. Όταν όμως παρουσιάζεται μια τέτοιου είδους μελέτη στην Επιστημονική Επιθεώρηση New England Journal Of Medicine τότε πιθανότατα έχουν ελαχιστοποιηθεί οι αδυναμίες και τα αποτελέσματα μπορούν να θεωρηθούν πολύ αξιόπιστα. Ας δούμε όμως τα καινούρια δεδομένα μιας πολύ πρόσφατης μελέτης (μελέτη DIRECT: Ιούλιος 2008) που διήρκεσε 2 χρόνια και συμπεριέλαβε 322 παχύσαρκους ασθενείς. Τα διατροφικά σχήματα που εξετάστηκαν ήταν 3. Μια υποθερμιδική δίαιτα χαμηλού λίπους, μια υποθερμιδική δίαιτα βασισμένη στο πρότυπο της μεσογειακής διατροφής και μια μη υποθερμιδική δίαιτα χαμηλών υδατανθράκων.

Αναλυτικότερα, η δίαιτα χαμηλών λιπαρών των γυναικών ήταν της τάξης των 1500 θερμίδων ενώ των αντρών της τάξης των 1800 θερμίδων. Η περιεκτικότητα της δίαιτας σε λίπος ήταν περίπου 30% των συνολικών θερμίδων, το κορεσμένο λίπος άγγιζε το 10% των θερμίδων και η ημερήσια πρόσληψη χοληστερόλης τα 300 mgr. Οι συμμετέχοντες προσπαθούσαν να καταναλώνουν κυρίως όσπρια, φρούτα, λαχανικά και απέφευγαν τα τρόφιμα με προστιθέμενα λιπαρά, τα γλυκά και τα λιπαρά σνακς. Η ομάδα του μεσογειακού προτύπου ακολουθούσε τις προαναφερόμενες θερμίδες ανά φύλο και το ποσοστό του λίπους ήταν 35% επί των συνολικών ημερήσιων θερμίδων. Οι κύριες πηγές αυτού του λίπους ήταν 30 με 45 γρ. ελαιολάδου και λιγότερο από 20 γρ. ξηρών καρπών (5 με 7 ξηροί καρποί ή αλλιώς όσο περίπου μια χούφτα) ημερησίως. Τέλος, η ομάδα των χαμηλών υδατανθράκων κατανάλωνε για τους 2 πρώτους μήνες δίαιτα που περιείχε 20 γρ. υδατανθράκων ημερησίως η οποία αυξανόταν στα 120 γρ. μετά από θρησκευτικές εορτές προκειμένου να διατηρηθεί η απώλεια που είχε επιτευχθεί. Στους συμμετέχοντες δίνονταν η συμβουλή να αποφεύγουν τα τρόφιμα με τρανς λιπαρά οξέα (τηγανιτά, βούτυρα, σφολιατοειδή, κρέμες γάλακτος) και να προτιμούν φυτικές πηγές λίπους και πρωτεΐνης.

Η ομάδα που ακολούθησε το μεσογειακό πρότυπο κατανάλωσε τις μεγαλύτερες ποσότητες φυτικών ινών και μονοακόρεστων λιπαρών οξέων. Είχε επίσης τις μικρότερες καταναλισκόμενες ποσότητες κορεσμένων λιπαρών οξέων. Η ομάδα της δίαιτας των χαμηλών υδατανθράκων κατανάλωσε τις μικρότερες ποσότητες υδατανθράκων και τις μεγαλύτερες ποσότητες λίπους, πρωτεΐνης και χοληστερόλης. Η μέση απώλεια βάρους ήταν 2,9 κιλά για την ομάδα χαμηλών λιπαρών, 4,4 κιλά για την ομάδα της μεσογειακής διατροφής και 4,7 κιλά για την ομάδα των χαμηλών υδατανθράκων. Κάτι που επίσης έχει ενδιαφέρον είναι πως η μεγαλύτερη μείωση των λιπιδίων του αίματος παρατηρήθηκε στη δίαιτα των χαμηλών υδατανθράκων παρά στη δίαιτα χαμηλού λίπους. Η μεσογειακή δίαιτα, συγκριτικά με τη δίαιτα χαμηλών λιπαρών, φάνηκε πως, εκτός από την απώλεια βάρους, είχε την πιο ευεργετική επίδραση στα επίπεδα σακχάρου των παχύσαρκων ατόμων που είχαν σακχαρώδη διαβήτη.

Με βάση τα δεδομένα της μελέτης αυτής λοιπόν, αν δεν είστε ο τύπος που θα ακολουθήσει δίαιτα συγκεκριμένων χαμηλών θερμίδων προσπαθήστε να ακολουθήσετε για μερικούς μήνες ένα ελεύθερο διαιτολόγιο χαμηλών υδατανθράκων. Επίσης, αν είστε γυναίκα τότε ίσως θα σας ταίριαζε περισσότερο το μεσογειακό πρότυπο διατροφής μια και φάνηκε πως στις γυναίκες η απώλεια κιλών ήταν μεγαλύτερη όταν ακολουθούσαν το εν λόγω σχήμα.

Από τη μελέτη αυτή δείχθηκε πως μια προσπάθεια απώλειας βάρους αποτελείται από 2 φάσεις: α) αυτή της απώλειας των κιλών και β) αυτή της διατήρησης σταθερού βάρους παρά τη συνέχιση της δίαιτας. Η μέγιστη απώλεια κιλών φάνηκε πως επιτεύχθηκε περίπου στους 6 μήνες από την έναρξη της δίαιτας. Ακολούθησε η 2η φάση της επαναπρόσληψης μερικών κιλών και τέλος της σταθεροποίησης του σωματικού βάρους. Ίσως όμως το πιο σημαντικό εύρημα της μελέτης είναι πως μέσω της αλλαγής της διατροφικής συμπεριφοράς και της στενής συμμόρφωσης με το διατροφικό πλάνο επιτεύχθηκαν απώλειες σωματικού βάρους παρόμοιες με αυτές που επιτυγχάνονται με τη φαρμακευτική αγωγή.

ΠΑΠΑΜΙΚΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ

Νοσοκομειακός Διαιτολόγος ΓΝΑ – Κοργιαλένειο Μπενάκειο

Ειδικός γραμματέας τύπου και δημοσίων σχέσεων Πανελληνίου Συλλόγου Διαιτολόγων - Διατροφολόγων

Υποψήφιος διδάκτωρ Διατροφογενωμικής Χαροκοπείου Πανεπιστημίου
M.Med.Sci Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Πανεπιστημίου Γλασκώβης
MSc Healthcare Manager, Πανεπιστημίου Αθηνών

Πτυχιούχος Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Χαροκοπείου Πανεπιστημίου

Tuesday, July 15, 2008

ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΣΤ ΔΥΣΑΝΕΞΙΑΣ, ΑΜΦΙΒΟΛΙΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΓΕΝΕΤΙΚΑ ΤΕΣΤ

Να λοιπόν που τα πράγματα δεν είναι τόσο ωραία και απλά όσο παρουσιάζονται. Και αν υπάρχουν φόβοι για τα γενετικά τεστ φανταστείτε πόσο αμφίβολα είναι τα πράγματα όταν εμφανίζονται "εξατομικευμένες δίαιτες" που βασίζονται σε αυτά.
Το παρακάτω άρθρο στα ΝΕΑ από τον Ρaul Vallely της εφημερίδας ΤΗΕ ΙΝDΕΡΕΝDΕΝΤ επιχειρεί να "ρίξει φως" στην υπόθεση:

ΜΟΔΑ ΤΑ ΓΕΝΕΤΙΚΑ ΤΕΣΤ

Πλήθος εταιρειών υπόσχονται να βρουν από τι παθήσεις κινδυνεύουμε

ΤΗΕ ΙΝDΕΡΕΝDΕΝΤ Του Ρaul Vallely

Οι εταιρείες που προσφέρουν γενετικά τεστ φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια. Οι αρχές, όμως, διατυπώνουν επιφυλάξεις για την αξιοπιστία τους
Αρκεί να στείλουμε λίγο σάλιο σε μια από τις εκατοντάδες εταιρείες που ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού για να μάθουμε σε ποιες ασθένειες έχουμε προδιάθεση. Η μόδα των γενετικών τεστ εξαπλώνεται σαν επιδημία σε ΗΠΑ και Ευρώπη, όμως οι ενστάσεις είναι πολλές.
Μοιάζει με σενάριο επιστημονικής φαντασίας, αλλά μια εταιρεία στις Ηνωμένες Πολιτείες υποστηρίζει ότι μπορεί με ένα απλό τεστ να σας πει από ποιες παθήσεις κινδυνεύετε. Το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να στείλετε ταχυδρομικά λίγο σάλιο στο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας και πληρώνοντας από 550 έως 950 ευρώ θα μάθετε, βάσει του DΝΑ σας, αν έχετε προδιάθεση σε κάποιες ασθένειες. Η εταιρεία στην Καλιφόρνια δεν είναι η μόνη. Κάποτε, αρμόδιοι για τα γενετικά τεστ ήταν οι επαγγελματίες γιατροί. Τώρα, όμως, μπορεί να το κάνει κάποιος ανώνυμα, από το σπίτι του. Από τότε που χαρτογραφήθηκε το ανθρώπινο γονιδίωμα, οι εταιρείες που πραγματοποιούν γενετικά τεστ ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια στο Διαδίκτυο και υπόσχονται αποτελέσματα για περίπου 13.000 παθήσεις- από την κυστική ίνωση, τη μυϊκή δυσμορφία και την αιμοφιλία έως τη σκλήρυνση κατά πλάκας, τον διαβήτη, τον καρκίνο του μαστού και τη νόσο του Αλτσχάιμερ.
Οι περισσότερες από αυτές τις εταιρείες βρίσκονται στις ΗΠΑ, αλλά έχουν αρχίσει να εξαπλώνονται και στην Ευρώπη. Έχουν ονόματα όπως DΝΑ Direct και DeCodeΜe (ΑποΚωδικοποίησέΜε) και καλούν τους υποψήφιους πελάτες να «πάρουν στα χέρια τους τον έλεγχο της ζωής τους και της υγείας τους». Μερικές από αυτές προσφέρουν ακόμη και συμπληρώματα διατροφής για να αντιμετωπίσει ο πελάτης το πρόβλημα που έχει αποκαλύψει η εξέτασή του. Μια κλινική στη Μασαχουσέτη, η οποία υποτίθεται ότι συνεργάζεται με «κορυφαίους γενετιστές και ειδικούς στη βιοπληροφορική», υπόσχεται ανάλυση ολόκληρου το γονιδιώματος έναντι 220.000 ευρώ! Η βιομηχανία αποδεικνύεται ιδιαίτερα επικερδής: η Τest Direct είδε τα κέρδη της να εκτοξεύονται από τα 9 εκατομμύρια δολάρια στα 43 εκατομμύρια μέσα σε μια πενταετία.
Οι διαστάσεις που έχει λάβει το φαινόμενο πυροδότησαν- αν και κάπως καθυστερημένατις πρώτες αντιδράσεις σχετικά με την επιστημονική επάρκεια των εξετάσεων. Οι αρμόδιες υπηρεσίες στην Καλιφόρνια και τη Νέα Υόρκη απέστειλαν επιστολές σε πολλές εταιρείες από τις οποίες ζητούν να μην «ψωνίζουν» πελατεία στην επικράτειά τους εάν τα εργαστήριά τους δεν έχουν πιστοποιηθεί από το κράτος και τις ενημερώνουν πως δεν επιτρέπεται να πραγματοποιούν γενετικά τεστ χωρίς τη συγκατάθεση του γιατρού του πελάτη. Εξίσου ανήσυχες έχουν αρχίσει να εμφανίζονται οι αρχές στη Βρετανία. Μόλις πριν από δύο εβδομάδες η αρμόδια βρετανική υπηρεσία κάλεσε σε μια ευρεία σύσκεψη εταιρείες, γιατρούς και ακαδημαϊκούς. Συμφωνήθηκε ότι είναι απαραίτητη η θέσπιση ενός νομοθετικού πλαισίου. Πολλοί παραδέχθηκαν, όμως, ότι αυτό δεν φτάνει. Όπως είπε ένας από τους συμμετέχοντες, ο δρ Ρον Τζίμερν, «ο διάβολος βρίσκεται στις λεπτομέρειες».

ΑΝΟΙΓΕΙ Ο ΑΣΚΟΣ ΤΟΥ ΑΙΟΛΟΥ

ΟΙ ΘΙΑΣΩΤΕΣ των γενετικών τεστ υποστηρίζουν ότι εντοπίζοντας κάποιος τις ασθένειες από τις οποίες κινδυνεύει, μπορεί να λάβει προληπτικά μέτρα και να ακολουθήσει πιο αποτελεσματικές θεραπείες. Ισχυρίζονται ακόμη ότι οι άνθρωποι θα αποκτήσουν μεγαλύτερη συναίσθηση για την υγεία τους και πως ο έλεγχος των παθήσεων στον γενικό πληθυσμό θα γίνει πιο αποτελεσματικός. Υπάρχουν όμως και ενστάσεις. Δίνοντας βαρύτητα στα γενετικά τεστ, υπάρχει ο κίνδυνος να αγνοηθούν καθοριστικοί παράγοντες για την υγεία μας, όπως η διατροφή και ο τρόπος ζωής. Έπειτα τίθεται κι ένα ζήτημα ηθικής τάξης: κάποιος θα μπορούσε να κλέψει και να στείλει για εξετάσεις το σάλιο του συντρόφου του για να διαπιστώσει εάν θα είναι στο μέλλον υγιής, ενώ οι ασφαλιστικές εταιρείες θα μπορούσαν να απαιτούν τέτοιου είδους εξετάσεις από τους ασφαλισμένους τους. Μήπως έχουμε ανοίξει ήδη τον ασκό του Αιόλου;


Παλαιότερα το θέμα είχε θιχτεί και από την ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" όπως φαίνεται από το παρακάτω άρθρο:



H... νέα μόδα λέγεται «τεστ DNA»
Η διαμάχη για τον τρόπο αξιοποίησης των αποτελεσμάτων τους θα είναι μία από τις πιο έντονες αντιπαραθέσεις στο μέλλον

H τελευταία λέξη της μόδας στην ιατρική αγορά είναι το γενετικό τεστ. Οι υποσχέσεις, πλουσιοπάροχες. Κάνοντας ένα γενετικό τεστ θα μπορούμε να ανιχνεύσουμε τις γενετικές ανωμαλίες που παρουσιάζει ο οργανισμός μας και μέσω αυτών πιθανές ασθένειες στις οποίες έχουμε προδιάθεση. Με τους κινδύνους που μας απειλούν καταγεγραμμένους, θα μπορούμε να επιλέξουμε κάποια φαρμακευτική ή άλλη θεραπεία, να αλλάξουμε τον τρόπο ζωής μας και γενικά να πάρουμε τα κατάλληλα μέτρα για να τους αποφύγουμε τελικά. Το σενάριο μοιάζει ιδανικό, καθώς από αρκετούς επιστήμονες θεωρείται η τέλεια «προληπτική ιατρική». Mάλιστα, ο Bρετανός υπουργός Yγείας, A. Milburn, έλεγε ότι «τελικά, θα καταφέρουμε να αποτιμούμε την πιθανότητα να αναπτύξει ένας ενήλικας μια ασθένεια. Και δεν αναφερόμαστε μόνο στις αρρώστιες που οφείλονται σε βλάβη ενός μόνο γονίδιου, αλλά και στους μεγαλύτερους φονιάδες της χώρας μας, δηλαδή στον καρκίνο ή στη στεφανιαία νόσο, όπως επίσης και στον διαβήτη». Είναι όμως έτσι;

Πολύπλοκοι οι μηχανισμοί

Tο πρώτο πρόβλημα είναι ότι είναι λίγες οι ασθένειες οι οποίες μπορούν να ταυτοποιηθούν με ένα συγκεκριμένο γονίδιο ή με μία συγκεκριμένη γενετική ανωμαλία. Μία από αυτές, για παράδειγμα, είναι ένας τύπος του Aλτσχάιμερ, τον οποίο αναζητεί μία ερευνητική ομάδα στη Βαρκελώνη, εντοπίζοντας μεταβολές στα χρωματοσώματα 21, 14, και 1, τα οποία συνδέονται απευθείας με το Αλτσχάιμερ.

Στις περισσότερες όμως περιπτώσεις οι μηχανισμοί ανάπτυξης των ασθενειών είναι πολύπλοκοι και εξαρτώνται από μια σειρά σύνθετους βιολογικούς παράγοντες, όσο και από την επίδραση του περιβάλλοντος, φυσικού και κοινωνικού. Η κακή διατροφή και στέγαση, η μόλυνση, η έλλειψη άσκησης, για παράδειγμα, είναι πολύ βασικοί παράγοντες για την εκδήλωση μιας σειράς ασθενειών.

Oπως γράφουν οι P. Vineis, P. Schulte και AJ McMichael στην επιθεώρηση «Lanset», μόλις το 5% των καρκινοπαθειών οφείλεται σε μια συγκεκριμένη γονιδιακή ανωμαλία. Ταυτόχρονα, ο εντοπισμός της δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι το άτομο θα αναπτύξει και την ασθένεια. Eνας μεγάλος όγκος ερευνών δείχνει ότι η απόλυτη ταύτιση μιας γενετικής ανωμαλίας με την ανάπτυξη κάποιας ασθένειας συνήθως είναι βιαστική και καταρρίπτεται στη συνέχεια, σημειώνουν οι Ν. A. Holtmaκαι T. M. Marteau στο New England Journal of Medicine.

Πανάκριβα τεστ

Παρ’ όλα αυτά οι φαρμακευτικοί κολοσσοί σε συνεργασία με τις αναδυόμενες γενετικές εταιρείες προωθούν επίμονα τα γενετικά τεστ, ως «φάρμακο διά πάσαν νόσον». O λόγος; Mα τα κέρδη που προσδοκούν. Κατ’ αρχήν θα κερδίσουν από την τέλεση του ίδιου του τεστ, το οποίο συνήθως είναι πανάκριβο. Η Myriad Genetics, για παράδειγμα, χρεώνει στη Bρετανία το γενετικό τεστ για την ανίχνευση προδιάθεσης στον καρκίνο του μαστού προς 2.500 δολάρια, δηλαδή πάνω από 850.000 δραχμές! Σε περίπτωση θετικής γνωμάτευσης –όσον αφορά την πιθανότητα πάντα- οι εταιρείες μπορούν να προτείνουν στον ενδεχόμενο ασθενή μια φαρμακευτική αγωγή, μακρόχρονη και κερδοφόρα, μετατρέποντάς τον σε ισόβιο πελάτη τους, ακόμα και αν ποτέ δεν αναπτύξει την ασθένεια. Aλλά η εμπορευματικοποίηση της υπόθεσης έφτασε στο σημείο να πουλιούνται γενετικά τεστ στα πολυκαταστήματα! Στα βρετανικά καταστήματα του Body Shop πουλιέται ήδη ένα γενετικό τεστ της εταιρείας Sciona, το οποίο υπόσχεται «ότι θα ωθήσει τα άτομα να δραστηριοποιηθούν για να βελτιώσουν την υγεία τους», σε συνδυασμό με συμβουλές διαίτης! Oπως είναι φυσικό, κορυφαίοι Bρετανοί επιστήμονες κατήγγειλαν το συγκεκριμένο γενετικό τεστ ως άχρηστο, ψευδές και ανήθικο. Η εταιρεία πάντως δεν παραιτείται. Oπως δήλωσε ο Chris Martin, διευθύνων σύμβουλος της Sciona, ετοιμάζεται ένα γενετικό τεστ, το οποίο θα εξετάζει πόσο ευαίσθητο είναι το δέρμα στις ηλιακές ακτίνες, σε μια σειρά χημικά και εάν υπάρχει ροπή προς τον καρκίνο του δέρματος. Προφανώς για να επιλέξετε το κατάλληλο αντιηλιακό. Eνώ μπαίνοντας σε ακόμα πιο βαθιά νερά, ετοιμάζει γενετικό τεστ για την ανίχνευση της κατάθλιψης…

Mερικά ερωτήματα

Ακόμα όμως και στις περιπτώσεις που τα γενετικά τεστ μπορούν πράγματι να έχουν αξιόπιστες προβλέψεις υπάρχουν μια σειρά ερωτήματα. Κατ’ αρχήν, ποιοι θα μπορούν να τα κάνουν, ειδικά εκείνα που θα απαιτούν ακριβές εργαστηριακές εξετάσεις. Υπάρχει ο κίνδυνος τα ποιοτικά γενετικά τεστ να γίνουν είδος πολυτελείας, βαθαίνοντας τον ταξικό διαχωρισμό και αφήνοντας την «πλέμπα» να αγοράζει γενετικές «προβλέψεις» από τα μπακάλικα.

Μια άλλη πλευρά ιδιαίτερης ανησυχίας αφορά το ποιος θα έχει πρόσβαση στα αποτελέσματα των γενετικών τεστ. Ασφαλιστικές εταιρείες, ιδιωτικά νοσηλευτήρια και εργοδότες θα έδιναν τα πάντα, χρησιμοποιώντας νόμιμους ή και παράνομους τρόπους, για να μάθουν το γενετικό μας μυστικό. Οι λόγοι δεν είναι ευγενείς. Ασφαλιστικές εταιρείες που δεν θα δέχονται άτομα με συγκεκριμένες προδιαθέσεις, εργοδότες που δεν θα τα προσλαμβάνουν ή που θα αποφεύγουν αποζημιώσεις για επαγγελματικές ασθένειες και νοσοκομεία που θα ζητούν πολλαπλάσια κόμιστρα, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη ενός διάχυτου κοινωνικού ρατσισμού απέναντι στους πιθανούς φορείς μιας κληρονομικής ασθένειας, απειλούν με τη διαμόρφωση μιας γενετικής υποτάξης, που αντί να βοηθηθεί θα ωθείται ακόμα πιο κάτω. Η αντιμετώπιση των ασθενών του έιτζ αποδεικνύει του λόγου του αληθές. Εξάλλου, ήδη στις ΗΠΑ έχουν καταγραφεί περιπτώσεις απόλυσης ή ασφαλιστικού αποκλεισμού ατόμων, που είχαν γενετική προδιάθεση για κάποιες ασθένειες.

Tο δικαίωμα επιλογής

Η διαμάχη για τον τρόπο αξιοποίησης και δημοσιοποίησης των γενετικών τεστ θα είναι μία από τις πιο έντονες αντιπαραθέσεις της επόμενης περιόδου. Κρίσιμο στοιχείο πρέπει να είναι το δικαίωμα του κάθε ανθρώπου να επιλέξει εάν θα κάνει γενετικό τεστ. Oχι μόνο γιατί ο καθένας έχει το δικαίωμα της επιλογής στο αν θέλει να ξέρει ή όχι, αλλά γιατί η καθιέρωση υποχρεωτικού γενετικού τεστ, σε κάποιες περιπτώσεις προφανώς, θα συνδυασθεί με την επιλογή και τον στιγματισμό.

Στην επιστήμη κάθε γενική αλήθεια είναι ένα μεγάλο ψέμα. Το να απορρίψει κανείς συλλήβδην ή να δεχθεί α πριόρι τα γενετικά τεστ είναι προφανώς ανόητο. Το σίγουρο είναι ότι όπως η ανθρώπινη υγεία καθορίζεται από το περιβάλλον, έτσι και το κοινωνικό περιβάλλον χρωματίζει την «ανθυγιεινή» ή όχι εφαρμογή των κατακτήσεων της επιστήμης. Oσο διεισδύουμε βαθύτερα στο γονιδιακό «άδυτο» του ανθρώπου, δεν μπορούμε να παραμελούμε το κοινωνικό περιβάλλον του, που τελικά θα καθορίσει και τη χρήση των ανακαλύψεών μας.


Hμερομηνία : 03-11-2002
Copyright: http://www.kathimerini.gr



Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ" είχε ξανά σχετικό θέμα πρόσφατα:



Μόδα τα γενετικά τεστ
Πλήθος εταιρειών υπόσχονται να βρουν από τι παθήσεις κινδυνεύουμε
The Independent Αρκεί να στείλουμε λίγο σάλιο σε μια από τις εκατοντάδες εταιρείες που ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού για να μάθουμε σε ποιες ασθένειες έχουμε προδιάθεση. Η μόδα των γενετικών τεστ εξαπλώνεται σαν επιδημία σε ΗΠΑ και Ευρώπη, όμως οι ενστάσεις είναι πολλές. Μοιάζει με σενάριο επιστημονικής φαντασίας, αλλά μια εταιρεία στις Ηνωμένες Πολιτείες υποστηρίζει ότι μπορεί με ένα απλό τεστ να σας πει από ποιες παθήσεις κινδυνεύετε. Το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να στείλετε ταχυδρομικά λίγο σάλιο στο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνια και πληρώνοντας από 550 έως 950 ευρώ θα μάθετε, βάσει του DΝΑ σας, αν έχετε προδιάθεση σε κάποιες ασθένειες. Η εταιρεία στην Καλιφόρνια δεν είναι η μόνη. Κάποτε, αρμόδιοι για τα γενετικά τεστ ήταν οι επαγγελματίες γιατροί. Τώρα, όμως, μπορεί να το κάνει κάποιος ανώνυμα, από το σπίτι του. Από τότε που χαρτογραφήθηκε το ανθρώπινο γονιδίωμα, οι εταιρείες που πραγματοποιούν γενετικά τεστ ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια στο Διαδίκτυο και υπόσχονται αποτελέσματα για περίπου 13.000 παθήσεις- από την κυστική ίνωση, τη μυϊκή δυσμορφία και την αιμοφιλία έως τη σκλήρυνση κατά πλάκας, τον διαβήτη, τον καρκίνο του μαστού και τη νόσο του Αλτσχάιμερ. Οι περισσότερες από αυτές τις εταιρείες βρίσκονται στις ΗΠΑ, αλλά έχουν αρχίσει να εξαπλώνονται και στην Ευρώπη. Έχουν ονόματα όπως DΝΑ Direct και DeCodeΜe (ΑποΚωδικοποίησέΜε) και καλούν τους υποψήφιους πελάτες να «πάρουν στα χέρια τους τον έλεγχο της ζωής τους και της υγείας τους». Μερικές από αυτές προσφέρουν ακόμη και συμπληρώματα διατροφής για να αντιμετωπίσει ο πελάτης το πρόβλημα που έχει αποκαλύψει η εξέτασή του. Μια κλινική στη Μασαχουσέτη, η οποία υποτίθεται ότι συνεργάζεται με «κορυφαίους γενετιστές και ειδικούς στη βιοπληροφορική», υπόσχεται ανάλυση ολόκληρου το γονιδιώματος έναντι 220.000 ευρώ! Η βιομηχανία αποδεικνύεται ιδιαίτερα επικερδής: η Τest Direct είδε τα κέρδη της να εκτοξεύονται από τα 9 εκατομμύρια δολάρια στα 43 εκατομμύρια μέσα σε μια πενταετία. >αντιδράσεις Οι διαστάσεις που έχει λάβει το φαινόμενο πυροδότησαν - αν και κάπως καθυστερημένα τις πρώτες αντιδράσεις σχετικά με την επιστημονική επάρκεια των εξετάσεων. Οι αρμόδιες υπηρεσίες στην Καλιφόρνια και τη Νέα Υόρκη απέστειλαν επιστολές σε πολλές εταιρείες από τις οποίες ζητούν να μην «ψωνίζουν» πελατεία στην επικράτειά τους εάν τα εργαστήριά τους δεν έχουν πιστοποιηθεί από το κράτος και τις ενημερώνουν πως δεν επιτρέπεται να πραγματοποιούν γενετικά τεστ χωρίς τη συγκατάθεση του γιατρού του πελάτη. Εξίσου ανήσυχες έχουν αρχίσει να εμφανίζονται οι αρχές στη Βρετανία. Μόλις πριν από δύο εβδομάδες η αρμόδια βρετανική υπηρεσία κάλεσε σε μια ευρεία σύσκεψη εταιρείες, γιατρούς και ακαδημαϊκούς. Συμφωνήθηκε ότι είναι απαραίτητη η θέσπιση ενός νομοθετικού πλαισίου. Πολλοί παραδέχθηκαν, όμως, ότι αυτό δεν φτάνει. Όπως είπε ένας από τους συμμετέχοντες, ο δρ Ρον Τζίμερν, «ο διάβολος βρίσκεται στις λεπτομέρειες. ΑΝΟΙΓΕΙ Ο ΑΣΚΟΣ ΤΟΥ ΑΙΟΛΟΥ Οι θιασώτες των γενετικών τεστ υποστηρίζουν ότι εντοπίζοντας κάποιος τις ασθένειες από τις οποίες κινδυνεύει, μπορεί να λάβει προληπτικά μέτρα και να ακολουθήσει πιο αποτελεσματικές θεραπείες. Ισχυρίζονται ακόμη ότι οι άνθρωποι θα αποκτήσουν μεγαλύτερη συναίσθηση για την υγεία τους και πως ο έλεγχος των παθήσεων στον γενικό πληθυσμό θα γίνει πιο αποτελεσματικός. Υπάρχουν όμως και ενστάσεις. Δίνοντας βαρύτητα στα γενετικά τεστ, υπάρχει ο κίνδυνος να αγνοηθούν καθοριστικοί παράγοντες για την υγεία μας, όπως η διατροφή και ο τρόπος ζωής. Έπειτα τίθεται κι ένα ζήτημα ηθικής τάξης: κάποιος θα μπορούσε να κλέψει και να στείλει για εξετάσεις το σάλιο του συντρόφου του για να διαπιστώσει εάν θα είναι στο μέλλον υγιής, ενώ οι ασφαλιστικές εταιρείες θα μπορούσαν να απαιτούν τέτοιου είδους εξετάσεις από τους ασφαλισμένους τους. Μήπως έχουμε ανοίξει ήδη τον ασκό του Αιόλου;

Sunday, July 13, 2008

Τα αξιοθαύμαστα βιοενεργά συστατικά των τροφίμων

Τα τρόφιμα που καταναλώνουμε καθημερινά περιέχουν μια πλειάδα θρεπτικών συστατικών απαραίτητα για τις ανάγκες του οργανισμού μας. Η πρόοδος της επιστήμης της διατροφής τα τελευταία χρόνια έχει αναγνωρίσει διάφορα βιοενεργά πεπτίδια και πρωτεΐνες τροφίμων τα οποία δε χρησιμεύουν μόνο για την κάλυψη των θρεπτικών αναγκών μας, αλλά έχουν και ευεργετικές επιδράσεις στην υγεία. Κάποια από αυτά τα πεπτίδια παρουσιάζουν άμεση δράση, ενώ άλλα βρίσκονται κρυμμένα στα τρόφιμα και αποκαλύπτουν τις ιδιότητές τους μόνο αφού απελευθερωθούν από τα χημικά μόρια που τα περιέχουν. Αυτό γίνεται με τη δράση ειδικών ενζύμων κατά τη διάρκεια των διαδικασιών της πέψης και της μεταφοράς τους στο γαστρεντερικό σωλήνα, της ζύμωσής τους ή τέλος κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας των τροφίμων. Ας τα γνωρίσουμε όμως λίγο καλύτερα.

Τα βιοενεργά αυτά πεπτίδια ορίζονται ως συστατικά των τροφίμων που επηρεάζουν συγκεκριμένες βιολογικές διαδικασίες και κατά συνέπεια και λειτουργίες μέσα στο σώμα. Φυσικά, το βιολογικό φαινόμενο το οποίο επηρεάζουν θα πρέπει να είναι μετρήσιμο και η έκβαση της επιρροής να είναι ευεργετική για την υγεία και όχι τοξική, μεταλλαξιογόνος ή αλλεργιογενής. Πρωτεΐνες που δρουν ξεκάθαρα με αυτόν τον τρόπο αποτελούν οι ανοσοσφαιρίνες, η λακτοφερίνη και ορισμένοι αυξητικοί παράγοντες. Οι κύριες πηγές των βιοδραστικών αυτών συστατικών φαίνεται να είναι το αγελαδινό γάλα (με πιο αντιπροσωπευτικά τα πεπτίδια που απελευθερώνονται από την αs1-καζεΐνη και την β-καζεΐνη), το τυρί και τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Αυτό φαίνεται να συμβαίνει ακριβώς επειδή το γάλα έχει έναν ιδιαίτερο ρόλο στη διατροφή των πρώτων μηνών της ζωής πολλών θηλαστικών. Η μητρική γλώσσα, λοιπόν, σε μεταβολικό επίπεδο φαίνεται να εκφράζεται μέσα από βιοενεργά συστατικά στο γάλα και το πρωτόγαλα (πύαρ). Υπάρχουν όμως και άλλες ζωικές ή φυτικές πηγές των συστατικών αυτών. Το κρέας, τα αβγά, διάφορα είδη ψαριών (όπως ο τόνος, οι σαρδέλες, ο σολομός, η ρέγγα) ή το ρύζι, το σιτάρι, το καλαμπόκι, τα μανιτάρια, η ζελατίνη, η γλυκοκολοκύθα και το ζαχαρόχορτο (ή αλλιώς σόργο) βρίθουν από τέτοιες λειτουργικές ουσίες. Ποιές όμως είναι οι ουσίες αυτές και ποιές δρασεις παρουσιάζουν;

Τα επιστημονικά δεδομένα αναφέρουν πεπτίδια προερχόμενα από τις πρωτεΐνες καζεΐνη, β-λακτοσφαιρίνη και α-λακταλβουμίνη του γάλακτος τα οποία φαίνεται να εμφανίζουν αντιυπερτασική δράση. Το πιο δραστικό από αυτά φάνηκε πως ήταν το πεπτίδιο KVLPVP. Από διάφορες άλλες προκαταρκτικές μελέτες σε ζώα φάνηκε επίσης πως ένα ειδικά ζυμωμένο γάλα που περιείχε τα τριπεπτίδια VPP και IPP παρουσιάζει αντιυπερτασική δράση. Παρόμοια δράση εμφάνισαν πεπτίδια προερχόμενα από την πρωτεΐνη οβαλβουμίνη του ασπραδιού του αβγού, τη γ-ζεΐνη του καλαμποκιού, από τη χορδεΐνη και το σπέρμα του κριθαριού (πεπτίδιο ALPMHIR), από τον τόνο, το ηλιοτρόπιο, το σκόρδο και το βοδινό κρέας. Φαίνεται πως τα πεπτίδια αυτά αναστέλλουν τη δράση ενός ενζύμου (ACE) το οποίο παράγει στο σώμα μας την αγγειοτενσίνη 2, μια ουσία που συστέλλει τα αγγεία και αυξάνει την αρτηριακή πίεση. Οι δράσεις των βιοπεπτιδίων δε σταματούν εδώ: ανοσοτροποποιητικές, αντιοξειδωτικές, οπιοειδείς, οστεοπροστατευτικές, αντιλιπιδαιμικές, αντιθρομβωτικές και αντιμικροβιακές ιδιότητες χαρακτηρίζουν μια ευρεία γκάμα διατροφικών πεπτιδίων.

Επιπλέον, διάφορα πεπτίδια των πρωτεϊνών του γάλακτος α-, β- και κ-καζεΐνης (γλυκομακροπεπτίδια, πεπτίδια YG και YGG), της ανοσοσφαιρίνης G (πεπτίδιο TKPR), της πρωτεΐνης του ορού του γάλακτος (πολυπεπτίδιο PRP), της λακτοφερίνης, της λακτοπεροξειδάσης και των αυξητικών παραγόντων που περιέχονται σε αυτό φάνηκε πως επηρεάζουν τον πολλαπλασιασμό κυττάρων του ανοσοποιητικού μας συστήματος όπως είναι τα λεμφοκύτταρα. Έτσι, το γάλα ενισχύει αλλά και ρυθμίζει, προστατεύοντας το ανοσοποιητικό σύστημα των νεογνών από πιθανή υπεραντίδραση.

Μια άλλη μεγάλη κατηγορία πεπτιδίων είναι αυτά που φαίνεται να εμφανίζουν προστατευτική δράση έναντι των οστών. Το γάλα για παράδειγμα, μέσω της καζεΐνης και των πεπτιδίων που προέρχονται από αυτή (φωσφοπεπτίδια CPPs) βοηθάει στην καλύτερη απορρόφηση του ασβεστίου από το έντερο. Όσο μεγαλύτερη ποσότητα ασβεστίου διαθέσιμη από το έντερο, τόσο πιο βελτιωμένη η δόμηση του οστού. Στο ίδιο γεγονός φαίνεται να συμβάλλουν η πρωτεΐνη του ορού του γάλακτος MBP και η λακτοφερίνη.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι πρωτεΐνες και τα πεπτίδια που επιδεικνύουν αντιλιπιδαιμικές ιδιότητες. Μια από αυτές τις πρωτεΐνες είναι η πρωταμίνη, η οποία προέρχεται από διάφορα είδη ψαριών, όπως ο σολομός. Η πρωτεΐνη αυτή αναστέλλει ένα ένζυμο που είναι απαραίτητο για τη διάσπαση και την απορρόφηση των τριγλυκεριδίων της τροφής. Έτσι μειώνει τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων στο αίμα και δυνητικά προστατεύει από το μεταβολικό σύνδρομο, την ινσουλινοαντίσταση, το σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και την αθηρωμάτωση των αρτηριών. Επίσης, ένα τετραπεπτίδιο (το VVYP) που προέρχεται από την αιμοσφαιρίνη του μοσχαρίσιου κρέατος φάνηκε πως έχει παρόμοιες ιδιότητες. Ανάλογα ευρήματα (μείωση τριγλυκεριδίων, ολικής και κακής χοληστερίνης) ανιχνεύθηκαν και για πρωτεΐνες που απομονώθηκαν από το σπόρο και το αλεύρι του κριθαριού, ενός είδους ρυζιού και κάποιου είδους οσπρίων επονομαζόμενων λούπινα (που απαντώνται στην Κρήτη και τη Μάνη).

Στη λακτοφερίνη και σε πεπτίδια από τις πρωτεΐνες αs2-καζεΐνη, α-λακταλβουμίνη και β-λακτοσφαιρίνη του γάλακτος έχουν παρατηρηθεί αντιμικροβιακές ιδιότητες. Πεπτίδια προερχόμενα από την αιμοσφαιρίνη του μοσχαριού, από τη γλουτένη του κριθαριού, από την α- και β-καζεΐνη εμφανίζουν οπιοειδείς δράσεις και προσφέρουν εγκεφαλική ευχαρίστηση παρόμοια με αυτή της σοκολάτας. Διάφορα άλλα πεπτίδια, όπως οι καζοπλατελίνες από την κ-καζεΐνη του αγελαδινού γάλακτος και το πεπτίδιο KRDS της λακτοφερίνης παρουσιάζουν αντιθρομβωτική δράση. Αντικαρκινική δράση φαίνεται να παρουσιάζει η πρωτεΐνη του ορού του γάλακτος, ενώ αντιοξειδωτική δράση ενάντια στις ελεύθερες ρίζες (που θεωρούνται πλέον αιτία γήρανσης και πολλών εκφυλιστικών ασθενειών όπως ο καρκίνος, ο σακχαρώδης διαβήτης και τα καρδιαγγειακά) πιθανότατα να έχουν 2 ένζυμα του γάλακτος, η καταλάση και η δισμουτάση του υπεροξειδίου καθώς και η λακτοφερίνη και ορισμένα πεπτίδια της καζεΐνης του γάλακτος.

Όλα αυτά τα βιοενεργά πεπτίδια θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στο μέλλον ως συστατικά λειτουργικών τροφίμων. Μένει να αποσαφηνιστεί πλήρως η δράση του καθενός και η ποσότητα στην οποία η δράση αυτή έχει εμφανές αποτέλεσμα. Η έρευνα για αυτές τις ουσίες εχει αρκετό δρόμο ακόμη καθώς πολλές μελέτες έχουν γίνει στο εργαστήριο ή σε ζώα και ελάχιστες σε ανθρώπους. Αφού εξαχθούν τα τελικά συμπεράσματα, θα πρέπει τα πεπτίδια αυτά να απομονωθούν από τις πρωτεΐνες στις οποίες περιέχονται και να χρησιμοποιηθούν μέσα σε διάφορα τρόφιμα. Οι εξελίξεις αναμένονται συναρπαστικές και η βιομηχανία τροφίμων μάλλον θα πρέπει να βρίσκεται σε εγρήγορση.


Thursday, April 17, 2008

Κάπνισμα και σωματικό βάρος

Ποια η σχέση μεταξύ καπνίσματος, σωματικού βάρους, κατανομής σωματικού λίπους και αντίστασης στην ινσουλίνη; Πρόσφατη ανασκόπηση της δράσης του καπνίσματος στο μεταβολισμό και το σωματικό βάρος έδειξε πως στο βραχυπρόθεσμο διάστημα η νικοτίνη αυξάνει την ενέργεια που χρησιμοποιεί ο οργανισμός, ενώ ταυτόχρονα μειώνει την όρεξη.

Χαρακτηριστικό είναι πως ένα τσιγάρο επάγει 3% αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας μέσα σε μισή ώρα. Σε συνήθεις καπνιστές που κάπνισαν 24 τσιγάρα μέσα σε μία ημέρα, ο μεταβολισμός τους αυξήθηκε από 2230 θερμίδες σε 2445. Η εξήγηση για την προσωρινή αυτή δράση συνδέεται με το γεγονός πως η νικοτίνη διεγείρει το συμπαθητικό νευρικό σύστημα του οργανισμού το οποίο εκτός των άλλων επηρεάζει τον μεταβολικό μας ρυθμό. Η δράση όμως αυτή του καπνίσματος φαίνεται πως εξασθενεί σε παχύσαρκα άτομα και επηρεάζεται από το βαθμό φυσικής δραστηριότητας και τη γενικότερη φυσική κατάσταση του οργανισμού. Τα προαναφερθέντα γεγονότα πιθανότατα εξηγούν το γιατί οι καπνιστές τείνουν να έχουν χαμηλότερο σωματικό βάρος από τους μη καπνιστές αλλά και τον λόγο για τον οποίο αυτοί που διακόπτουν το κάπνισμα τείνουν να προσλαμβάνουν βάρος.

Παρ’ όλ’ αυτά, πρέπει να αναφερθεί πως είναι λίγες οι μελέτες που έχουν εξετάσει τα χρόνια αποτελέσματα του καπνίσματος στο μεταβολισμό και πως υπάρχουν μελέτες που δεν έχουν ανιχνεύσει καμία επίδραση. Τα αποτελέσματα των μελετών είναι πολλές φορές αντικρουόμενα, αλλά έχει ενδιαφέρον η παρατήρηση μιας μελέτης πως μετά από 30 ημέρες διακοπής του καπνίσματος ο μεταβολικός ρυθμός των γυναικών ήταν 16% χαμηλότερος σε σχέση με αυτόν πριν τη διακοπή του. Το γεγονός αυτό αποδόθηκε όχι μόνο στη μεταβολική δράση του καπνίσματος αλλά και στην αυξημένη πρόσληψη θερμίδων. Και φαίνεται λογική η αντικατάσταση μιας δραστηριότητας που μέχρι πρόσφατα πρόσφερε ευχαρίστηση (κάπνισμα) με μία άλλη που επίσης προσφέρει ευχαρίστηση (αυξημένη κατανάλωση τροφής).

Στην αντίπερα όχθη, οι ‘θεριακλήδες’ (άτομα δηλαδή που καπνίζουν πολύ) τείνουν να έχουν μεγαλύτερο σωματικό βάρος από τους ηπιότερους καπνιστές ή τους μη καπνιστές. Το γεγονός αυτό συνήθως αντανακλά, ιδιαίτερα στα χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα, τη σωρευτική δράση και άλλων κακών συνηθειών που συνοδεύουν το βαρύ κάπνισμα, όπως η έλλειψη φυσικής δραστηριότητας, η κακή διατροφή και η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ.

Μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση σε αυτό το σημείο αποτελεί το γεγονός πως όταν αυτά τα άτομα προσπάθησαν να κόψουν το κάπνισμα, αύξησαν το σωματικό τους βάρος. Αυτό τους απογοήτευσε και υποτροπίασαν ενδίδοντας ξανά στις παλιές καπνιστικές τους συνήθειες. Έτσι τα άτομα αυτά βίωναν κύκλους απώλειας και επαναπρόσληψης βάρους με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν περισσότερο για εμφάνιση παχυσαρκίας, αφού το φαινόμενο της κυκλικής διακύμανσης του σωματικού βάρους έχει συσχετιστεί με αυξημένη πιθανότητα παχυσαρκίας.

Ενδιαφέρουσα φαίνεται η θεωρία που έχει αναπτυχθεί για να εξηγήσει την πρόσληψη βάρους σε αυτούς που διακόπτουν το κάπνισμα. Η λεγόμενη ‘θεωρία του σημείου εκκίνησης’ υποστηρίζει πως κάθε άνθρωπος έχει ένα σωματικό βάρος αναφοράς γύρω από το οποίο το βάρος του παρουσιάζει διακυμάνσεις είτε ανοδικές είτε καθοδικές. Φαίνεται λοιπόν πως το κάπνισμα ωθεί προς τα κάτω αυτό το αρχικό βάρος αναφοράς με αποτέλεσμα δύο γεγονότα:αυτοί που καπνίζουν να έχουν μετατοπισμένο το σημείο εκκίνησης χαμηλότερα, άρα χαμηλότερο σωματικό βάρος και όταν παραιτούνται από το κάπνισμα το σημείο αναφοράς επιστρέφει στην αρχική του θέση ψηλότερα από πριν, άρα το σωματικό τους βάρος αυξάνεται.

Όμως το κάπνισμα δημιουργεί επιπρόσθετα ινσουλινοαντίσταση και έχει συσχετιστεί με συσσώρευση λίπους στην περιοχή της κοιλιάς. Αυτές του οι δράσεις αυξάνουν τον κίνδυνο για μεταβολικό σύνδρομο (κατάσταση στην οποία συνυπάρχει αυξημένη περιφέρεια μέσης, πιθανώς άσχημο λιπιδαιμικό προφίλ και αυξημένη αρτηριακή πίεση ή επίπεδα σακχάρου) και σακχαρώδη διαβήτη. Το μεταβολικό σύνδρομο και ο σακχαρώδης διαβήτης με τη σειρά τους αποτελούν παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο.

Αν στις ανεπιθύμητες δράσεις του καπνίσματος συνυπάρχει και το υπέρβαρο ή παχυσαρκία τότε ο συνδυασμός είναι θανατηφόρος. Τα νούμερα των στατιστικών είναι αποκαλυπτικά: Το προσδόκιμο ζωής των παχύσαρκων καπνιστών ήταν 13 χρόνια λιγότερα σε σχέση με αυτό των μη-καπνιστών φυσιολογικού βάρους, όπως φάνηκε στη μελέτη Framingham. Στην ίδια μελέτη φάνηκε πως το 30% – 50% των παχύσαρκων καπνιστών κατέληξε μεταξύ του ηλικιακού εύρους των 40 – 70 ετών. Το αντίστοιχο ποσοστό για τους μη-καπνιστές φυσιολογικού βάρους ήταν μόνο 10%.

Ανακεφαλαιώνοντας, θα πρέπει να τονιστεί πως υπάρχει σχέση μεταξύ καπνίσματος και σωματικού βάρους και πως τα άτομα που καπνίζουν πολύ έχουν μεγάλο κίνδυνο να γίνουν παχύσαρκα σε σχέση με αυτούς που καπνίζουν ελαφρά ή καθόλου. Αυτό συμβαίνει γιατί οι επιβαρυντικές συνήθειες (έλλειψη σωματικής άσκησης, κακή διατροφή, αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ) που σχετίζονται με το βαρύ κάπνισμα φαίνεται πως τελικά υπερνικούν τις μεταβολικές του επιδράσεις που δημιουργούν μια μικρή απώλεια βάρους.

Η ανησυχία που οι περισσότεροι έχουν πως θα πάρουν βάρος αν σταματήσουν να καπνίζουν δεν ευσταθεί, γιατί το φαινόμενο της πρόσληψης 200 – 300 θερμίδων παραπάνω ημερησίως φαίνεται πως εξασθενεί μετά από 6 μήνες. Αν σε όλα αυτά συνυπολογιστεί η επιβάρυνση που δημιουργεί στο αναπνευστικό σύστημα και σε όλα τα αγγεία του σώματος, η ινσουλινοαντίσταση και η συσσώρευση λίπους στην κοιλιακή χώρα τότε υπάρχει σοβαρός λόγος όλοι να εναρμονιστούμε με την εθνική πολιτική ενάντια στο κάπνισμα που πρόσφατα χάραξε η κυβέρνηση και να δηλώσουμε ευθαρσώς: ‘Βέτο στο κάπνισμα!’.

Saturday, March 29, 2008

Ποια φάρμακα μας παχαίνουν

Όλοι μας κάποια στιγμή για τον ένα ή τον άλλο λόγο έχουμε αναγκαστεί να λάβουμε κάποια μορφή φαρμακευτικής θεραπείας. Όλοι μας επίσης έχει τύχει να παρατηρήσουμε πως κατά τη διάρκεια ή μετά τη λήξη της η ζυγαριά μας δείχνει μερικά κιλά βαρύτερους. Κατά πόσο όμως μπορεί η αύξηση βάρους να αποδοθεί στη φαρμακευτική θεραπεία; Και αν όντως ισχύει κάτι τέτοιο τί γίνεται στην περίπτωση φαρμάκων που λαμβάνονται για χρόνιες ασθένειες και κατά συνέπεια για μακρύ χρονικό διάστημα;

Για να απαντηθούν αυτά τα καίρια ερωτήματα έχουν διεξαχθεί διάφορες τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες στις οποίες υπήρχαν δύο ομάδες ασθενών. Αυτοί οι οποίοι λάμβαναν το ‘παχυσαρκογόνο’ φάρμακο και αυτοί οι οποίοι λάμβαναν ένα εικονικό φάρμακο το οποίο δεν είχε καμία επίδραση (placebo). Η διάρκεια αυτών των μελετών ήταν τουλάχιστον τρεις μήνες και σε μερικές έφτανε μέχρι και τον ένα χρόνο παρακολούθησης. Αξίζει επιπρόσθετα να αναφερθεί πως σε πολύ λίγες μελέτες το κύριο στοιχείο έρευνας ήταν η αλλαγή του σωματικού βάρους. Θα ήταν πιο εύστοχο να ειπωθεί πως μελετώντας την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των φαρμάκων οι ερευνητές κατέγραφαν επιπρόσθετα το βάρος των ασθενών και παρατηρούσαν τις διακυμάνσεις του.
Για άλλα φάρμακα τα στοιχεία επιβεβαιώνονται συνεχώς από τις διάφορες μελέτες, ενώ για άλλα τα στοιχεία από ποικιλες μελέτες είναι αντικρουόμενα και άρα όχι τόσο επιβεβαιωμένα. Τα φάρμακα που σίγουρα προκαλούν αύξηση βάρους ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες και αφορούν διαφορετικές παθήσεις. Είναι όλα όμως φάρμακα πρώτης γραμμής για την αντιμετώπιση των ασθενειών αυτών. Έτσι, στην κατηγορία των φαρμάκων για τον σακχαρώδη διαβήτη αύξηση βάρους προκαλούν η ινσουλίνη, οι σουλφονυλουρίες και οι θειαζολιδινεδιόνες.

Ειδικά για την περίπτωση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου Ι (νεανικός διαβήτης) ενδιαφέρον αποτελεί η παρατήρηση πως η ασθένεια προκαλεί απώλεια βάρους και η ανταπόκριση στη φαρμακευτική θεραπεία προκαλεί αύξηση βάρους τέτοια που συχνά ξεπερνά τα επίπεδα του φυσιολογικού. Στην περίπτωση της αρτηριακής υπέρτασης οι αποκλειστές των β-αδρενεργικών υποδοχέων έχουν εκτός των άλλων ανάλογα αποτελέσματα. Αυτό γίνεται στην περίπτωση αυτή μέσω ταυτόχρονης μείωσης του μεταβολικού ρυθμού του οργανισμού. Σε αυτή την κατηγορία φαρμάκων η αύξηση δεν είναι μεγάλη και η προπανολόλη φαίνεται πως έχει την πιο έντονη επίδαση σε σχέση με τα υπόλοιπα. Τα κορτικοστεροειδή, όπως η κορτιζόνη που δίνονται στις περιπτώσεις φλεγμονωδών παθήσεων αυξάνουν το σωματικό βάρος με το να αυξάνουν την όρεξή μας. Στην περίπτωση των αλλεργιών και του αλλεργικού συναχιού φάρμακα όπως η κυπροεπταδίνη μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση του σωματικού βάρους.

Συνεχίζοντας, φάρμακα που δίνονται για την αντιμετώπιση των ψυχικών διαταραχών όπως η ψύχωση (αντιψυχωτικά φάρμακα), η διπολική διαταραχή (λίθιο) και η κατάθλιψη (τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά) έχουν συνήθως αυτή την ανεπιθύμητη παρενέργεια. Πρέπει να τονιστεί πως από τα αντιψυχωτικά φάρμακα η ολανζαπίνη και κλοζαπίνη έχουν συσχετιστεί με μεγαλύτερες αυξήσεις σωματικού βάρους. Τέλος, στην περίπτωση της επιληψίας, σε ανάλογο αποτέλεσμα μπορεί να οδηγήσει το βαλπροϊκό νάτριο. Χαρακτηριστικό είναι πως στην περίπτωση των αντιψυχωτικών φαρμάκων έχουν παρατηρηθεί οι μεγαλύτερες μεταβολές του σωματικού βάρους.

Ένα άλλο ερώτημα που έχει προβληματίσει την επιστημονική κοινότητα είναι το κατά πόσο η αύξηση αυτή είναι φαρμακολογικά δοσοεξαρτώμενη. Οι διάφορες μελέτες που εξέτασαν την περίπτωση αυτή δεν ανίχνευσαν τέτοια σχέση, ενώ ελάχιστες μελέτες υπέδειξαν μια τέτοια σχέση στην περίπτωση της ινσουλίνης και του σακχαρώδη διαβήτη. Μια ανάλογη συσχέτιση έχει γίνει για την ίδια πάθηση και για τη θειαζολιδινεδιόνη ροζιγλιταζόνη. Μια άλλη διαπίστωση αφορά τη χρονική στιγμή της φαρμακευτικής θεραπείας που παρατηρείται έντονα το φαινόμενο της αύξησης βάρους και τη χρονική στιγμή από την οποία και έπειτα ο οργανισμός αρχίζει και προσαρμόζεται και η αύξηση δεν είναι τόσο εμφανής. Οι διάφορες μελέτες καταδεικνύουν πως το φαινόμενο είναι έντονο στην αρχή της φαρμακευτικής θεραπείας για να αρχίσει να εξασθενεί μέσα στους έξι με δώδεκα μήνες της αγωγής. Αν σε όλα αυτά συνυπολογιστεί το γεγονός πως οι περισσότεροι ενήλικες προσλαμβάνουν κατά μέσο όρο μισό με ένα κιλό κάθε χρόνο, τότε μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτή η συμβολή των φαρμάκων αυτών στην αύξηση του επιπολασμού της παχυσαρκίας και στην επιβάρυνση της δημόσιας υγείας.

Τέλος, η αύξηση του σωματικού βάρους ως αποτέλεσμα της φαρμακευτικής αγωγής είναι μία από τις αιτίες μη τήρησής της. Έτσι, η νόσος επιδεινώνεται και η δημόσια υγεία επιβαρύνεται ακόμα περισσότερο. Ιδιαίτερα στην αντιψυχωτική θεραπεία η αύξηση του βάρους αποτελεί τη σημαντικότερη αιτία μη συμμόρφωσης με τη φαρμακευτική θεραπεία. Έτσι πλέον το θέμα αυτό στις συγκεκριμένη κατηγορία παθήσεων αποτελεί αντικείμενο έρευνας και η αντιμετώπισή του θεωρείται μείζονος σημασίας. Γι’ αυτό ακριβώς ο θεράπων ιατρός θα ήταν καλό να συζητά με τον ασθενή του το ενδεχόμενο της ανεπιθύμητης αυτής παρενέργειας και αν χρειαστεί να τον παραπέμπει σε διαιτολόγο για την άμεση αντιμετώπισή της.

Ανακεφαλαιώνοντας, μπορεί να ειπωθεί πως μια ευρεία γκάμα φαρμάκων που συνταγογραφούνται καθημερινά έχουν ως παρενέργεια την αύξηση του σωματικού βάρους. Οι διαφορές στη δοσολογία, στους πληθυσμούς που παρακολουθήθηκαν κάθε φορά, στη διάρκεια της φαρμακευτικής θεραπείας και της διαιτητικής συμβουλευτικής κάνουν δύσκολη τη γενίκευση των αποτελεσμάτων των μελετών που εξέτασαν το φαινόμενο αυτό. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν ακυρώνουν τις ενδείξεις και τις τάσεις που αποκαλύπτει κάθε μελέτη ξεχωριστά. Επίσης, δεν είναι λίγες οι φορές που δε δημοσιεύονται δεδομένα για τον τρόπο επίδρασης ενός φαρμάκου στο σωματικό βάρος. Επειδή η αύξηση του σωματικού βάρους μπορεί να έχει συνέπειες τόσο στην υγεία όσο και στον ψυχισμό του ασθενή οι διάφορες κλινικές δοκιμές για τα φάρμακα οφείλουν να δημοσιοποιούν λεπτομερή δεδομένα για την εν λόγω παρενέργεια. Ο ασθενής έχει αναφαίρετο δικαίωμα να γνωρίζει.

Tuesday, March 11, 2008

Πώς μεταβολίζει το σώμα μας τα αναψυκτικά;

Ένα σύνολο μελετών δείχνει πως η κατανάλωση αναψυκτικών που είναι πλούσια σε θερμίδες δεν μειώνει την πρόσληψη στερεών τροφίμων προκειμένου να διατηρηθεί το ενεργειακό ισοζύγιο. Έτσι, συνολικά καταναλώνουμε περισσότερες θερμίδες όταν η σίτισή μας περιέχει τέτοιου είδους ροφήματα.

Φαίνεται λοιπόν πως το σώμα μας χειρίζεται με διαφορετικό τρόπο τη ζάχαρη ή το σιρόπι καλαμποκιού υψηλής περιεκτικότητας σε φρουκτόζη όταν αυτό βρίσκεται σε αναψυκτικά (υγρή μορφή) συγκριτικά με όταν αυτό βρίσκεται σε στερεές τροφές.

Αυτό φαίνεται να δικαιολογείται από την εξελικτική μας πορεία, αν σκεφτούμε ότι μόνο το νερό και το μητρικό γάλα ήταν πάντα διαθέσιμα από την αρχή της εμφάνισής μας. Οι εναλλακτικές σε αυτά τα δύο υγρά εμφανίστηκαν πριν από περίπου 11.000 χρόνια τη στιγμή που το ανθρώπινο είδος εξελίσσεται εδώ και 100.000 – 200.000 χρόνια.

Έτσι μάλλον δεν διαθέτουμε το γενετικό αντανακλαστικό για να αντιδρούμε στις υγρές θερμίδες με αίσθημα κορεσμού. Μια πιθανή εξήγηση θα μπορούσε να είναι το διαφορετικό είδος των πεπτιδίων που εκκρίνουμε όταν καταναλώνουμε αυτά τα ροφήματα.

Για την ακρίβεια, όταν καταναλώνουμε στέρεες τροφές ή γάλα τότε στον γαστρεντερικό μας σωλήνα εκκρίνονται τέτοια πεπτίδια που αναστέλλουν την όρεξή μας και μας δίνουν το αίσθημα του κορεσμού. Από την άλλη πλευρά, τα ροφήματα που περιέχουν ζάχαρη ή αλκοόλ παράγουν μερικώς τέτοια ερεθίσματα, με αποτέλεσμα να μην μας καλύπτουν πλήρως και να πεινάμε σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτόν τον καιρό έχει δημιουργηθεί ένα συμβουλευτικό πάνελ κατανάλωσης ροφημάτων το οποίο έχει τοποθετήσει τα διάφορα ήδη ροφημάτων σε ιεραρχία. Πρώτη επιλογή αποτελεί το νερό και οι μη θερμιδικές εναλλακτικές που ακολουθούν είναι το τσάι ή ο καφές. Συνεχίζει το γάλα χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά και ακολουθούν τα μη θερμιδογόνα ροφήματα με υποκατάστατα ζάχαρης.

Προτελευταία στη λίστα έρχονται τα θερμιδογόνα ροφήματα που περιέχουν μερικά θρεπτικά συστατικά και, τέλος εμφανίζονται τα ροφήματα στα οποία έχει γίνει προσθήκη ζάχαρης ή σιροπιού καλαμποκιού υψηλής περιεκτικότητας σε φρουκτόζη. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός πως η κατανάλωση υγιεινών ροφημάτων, όπως το γάλα και ο καφές πέφτει, ενώ η κατανάλωση τσαγιού είναι χαμηλή.

Την ίδια στιγμή, η κατανάλωση των πλέον ανθυγιεινών αναψυκτικών διατηρείται σε υψηλά επίπεδα. Τα πιο δημοφιλή καταναλισκούμενα ροφήματα στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι τα αναψυκτικά και ιδιαίτερα αυτά στα οποία έχει γίνει προσθήκη σιροπιού καλαμποκιού υψηλής περιεκτικότητας σε φρουκτόζη που αποτελούν το 80% των προστιθέμενων σακχάρων της αμερικανικής δίαιτας.

Το δεύτερο πιο δημοφιλές ρόφημα είναι η μπύρα, η οποία πέφτει στην κατηγορία του λιγότερου υγιεινού ‘θερμιδογόνου ροφήματος με περιεκτικότητα μερικών θρεπτικών συστατικών’. Φαίνεται επίσης πως τα ανθρακούχα και αλκοολούχα ποτά δημιουργούν μια ατελή αίσθηση κορεσμού, που μας εμποδίζει να νιώσουμε πλήρεις.

Καλό θα ήταν λοιπόν να έχουνε υπόψη πως στα πλαίσια μιας υγιεινής διατροφής ή κατά την προσπάθεια απώλειας βάρους η συγκεκριμένη κατηγορία ροφημάτων θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με ορθολογισμό και επιφυλακτικότητα.

Thursday, February 28, 2008

ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ 2008: ΟΙ ΝΕΕΣ ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ

Πολύ πρόσφατα, το Αμερικανικό Ίδρυμα Οστεοπόρωσης εξέδωσε τις ανανεωμένες οδηγίες για τη διάγνωση και την αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης στους άντρες 50 ετών και άνω αλλά και στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Οι προηγούμενες οδηγίες είχαν εκδοθεί το 1997 από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Οστεοπόρωσης και Νόσων των Οστών που στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Διεθνής Οργανισμός Οστεοπόρωσης.

Η οστεοπόρωση χαρακτηρίζεται και ως ‘σιωπηλή νόσος’ επειδή η εξέλιξή της είναι πολύ αργή και ασυμπτωματική, ενώ γίνεται πλέον έκδηλη με το πρώτο οστεοπορωτικό κάταγμα. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του αμερικανικού ιδρύματος για την οστεοπόρωση Bess Dawson–Hughes, από το πανεπιστήμιο Tufts της Βοστώνης: ‘η πρόληψη, η ανίχνευση και η αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης θα πρέπει να αποτελεί κυρίαρχο στόχο της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας’.

Πρόληψη

Η οστεοπόρωση μπορεί να προληφθεί με την υιοθέτηση κατάλληλων υγιεινών διαιτητικών συνηθειών αλλά και με συστηματική σωματική δραστηρότητα. Χαρακτηριστική σε αυτό το σημείο είναι η παρατήρηση πως στους ασθενείς δεν δίνεται απαραίτητη πληροφόρηση σε σχέση με το πώς μπορεί να προληφθεί η ασθένεια. Επίσης, σύμφωνα με το πόρισμα των κατευθυντήριων οδηγιών, πολλοί ασθενείς δεν έχουν καν την τύχη να τους γίνει εκτίμηση του οστεοπορωτικού κινδύνου που διατρέχουν πριν ακόμα εκδηλωθεί το οστεοπορωτικό κάταγμα.
Η πρόληψη της οστεοπόρωσης ξεκινά από την παιδική ηλικία.

Τουλάχιστον το μισό από το ασβέστιο του ενήλικου ατόμου καθορίζεται κατά τη διάρκεια της εφηβείας με μεγαλύτερους ρυθμούς προσαύξησης κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων της παιδικής ηλικίας και των πρώτων χρόνων της εφηβικής. Οι κρίσιμες ηλικίες στις οποίες η οστική μάζα προσεγγίζει τις μέγιστες τιμές είναι αυτές των 11 έως 14 ετών στα κορίτσια και 13 έως 17 ετών στα αγόρια.

Πλούσια διατροφή λοιπόν σε ασβέστιο, φρούτα και λαχανικά και όχι αντικατάσταση του γάλακτος από αναψυκτικά και αλκοολούχα ποτά πρέπει να αποτελεί τον οδηγό των γονέων και των παιδιών. Πόσο όμως ασβέστιο είναι αρκετό; Οι συστάσεις ανά χώρα και ηλικιακή ομάδα ποικίλουν και κυμαίνονται από τα 500 mgr ημερησίως στο Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι και τα 1300 mgr ημερησίως στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Για επαρκείς ποσότητες βιταμίνης D επιβάλλεται η έκθεση στον ήλιο, ιδιαίτερα σε μια μεσογειακή χώρα σαν τη δική μας. Τα παιδιά πρέπει να βγαίνουν στις γειτονιές να παίζουν και όχι να εγκλωβίζονται συνέχεια σε επιτραπέζιους και ηλεκτρονικούς τρόπους ψυχαγωγίας. Το σχολείο και η πολιτεία επίσης μπορούν να αναλάβουν πρωτοβουλία για να ωθήσουν τους νέους σε ψυχαγωγικές εκδηλώσεις που εμπεριέχουν έντονη σωματική δραστηριότητα. Με το παιχνίδι στη γειτονιά ή σε άλλους εξωτερικούς χώρους τα παιδιά θα εξασφαλίσουν έκθεση στο ηλιακό φως, σωματική δραστηριότητα (απαραίτητος παράγοντας για αύξηση της οστικής μάζας) και καλύτερη ψυχολογία.

Τρίτη ηλικία

Από την άλλη πλευρά, οι ηλικιωμένοι είναι αυτοί που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για ένα οστεοπορωτικό κάταγμα. Χαρακτηριστικό επίσης είναι πως τα άτομα με χαμηλό βάρος και δείκτη μάζας σώματος (BMI) διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για οστεοπορωτικό κάταγμα. Για παράδειγμα, ένα άτομο με BMI 20 έχει διπλάσιο κίνδυνο οστεοπορωτικού κατάγματος από ένα άλλο με BMI 25. Η παρατήρηση αυτή δε θα πρέπει να παρερμηνευθεί και να θεωρήσει κάποιος πως με το να είναι παχύσαρκος είναι προστατευμένος έναντι των οστεοπορωτικών καταγμάτων σε σχέση με κάποιον που έχει φυσιολογικό βάρος.

Μετά την ηλικία των 65 ετών λοιπόν, παρατηρείται έλλειψη ασβεστίου, πρωτεΐνης και βιταμίνης D στους ανθρώπους των ηλικιών αυτών. Μια διατροφή πλούσια σε ασβέστιο και βιταμίνη D με την κατάλληλη συμπληρωματική χορήγηση ασβεστίου και βιταμίνης D μπορούν να μειώσει τον κίνδυνο πτώσης, εφόσον η ημερήσια δόση βιταμίνης D ξεπερνά τις 700 διεθνείς μονάδες (IU) και του ασβεστίου τα 1000 μιλιγραμμάρια (mgr) την ημέρα. Παρόλα αυτά η χορήγηση συμπληρωμάτων ασβεστίου θα πρέπει να σχεδιάζεται προσεκτικά και αν οι ανάγκες καλύπτονται μόνο από τη διατροφή θα πρέπει να αποφεύγεται.

Οι ασθενείς με οστεοπόρωση θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν από τη διατροφή τους 1 γραμμάριο πρωτεΐνης ανά κιλό σωματικού βάρους ημερησίως. Η επαρκής πρόσληψη πρωτεΐνης μπορεί να μειώσει τις συνέπειες ενός οστεοπορωτικού κατάγματος, όπως για παράδειγμα την αναιμία που πολλές φορές παρατηρείται. Με αυτόν τον τρόπο μειώνεται επιπρόσθετα ο χρόνος νοσηλείας των ασθενών αυτών.

Η κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων αλκοόλ επίσης έχει συνδεθεί με κίνδυνο για οστεοπορωτικό κάταγμα και η σχέση μάλιστα φαίνεται να είναι δοσοεξαρτώμενη. Όταν η κατανάλωση είναι περίπου 2 μονάδες αλκοόλ ημερησίως, ο κίνδυνος δεν είναι αυξημένος. Αντίθετα, πολλές μελέτες δείχνουν πως ο κίνδυνος μειώνεται σε αυτά τα επίπεδα κατανάλωσης. Ποσότητες όμως μεγαλύτερες των 3 μονάδων αυξάνουν τον κίνδυνο κατάγματος με δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Οι ασθενείς μπορούν να συμβουλεύονται τον διαιτολόγο τους ή τον γιατρό τους για το πώς μπορούν να πετύχουν τους προαναφερθέντες διατροφικούς στόχους.

Ανακεφαλαιώνοντας, θα πρέπει να επισημανθεί πως κοιτώντας μέσα από το διατροφική θεώρηση της νόσου, θα πρέπει να καλλιεργηθεία αρχικά στα παιδιά η έννοια της σωστής διατροφής. Αυτό μπορεί να γίνει τόσο από το οικογενειακό όσο και από το σχολικό περιβάλλον. Τόσο στα παιδιά όσο και σε αυτούς που διατρέχουν κίνδυνο ή στους ήδη ασθενείς να δίνεται η συμβουλή για επαρκή πρόσληψη διαιτητικής ποσότητας ασβεστίου, βιταμίνης D, πρωτεΐνης, φρούτων και λαχανικών τα οποία είναι πλούσια σε βιταμίνη Κ. Αν όλα αυτά συνδυαστούν και με επαρκή επίπεδα σωματικής δραστηριότητας, τότε μπορούμε να αναμένουμε μειωμένους ρυθμούς εμφάνισης οστεοπορωτικών καταγμάτων.

Sunday, February 24, 2008

ΕΛΕΓΧΟΣ ΒΑΡΟΥΣ ΣΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ

http://www.anew.gr/diet/article.php?aid=64

υπάρχουν διαιτολόγοι και στα ελληνικά νοσοκομεία και με μόνο 3 ευρώ μπορούν να αναλάβουν την παρακολούθηση του σωματικού σας βάρους όπως και τη διαιτολογική αντιμετώπιση πληθώρας ασθενειών.

ΑΒΓΑ ΚΑΙ ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ

Η καρδιακή ανεπάρκεια αποτελεί μείζον πρόβλημα δημόσιας υγείας και έχει διάφορους παράγοντες κινδύνου όπως η αρτηριακή υπέρταση και η εκδήλωση εμφράγματος μυοκαρδίου.

Τα αβγά εκτός από τα 200 mgr χοληστερόλης ανά τεμάχιο που περιέχουν, διαθέτουν και μια πληθώρα άλλων θρεπτικών συστατικών, όπως βιταμίνες του συμπλέγματος Β, βιοτίνη, μέταλλα, φυλικό οξύ, πρωτεΐνες, μονοακόρεστα λιπαρά οξέα και χολίνη που έχει ευεργετικές ιδιότητες στη μνήμη και τη λειτουργία του εγκεφάλου.

Πολύ πρόσφατα διερευνήθηκε η σχέση της κατανάλωσης αβγών με τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας. Όταν δε η μελέτη περιλαμβάνει 21.752 άτομα και δημοσιεύεται στην έγκριτη επιστημονική επιθεώρηση 'Circulation', τότε τα αποτελέσματά της παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Οι ερευνητές Djousse της Ιατρικής σχολής του Χάρβαρντ και Gaziano πραγματοποίησαν μια προοπτική μελέτη εξετάζοντας με ερωτηματολόγια τροφίμων τη συχνότητα κατανάλωσης αβγών. Τα δεδομένα προήλθαν από τη 'μελέτη των ιατρών' και διερευνήθηκε η σχέση μεταξύ διατροφικής χοληστερόλης και καρδιακής ανεπάρκειας σε άντρες. Η μελέτη διήρκεσε 20 χρόνια και οι ερευνητές ενημέρωναν τα δεδομένα τους για τη συχνότητα κατανάλωσης των αβγών, ξανακάνοντας τα ερωτηματολόγια, 2, 4, 6, 8 και 10 χρόνια μετά την πρώτη φορά. Αυτό έγινε γιατί υπήρχε η πιθανότητα να αλλάξουν οι συνήθειες των υπο μελέτη ατόμων κατά τη διάρκεια της μελέτης.
Λαμβάνοντας λοιπόν όλα αυτά υπόψη, τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν πως καταναλώνοντας λιγότερα από 6 αβγά την εβδομάδα δεν υπάρχει κίνδυνος εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας στο μέλλον, ενώ καταναλώνοντας περισσότερα από 7 αβγά την εβδομάδα οι άντρες έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας μελλοντικά.

Το αξιοσημείωτο εύρημα της συγκεκριμένης μελέτης είναι πως η διαπίστωση που αφορούσε τις προαναφερόμενες καταναλώσεις αβγών εξακολουθούσε να ισχύει ακόμα και γι αυτούς στους οποίους δεν είχε προηγηθεί έμφραγμα μυοκαρδίου, το οποίο όπως προείπαμε αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση καρδιακής ανεπάρκειας. Αυτό έχει σημασία επειδή σε πρηγούμενη μεγάλη μελέτη που εξέτασε 37.851 άτομα δείχθηκε πως τα άτομα που κατανάλωναν περισσότερα του 1 αβγού την ημέρα (δηλαδή περισσότερα από 7 την εβδομάδα) είχαν αυξημένο κίνδυνο για στεφανιαία νόσο. Παρ’ όλ’ αυτά πρέπει να αναφερθεί πως υπάρχουν και μελέτες που δεν έχουν συσχετίσει την κατανάλωση αβγών με κίνδυνο εμφάνισης σταφανιαίας νόσου.

Μία άλλη πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση ήταν πως υπάρχουν 2 κατηγορίες ατόμων: αυτοί των οποίων ο οργανισμός υπεραντιδρά στην κατανάλωση διαιτητικής χοληστερόλης και αυτοί των οποίων ο οργανισμός υποαντιδρά. Στη συγκεκριμένη μελέτη φάνηκε πως η κατανάλωση αβγών δεν συσχετίζεται με τα επίπεδα της χοληστερόλης στο αίμα. Έτσι, ο αυξημένος κίνδυνος για καρδιακή ανεπάρκεια από την αυξημένη κατανάλωση αβγών δε μπορεί να αποδοθεί στην αύξηση των επιπέδων της χοληστερόλης του αίματος.

Ανακεφαλαιώνοντας τα ευρήματα της μεγάλης αυτής μελέτης πρέπει να τονίσουμε πως το αβγό εξακολουθεί να αποτελεί ένα πολύ θρεπτικό τρόφιμο που συνδυάζει πληθώρα διατροφικών πλεονεκτημάτων. Συνδυάζει με τρόπο θαυμαστό λίγες θερμίδες με πλούτο θρεπτικών συστατικών: πρωτεΐνες υψηλής βολογικής αξίας, μέταλλα, ιχνοστοιχεία, βιταμίνες συμπλέγματος Β, φυλλικό οξύ, χολίνη και ευεργετικά για την υγεία μονοακόρεστα λιπαρά οξέα. Η κατανάλωσή του παρ’ όλ’ αυτά θα πρέπει να γίνεται με μέτρο, δεδομένης της υψηλής περιεκτικότητάς του σε χοληστερόλη. Αν συνυπάρχουν και παθήσεις όπως σακχαρώδης διαβήτης, υπέρταση και στεφανιαία νόσος τότε η κατανάλωσή του θα πρέπει να είναι περισσότερο ορθολογιστική.

Περισσότερα από 7 αβγά την εβδομάδα φαίνεται ότι σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας στους άντρες. Επειδή όμως το θέμα αυτό τίθεται υπό διερεύνηση για πρώτη φορά, ας μην είμαστε απόλυτοι και ας περιμένουμε και τα αποτελέσματα παρόμοιων ερευνών που θα γίνουν σε διαφορετικούς πληθυσμούς εκτός των αμερικανών.



Βασίλειος Α. Παπαμίκος (κινητό: 6977867138)

Ειδικός Γραμματέας Δημοσίων Σχέσεων και Τύπου Πανελληνίου Συλλόγου Διαιτολόγων - Διατροφολόγων

Υποψήφιος διδάκτωρ διατροφογενομικής Χαροκοπείου Πανεπιστημίου
M.Med.Sci Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Πανεπιστημίου Γλασκώβης
MSc Healthcare Manager, Πανεπιστημίου Αθηνών
Πτυχιούχος Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Χαροκοπείου Πανεπιστημίου

Thursday, January 17, 2008

ΔΙΑΒΗΤΗΣ 2008: ΟΙ ΝΕΕΣ ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΔΙΑΒΗΤΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

Με την επιμέλεια του Πανελλήνιου Συλλόγου Διαιτολόγων-Διατροφολόγων

Πολύ πρόσφατα η αμερικανική διαβητολογική εταιρεία ανακοίνωσε την ανανεωμένη επίσημη θέση της για το ρόλο της διατροφής στην πρόληψη και ρύθμιση του σακχαρώδη διαβήτη. Πολύ συνοπτικά, οι οδηγίες προσπαθούν να καλύψουν όλες τις διαστάσεις της σύνθετης αυτής νόσου. Οι καινούριες οδηγίες αρχικά δίνουν έμφαση στην πρωτογενή πρόληψη του σακχαρώδη διαβήτη, στη συνέχεια επικεντρώνουν στην αντιμετώπιση της ασθένειας αφού αυτή εμφανιστεί (δευτερογενής πρόληψη) και στην εμφάνιση υπογλυκαιμικών κρίσεων, ενώ τέλος εστιάζουν στις επιπρόσθετες επιπλοκές και κινδύνους που δημιουργεί η ασθένεια όπως η δυσλιπιδαιία, ο αυξημένος κίνδυνος για καρδιαγγειακά νοσήματα, οι μικροαγγειοπάθειες, η νεφρική νόσος κ.α. Περιληπτικά, οι νέες διατροφικές οδηγίες της αμερικανικής διαβητολογικής εταιρείας συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα:

1. Κατάσταση προ-διαβήτη (επίπεδα γλυκόζης ανώτερα του φυσιολογικού αλλά όχι σε επίπεδα όπως του σακχαρώδη διαβήτη)

  • Εξατομικευμένη διατροφική θεραπεία από εξειδικευμένο διαιτολόγο
  • Διατροφική εκπαίδευση που θα αφορά τις ιδιαιτερότητες της ασθένειας και κινητοποίηση του ασθενή

2. Πρωτογενής πρόληψη

  • Αξιολόγηση του κινδύνου του ατόμου για μελλοντική εμφάνιση σακχαρώδη διαβήτη. Αξιολόγηση και της περιφέρειας μέσης εκτός από τον δείκτη μάζας σώματος.
  • Έμφαση στη ρύθμιση του σωματικού βάρους μέσω αλλαγών στον τρόπο ζωής, ιδιαίτερα για τα υπέρβαρα και παχύσαρκα άτομα. Στόχος η απώλεια της τάξης του 5% - 10%.
  • Υποθερμιδικές δίαιτες χαμηλών λιπαρών ή υδατανθράκων φαίνεται να είναι αποτελεσματικές στη βραχυπρόθεσμη περίοδο. Σημαντική η παρακολούθηση από διαιτολόγο.
  • Η κατανάλωση τροφών χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη, πλούσιων σε φυτικές ίνες και θρεπτικά συστατικά φαίνεται να δρα ευεργετικά στη μείωση του κινδύνου. Οι επιδράσεις της κατανάλωσης διαιτών χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου στον κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη τελούν υπό διερεύνηση.
  • Φυσική δραστηριότητα για τουλάχιστον μισή ώρα καθημερινά ή 150 λεπτά εβδομαδιαίως.
  • Ελάχιστη έως και μέτρια κατανάλωση αλκοόλ φαίνεται να μειώνει τον κίνδυνο. Δε συνίσταται όμως σε άτομα με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου.
  • Δε μπορούν να γίνουν διατροφικές συστάσεις πρόληψης του διαβήτη τύπου Ι (νεανικός διαβήτης)
  • Για τους νέους, ισχύουν οι διατροφικές οδηγίες πρόληψης της νόσου των ενηλίκων με την προϋπόθεση πως καλύπτονται οι αυξημένες θρεπτικές ανάγκες που θέτει η ανάπτυξή τους.

3. Ρύθμιση και αντιμετώπιση της ασθένειας (δευτερογενής πρόληψη)

Υδατάνθρακες

  • Κατανάλωση υδατανθράκων κυρίως από πηγές φρούτων, λαχανικών, οσπρίων, δημητριακών ολικής άλεσης, γαλακτοκομικών προϊόντων χαμηλών λιπαρών
  • Συστηματικός υπολογισμός του επιπέδου των υδατανθράκων των γευμάτων
  • Οι υδατάνθρακες των τροφίμων που περιέχουν ζάχαρη μπορούν να αφαιρεθούν από τη συνολική ημερήσια ποσότητα υδατανθράκων ή να καλυφθούν από προσαρμογή της φαρμακευτικής θεραπείας. Στο σημείο αυτό χρήζει προσοχής η συνολική ενέργεια που προσλαμβάνεται από τα γεύματα
  • Χρησιμοποίηση του γλυκαιμικού δείκτη και του γλυκαιμικού φορτίου των τροφών ως επιπρόσθετο αλλά, όχι μοναδικό εργαλείο αξιολόγησης των τροφών. Εκπαίδευση από διαιτολόγο
  • Κατανάλωση τροφίμων πλούσιων σε φυτικές ίνες
  • Οι γλυκαντικές ουσίες είναι ασφαλείς εφόσον καταναλώνονται στις επιτρεπόμενες ημερήσιες ποσότητες.

Λιπίδια

  • Περιορισμός των κορεσμένων και των τρανς λιπαρών
  • Περιορισμός της διαιτητικής χοληστερόλης
  • Δύο ή περισσότερες μερίδες φρέσκου ψαριού εβδομαδιαίως κρίνονται απαραίτητες λόγω των ευεργετικών ω-3 πολυακόρεστων λιπαρών οξέων

Πρωτείνες

  • Αποφυγή πρωτεϊνικών διαιτών για απώλεια βάρους

Αλκοόλ

  • Μέχρι 1 ποτήρι κόκκινο κρασί για γυναίκες και μέχρι 2 ποτήρια κόκκινο κρασί για άντρες ημερησίως
  • Να καταναλώνεται συνήθως μαζί με το φαγητό
  • Προσοχή όταν μαζί με το αλκοόλ συνυπάρχουν υδατάνθρακες που μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα του σακχάρου

Συμπληρώματα βιταμινών

  • Δεν υπάρχουν αρκετά δεδομένα ώστε να συστήνεται η χρήση τους από τους διαβητικούς

4. Αντιμετώπιση των επιπλοκών της ασθένειας (τριτογενής πρόληψη)

Καρδιαγγειακός κίνδυνος

  • Κατανάλωση διαιτών πλούσιων σε φρούτα, λαχανικά, δημητριακά ολικής άλεσης και ανάλατους ξηρούς καρπούς
  • Αν υπάρχουν συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας, περιορισμός της κατανάλωσης αλατιού. Προσοχή στις κρυφές πηγές
  • Σε υπερτασικά άτομα, περιορισμός της κατανάλωσης άλατος σε συνδυασμό με δίαιτα πλούσια σε φρούτα, λαχανικά και γαλακτοκομικά χαμηλών λιπαρών (δίαιτα DASH)
  • Μέτρια απώλεια βάρους προς όφελος της αρτηριακής υπέρτασης

Μικροαγγειακές επιπλοκές

  • Σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη και σε αρχικά στάδια χρόνιας νεφρικής νόσου, περιορισμός της πρόσληψης διαιτητικής πρωτεΐνης
  • Όσα προαναφέρθηκαν για τον καρδιαγγεικό κίνδυνο ισχύουν και σε αυτού του είδους τις επιπλοκές

Tuesday, January 01, 2008

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ

Με ειρήνη, υγεία, λιγότερες ανισότητες, λιγότερη απληστεία, εξωστρέφεια, λιγότερη λαιμαργία και ανικανοποίητο στους ανρώπους.
Περισσότερη αλληλεγγύη, κατανόηση, αγάπη εσωτερικότητα και συνειδητότητα.


Από αυτό εδώ το μετερίζι θα συνεχίζω να σας ενημερώνω για τις διατροφικές εξελίξεις.

Να' στε όλοι καλά.

Βασίλης

Tuesday, December 18, 2007

ΒΡΕΘΗΚΕ ΤΟ ΓΟΝΙΔΙΟ ΤΟΥ ΑΔΥΝΑΤΙΣΜΑΤΟΣ

Την αιτία που μερικοί άνθρωποι δεν παχαίνουν ό,τι και να τρώνε, ενώ άλλοι παχαίνουν με τον... αέρα πιστεύουν ότι ανακάλυψαν επιστήμονες από το Ιατρικό Κέντρο Southwestern του Πανεπιστημίου του Τέξας.

Όπως ανακοίνωσαν, είναι ένα γονίδιο η ενεργοποίηση ή απενεργοποίηση του οποίου καθορίζει εάν θα αποθηκευτεί λίπος στο σώμα ή όχι. Η ανακάλυψή τους εκτιμάται ότι μπορεί να ανοίξει νέους δρόμους στην καταπολέμηση της παχυσαρκίας και του τύπου 2 διαβήτη.

Το γονίδιο λέγεται adp (από την λέξη adipose που σημαίνει λιπώδης) και ο ακριβής τρόπος λειτουργίας του βρέθηκε σε πειράματα με έντομα (δροσόφιλες, σκώληκες) και θηλαστικά (ποντίκια).

Το γονίδιο αυτό φέρουν επίσης οι άνθρωποι και οι επιστήμονες ετοιμάζονται να το μελετήσουν σε κλινικές μελέτες, οι οποίες πιθανώς θα γίνουν σε Ινδιάνους Πίμα από τις νοτιοδυτικές ΗΠΑ και σε Αυστραλούς Αβοριγίνες, καθώς και οι δύο φυλές αποκτούν πολύ υψηλά επίπεδα τύπου 2 διαβήτη και παχυσαρκίας μόλις υιοθετήσουν δυτικό τρόπο ζωής.

Όπως γράφουν ο δρ Τζόναθαν Γκραφ και οι συνεργάτες του στην επιθεώρηση «Cell Metabolism», το adp ανακαλύφθηκε πριν από 50 χρόνια, αλλά έως τώρα παρέμενε άγνωστο πως ακριβώς λειτουργεί.

Για να το εξακριβώσουν, χρησιμοποίησαν διάφορες μεθόδους για να το ενεργοποιούν και να το απενεργοποιούν, σε διάφορα στάδια της ζωής των πειραματόζωων και σε διάφορα τμήματα του σώματός τους.

«Όταν το ενεργοποιούσαμε, τα πειραματόζωα αδυνάτιζαν, ενώ όταν το απενεργοποιούσαμε, πάχαιναν», δήλωσε ο δρ Γκραφ. «Είναι δηλαδή ένα γονίδιο αδυνατίσματος, ένα γονίδιο λιτότητας».

Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι δρα ως υψηλού επιπέδου διακόπτης, που «λέει» στον οργανισμό εάν πρέπει να συσσωρεύσει λίπος ή να το κάψει.

Μολονότι η παχυσαρκία πιθανότατα προκαλείται από πλήθος γονιδίων και την αλληλεπίδρασή τους με τις συνήθειές μας και το περιβάλλον, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι το γονίδιο adp είναι ρυθμιστικό, δηλαδή ελέγχει την δραστηριότητα των άλλων.

Το adp έχει απομονωθεί στο ανθρώπινο γονιδίωμα σε μία περιοχή του που σχετίσθηκε σε προγενέστερες μελέτες με την παχυσαρκία και τον διαβήτη.

«Ακόμα και εάν ένας άνθρωπος δεν φέρει μεταλλαγμένες μορφές του adp, η επινόηση ενός φαρμάκου που θα μπορεί να το επηρεάζει μπορεί να αποτελέσει θεραπεία για την παχυσαρκία», τόνισε ο δρ Γκραφ.

Οι ειδικοί επισημαίνουν πως το γεγονός ότι το adp λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο σε ποντίκια και έντομα είναι σημαντικό, διότι σημαίνει ότι διατηρείται σε όλα τα είδη ή ότι εξελίχθηκε από τα «κατώτερα» στα «ανώτερα» ζώα.

Επιπλέον, δεν πρόκειται για ένα γονίδιο τύπου «όλα ή τίποτα», τουλάχιστον όχι στα ποντίκια στα οποία ενεργοποιήθηκε. «Η δράση του είναι η ρύθμιση του σωματικού όγκου», εξήγησε ο δρ Γκραφ. «Όσο λιγότερο λειτουργεί, τόσο περισσότερο παχαίνει κανείς, ενώ όσο εντονότερη είναι η λειτουργία του, τόσο μεγαλύτερο και το αδυνάτισμα».

ΠΗΓΗ: Cell Metabolism

Thursday, December 06, 2007

ΣΟΚΟΛΑΤΑ: ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Η αγάπη για τη σοκολάτα έχει μακρά ιστορία μέσα στο πέρασμα των αιώνων. Γνωστή και ως ‘τροφή των θεών’, η σοκολάτα κατείχε περίοπτη θέση στην ιστορία της Αμερικής πριν τον Κολόμβο.

Οι ντόπιοι κάτοικοι της Αμερικής (του σημερινού Μεξικού) σέρβιραν σοκολάτα στους ευρωπαίους εξερευνητές από τις αρχές του 15ου αιώνα. Από μόνη της η σοκολάτα έχει πικρή γεύση, αλλά η ζάχαρη που μεταφέρονταν από τις αποικίες της Αμερικής και της Καραϊβικής την έκανε τελικά γλυκιά στην ευρωπαϊκή γεύση.

Μέχρι τα μέσα του 1600 η δημοτικότητα της, γλυκιάς πλέον, σοκολάτας είχε εξαπλωθεί σε όλη την Ευρώπη. Το 1847 δημιουργήθηκε η πρώτη σοκολάτα γάλακτος και έγινε πολύ γρήγορα δημοφιλής σε όλη την υδρόγειο.
Σαν συστατικό με ξεχωριστή γεύση, η σοκολάτα μπορεί να συμπεριληφθεί αρμονικά σε ένα πλάνο υγιεινής διατροφής. Μπορεί άνετα να προσθέσει μια γευστική λάμψη σε θρεπτικά τρόφιμα, όπως το γάλα και να τα κάνει πολύ ελκυστικά.

Η άσπρη σοκολάτα δεν είναι σοκολάτα. Ακόμα και αν περιέχει κακαοβούτυρο (λίπος το οποίο εξάγεται από τους σπόρους του κακάο) δεν περιέχει κακαόμαζα (η σκούρα καφέ πάστα), η οποία παράγεται από την επεξεργασία των σπόρων του κακάο. Συνήθως η άσπρη σοκολάτα αποτελείται από ζάχαρη, κακαοβούτυρο, γάλα, στερεά συστατικά, λεκιθίνη και βανίλια.

Η σοκολάτα, τρόφιμο φυτικής προέλευσης, περιέχει επίσης μια κατηγορία φυτοθρεπτικών συστατικών που καλούνται πολυφαινόλες (πιο εξειδικευμένα, φλαβονοειδή ή φλαβονόλες όταν περιέχονται στο κακάο1 ) τα οποία μπορεί να έχουν θετικές επιδράσεις στην υγεία.

Η επιστημονική έρευνα προσπαθεί να ανιχνεύσει τη σχέση της σοκολάτας με την καλή υγεία της καρδιάς, αφού το μαγικό αυτό γλύκισμα (και ιδιαίτερα η μαύρη σοκολάτα ‘υγείας’) φαίνεται να διαθέτει εκτός των άλλων και αξιοσημείωτες αντιοξειδωτικές ικανότητες. Σε αυτές αποδίδονται οι ευεργετικές επιδράσεις για την καρδιά και την αρτηριακή πίεση2 όπως και η αύξηση της ‘καλής’ χοληστερίνης. Μερικές μελέτες έδειξαν και προστατευτική δράση έναντι του καρκίνου3 και άλλων εκφυλιστικών παθήσεων.

Πόσες φορές δεn σας έχει παρουσιαστεί μια επίμονη και ακατανίκητη όρεξη για σοκολάτα ή για κάποιο επιδόρπιο ή γλυκό που να την περιέχει; Η επιστημονική έρευνα δείχνει ότι αυτό δεν είναι τυχαίο. Με το σύγχρονο δυτικοευρωπαϊκό τρόπο ζωής και με την υπερδιάθεση τροφίμων πλούσιων σε λίπος η προτίμηση προς αυτά είναι σε μεγάλο βαθμό θέμα κουλτούρας. Από τα χρόνια της βρεφικής και της παιδικής ηλικίας τα παιδιά μαθαίνουν μέσα από την εμπειρία πως το λίπος συνδυάζεται με την αίσθηση του κορεσμού ή με τη μείωση του αισθήματος της πείνας.

Οι υδατάνθρακες που περιέχει ένα φλιτζάνι ζεστής σοκολάτας μπορούν άραγε να σας ηρεμήσουν και να σας φτιάξουν τη διάθεση; Η επιστημονική κοινότητα δεν έχει οδηγηθεί σε τελικό συμπέρασμα. Οι υδατάνθρακες βοηθούν το σώμα να διασπάσει τα αποθέματα σεροτονίνης του, μιας ουσίας με ρόλο νευροδιαβιβαστή που εντοπίζεται στον εγκέφαλο. Η διάσπαση της σεροτονίνης με τη σειρά της αποφορτίζει το στρες, αλλά τελικό συμπέρασμα που να υποστηρίζει την καταπραϋντική δράση των υδατανθράκων της σοκολάτας δεν έχει βγει ακόμη.

Η σοκολάτα περιέχει αρκετό σίδηρο και οξαλικό οξύ. Φαίνεται πως το οξύ αυτό εμποδίζει την απορρόφηση του μη αιμικού σιδήρου (η μορφή του σιδήρου η οποία βρίσκεται στις φυτικές τροφές και δεν είναι τόσο καλά απορροφήσιμη). Η σοκολάτα, επίσης, περιέχει πολλά φυτοθρεπτικά συστατικά, όπως είναι οι τανίνες. Οι τελευταίες έχει φανεί πως συμβάλλουν στην καλή λειτουργία του ουροποιητικού συστήματος και μειώνουν τον κίνδυνο για στεφανιαία νόσο.

Η σοκολάτα επιπλέον περιέχει μια ουσία που ονομάζεται τυραμίνη. Η τελευταία ανήκει σε μια ευρύτερη κατηγορία ουσιών που καλούνται αγγειοσυσπαστικές αμίνες, η παρουσία των οποίων προκαλεί σύσπαση στα περιφερικά αγγεία του οργανισμού μας. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η σοκολάτα θεωρείται ένα από τα τρόφιμα που προκαλούν ημικρανίες.

Ας ‘λιώσουμε’ μερικούς μύθους για τη σοκολάτα

  1. Η σοκολάτα δημιουργεί ή χειροτερεύει την ακμή.
    Για χρόνια η προσοχή του κοινού ήταν μαγνητισμένη σε αυτή την αντίληψη. Η αλήθεια είναι πως οι ορμονικές αλλαγές κατά τη διάρκεια της εφηβείας αποτελούν τις συνήθεις αιτίες της ακμής και όχι η σοκολάτα. Αλλεργία στη σοκολάτα που να δημιουργεί ερύθημα είναι πολύ σπάνια.
  2. Οι μπάρες ή τα μπισκότα με χαρούπι αποτελούν πιο υγιεινές επιλογές από τη σοκολάτα.
    Ανέκαθεν το ξυλοκέρατο (στα τούρκικα χαρούπι) αποτελούσε υποκατάστατο για τη σοκολάτα. Το χαρούπι προέρχεται από τους σπόρους της ξυλοκερατιάς (χαρουπιάς) οι οποίοι είναι διαφορετικοί από αυτούς της σοκολάτας. Η αλήθεια όμως είναι πως το χαρούπι αποδίδει τον ίδιο αριθμό θερμίδων και λίπους με μια μπάρα σοκολάτας ίδιου μεγέθους.
  3. Η σοκολάτα περιέχει πολλή καφεΐνη.
    Ενώ αληθεύει πως η σοκολάτα περιέχει καφεΐνη, η ποσότητα της τελευταίας είναι πολύ μικρή. Ο καφές τύπου ντεκαφεϊνέ περιέχει περισσότερη, ενώ ο κανονικός καφές περιέχει ασύγκριτα μεγαλύτερη ποσότητα.
  4. Είναι το σοκολατούχο γάλα το ίδιο θρεπτικό για τα παιδιά με το κανονικό;
    Όπως το γάλα χωρίς γλυκαντικές ουσίες έτσι και η σοκολάτα περιέχει ασβέστιο, φώσφορο, πρωτεΐνη, ριβοφλαβίνη και βιταμίνη D, συστατικά τα οποία τα παιδιά χρειάζονται. Το γάλα με προσθήκη γλυκαντικών ουσιών, όπως αυτές της σκόνης του κακάο ή της σοκολάτας, προσδίδει περισσότερες θερμίδες εξαιτίας των προστιθέμενων σακχάρων, αλλά τα συγκεκριμένα σάκχαρα συμβάλλουν στη δημιουργία τερηδόνας όσο και κάθε άλλος τύπος υδατάνθρακα π.χ η κοινή επιτραπέζια ζάχαρη. Το μόνο αρνητικό σημείο είναι πως το γάλα ίσως να εμποδίζει την απορρόφηση των αντιοξειδωτικών ουσιών του κακάο και ειδικότερα των κατεχινών.
  5. Ορισμένοι άνθρωποι είναι εθισμένοι στη σοκολάτα.
    Σίγουρα η γεύση, το άρωμα και η υφή της σοκολάτας αποτελούν πολύ ελκυστικά χαρακτηστικά για τους περισσότερους. Παρά το γεγονός πως η προτίμηση ορισμένων ανθρώπων είναι μεγαλύτερη για τη σοκολάτα σε σχέση με άλλους, ο όρος του εθισμού στο συγκεκριμένο γλύκισμα δεν ισχύει. Μπορεί η κατανάλωση σοκολατούχων γλυκισμάτων να γίνει συνήθεια για συγκεκριμένη χρονική περίοδο, αλλά ποτέ δεν φτάνει στα όρια της εξάρτησης.

Η επιστήμη εξερευνά τον πιθανό ρόλο της σοκολάτας στους νευροδιαβιβαστές του εγκεφάλου σεροτονίνη και ντοπαμίνη, ουσίες που είναι υπεύθυνες για την αίσθηση ευεξίας που μας δημιουργείται. Βρέθηκε λοιπόν, πως η σοκολάτα περιέχει φαινυλαιθυλαμίνη (ουσία υπεύθυνη για συναισθήματα ενθουσιασμού) και τρυπτοφάνη, μια ουσία από την οποία συντίθεται η σεροτονίνη και τα αποτελέσματα του γεγονότος αυτού αναφέρθηκαν λίγες γραμμές πιο πάνω.

Η μεγάλη ανάγκη για σοκολάτα από τις γυναίκες λίγο πριν από την έμμηνο ρύση ίσως εξηγείται από την περιεκτικότητά της σε μαγνήσιο, το οποίο ‘απαλύνει’ την ένταση που νιώθει κανείς.4 Μας βοηθά όμως να είμαστε και σε μια σχετική εγρήγορση, αφού περιέχει δύο ελαφρά διεγερτικά σε μέτριες ποσότητες: την καφεΐνη και τη θεοβρωμίνη (συστατικό του κακάο το οποίο ανήκει στην οικογένεια των μεθυλξανθινών). Η πιο ψυχοτρόπος ουσία της σοκολάτας θεωρείται το ανανταμίδιο που δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας πανίσχυρος νευροδιαβιβαστής.

Πέρα από όλες τις πιθανές ευεργετικές δράσεις, ας μην ξεχνάμε πως η μαύρη σοκολάτα περιέχει ζάχαρη, λιπαρά και έχει υψηλή ενεργειακή πυκνότητα. Η σοκολάτα περιέχεται ως συστατικό σε πολλά τρόφιμα τα οποία έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά κι έτσι, ενώ η αρχική επιθυμία είχε ως στόχο τη σοκολάτα, το αποτέλεσμα της κατανάλωσης επέφερε μια επιπρόσθετη και μη επιθυμητή ποσότητα λίπους και θερμίδων.

Επειδή το μέτρο είναι καλό να μας διακρίνει σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, αναφέρουμε πως αν η σοκολάτα φτάσει στο σημείο να αντικαταστήσει άλλα πιο υγιεινά τρόφιμα π.χ ένα φρούτο, τότε μπορεί να δημιουργηθεί πρόβλημα, αφού μιλάμε πλέον για διαφορετικές ομάδες τροφίμων με τα φρούτα να υπερτερούν σαφέστατα.5 Γι αυτό θα ήταν προτιμότερο να τη θεωρήσουμε ένα υγιεινό αλλά όχι καθημερινό σνακ.

1. Καλό θα ήταν να ξεκαθαριστεί πως το κακάο περιέχει λιγότερο λίπος από τη σοκολάτα και από διατροφική άποψη θα έπρεπε να προτιμηθεί η κατανάλωσή του.
2. Φαίνεται πως συστατικά της σοκολάτας διατηρούν τα επίπεδα του μονοξειδίου του αζώτου των αρτηριών, το οποίο είναι ισχυρός αγγειοδιαστολέας. Μια άλλη επιστημονική θεώρηση αφορά την επικατεχίνη (αντιοξειδωτική ουσία της σοκολάτας) η οποία δρα ενάντια στη φλεγμονή των αγγείων και τα προστατεύει.
3.Αναφορά πρέπει να γίνει σε αυτό το σημείο στις προκυανιδίνες τις οποίες περιέχει η σοκολάτα. Πρόκειται για ισχυρά αντιοξειδωτικά συστατικά τα οποία θεωρούνται προστατευτικά έναντι διαφόρων μορφών καρκίνου.
4.Χαμηλά επίπεδά του στο αίμα έχουν συσχετιστεί με πιο έντονους πόνους της περιόδου.
5.Παρά το γεγονός πως η μαύρη σοκολάτα περιέχει περισσότερες αντιοξειδωτικές ουσίες σε σχέση με τα άλλα φρούτα, το τσάι και το κρασί, πρέπει να αναφερθεί πως και τα τρία αυτά είδη τροφίμων αποτελούν αναπόσπαστα μέρη της παραδοσιακής μεσογειακής διατροφής.

Tuesday, November 13, 2007

ΔΙΑΤΡΟΦΟΓΕΝΩΜΙΚΗ-ΔΙΑΤΡΟΦΟΓΕΝΕΤΙΚΗ: ΔΥΟ ΝΕΟΙ ΟΡΟΙ ΣΤΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΜΑΣ

Πολύ πρόσφατα δημιουργήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες η Διεθνής Εταιρεία Διατροφογενωμικής και Διατροφογενετικής με πρόεδρο την καταξιωμένη ελληνίδα ερευνήτρια Dr. Άρτεμις Σιμοπούλου.

Στην Ελλάδα αυτός ο κλάδος της επιστήμης εκπροσωπείται από την Ελληνική Εταιρεία Διατροφογενωμικής και Διατροφογενετικής. Με την ευκαιρία του 1ου Παγκοσμίου Συνεδρίου Διατροφογενωμικής – Διατροφογενετικής που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα τον Νοέμβριο, οι δύο αυτοί όροι (διατροφογενωμική, διατροφογενετική) θα αρχίσουν από εδώ και στο εξής να ακούγονται όλο και πιο συχνά μια και αποτελούν την αιχμή του δόρατος της διατροφικής έρευνας. Ας εξερευνήσουμε λοιπόν περισσότερο τη σημασία τους.

Με τον όρο διατροφογενωμική εννοούμε την επιστήμη την οποία ερευνά τον ρόλο που παίζουν τα θρεπτικά συστατικά των τροφών που καταναλώνουμε στον τρόπο με τον οποίο εκφράζονται τα γονίδιά μας, το κατά πόσο δηλαδή η λειτουργία και έκφραση των γονιδίων μας επηρεάζεται από τα θρεπτικά συστατικά. Από την άλλη, με τον όρο διατροφογενετική νοείται η επιστήμη που ερευνά τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά ο οργανισμός μας στα διάφορα θρεπτικά συστατικά ανάλογα με το γονιδιακό υπόβαθρο που διαθέτει, π.χ αν με μία δεδομένη εκδοχή γονιδίου που έχει κάποιος θα αποκτήσει αυξημένες τιμές χοληστερίνης αν καταναλώσει μεγάλες ποσότητες κορεσμένων λιπαρών οξέων.

Στην ουσία πρόκειται για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, για δύο επιστήμες εκ των οποίων η καθεμιά εστιάζει σε έναν διαφορετικό παράγοντα. Η μεν διατροφογενετική εστιάζει στον ρόλο των γονιδίων, ενώ η διατροφογενωμική στον ρόλο των θρεπτικών συστατικών. Απώτερος στόχος και των δύο επιστημών είναι να κατανοήσουν πλήρως τους συσχετισμούς μεταξύ διατροφής, γονιδίων και ασθενειών ώστε να επιτευχθεί η πολυπόθητη εξατομικευμένη διατροφή ανάλογα με το γενετικό υπόβαθρο του καθενός.

Ας εξετάσουμε όμως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της διατροφογενωμικής, όπως είναι οι αντιαθηρογόνες ιδιότητες των ω-3 πολυακόρεστων λιπαρών οξέων των ψαριών και των ελαίων που προέρχονται από αυτά. Η διαιτητική πρόσληψη αυτών των οξέων μέσα από την κατανάλωση ψαριών θεωρείται σημαντικός τρόπος ελάττωσης του κινδύνου για στεφανιαία νόσο ή έμφραγμα. Τα συγκεκριμένα λιπαρά μπορούν και επηρεάζουν όλη τη διαδικασία της αθηροσκλήρωσης με ευεργετικό για τον άνθρωπο τρόπο.

Το αξιοθαύμαστο αυτό αποτέλεσμα οφείλεται στην ικανότητα των οξέων αυτών να μεταβάλλουν την έκφραση των γονιδίων που εμπλέκονται στη διαδικασία της φλεγμονής και της αθηρωμάτωσης. Τα λιπαρά αυτά οξέα συγκεντρώνονται στις μεμβράνες των κυττάρων του ενδοθηλίου των αγγείων της καρδιάς και από εκεί μπορούν για παράδειγμα να εμποδίσουν την έκφραση του γονιδίου της κυκλοξυγενάσης, ενός ενζύμου που βοηθά τη διαδικασία της αθηρωμάτωσης να εξελιχθεί. Έτσι, ανατρέπεται ‘το φράξιμο’ των αρτηριών της καρδιάς.

Οι ανανεωμένες οδηγίες της ευρωπαϊκής καρδιολογικής εταιρείας για την πρόληψη της στεφανιαίας νόσου κάνουν αναφορά, εκτός των άλλων, στον ρόλο της κληρονομικότητας, των γονιδίων και στα διάφορα γενετικά τεστ εκτίμησης του καρδιαγγειακού κινδύνου.

Υπάρχουν πολλά υποψήφια γονίδια και μονονουκλεοτιδικοί πολυμορφισμοί (SNPs) γονιδίων οι οποίοι έχουν ήδη εξεταστεί (APOE, APOB, LPL, CETP, PAI1, GIIb/GIIa, FV, eNOS, MTHFR, ACE). Η σχέση όλων αυτών με τον καρδιαγγειακό κίνδυνο φαίνεται να είναι μέτρια. Έτσι, τα υπάρχοντα γενετικά τεστς δεν συμβάλλουν σημαντικά στη διάγνωση ή στην αντιμετώπιση της νόσου. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και για άλλες χρόνιες νόσους όπως η παχυσαρκία, ο σακχαρώδης διαβήτης, η υπέρταση, η οστεοπόρωση και ο καρκίνος. Χρειάζεται περισσότερη έρευνα ώστε στο μέλλον ίσως να μπορούν να αναγνωριστούν άτομα υψηλού κινδύνου και να προσαρμοστεί κατάλληλα η θεραπεία και η διαιτητική αγωγή.

Ενδιαφέρον επίσης παρουσίασε η σχετική ομιλία του Καθηγητή Steve Humphries, ο οποίος είναι διευθυντής του Κέντρου Γενετικής των Καρδιαγγειακών Νοσημάτων του University College Medical School του Λονδίνου. Ο Καθηγητής συγκαταλέγεται διεθνώς μεταξύ των σημαντικότερων ερευνητών στον τομέα των Cardiovascular Genetics (γενετική των καρδιαγγειακών νοσημάτων) και στις 9 Νοεμβρίου έκανε μια ομιλία στο Χαροκόπειο πανεπιστήμιο με θέμα: ‘Γενετικά τεστς για τη στεφανιαία νόσο: Αλήθεια ή φαντασία;’.

Η ομιλία ήταν αποκαλυπτική και απόλυτα προσγειωμένη στην πραγματικότητα. Ο Καθηγητής είπε πολύ απλά πως τα σημερινά γονιδιακά τεστ των μονονουκλεοτιδικών πολυμορφισμών των γονιδίων (SNPs) προσφέρουν ελάχιστα στην εκτίμηση του κινδύνου για στεφανιαία νόσο. Δεν είναι τελείως άχρηστα, αλλά ούτε και ποσοτικοποιούν τον κίνδυνο, ώστε να μας δώσουν, προς το παρόν τουλάχιστον, μια πιο αξιόπιστη και χρήσιμη πληροφορία. Έχουν δηλαδή μικρή κλινική εγκυρότητα (clinical validity).

Αν δηλαδή κάποιος πληρώσει για να κάνει ένα τέτοιο τεστ και βρεθεί πως έχει ένα μονονουκλεοτιδικό πολυμορφισμό που προδιαθέτει για στεφανιαία νόσο κανείς δε μπορεί να του που πει πόσο παραπάνω κίνδυνο διατρέχει σε σχέση με κάποιον που δεν έχει τον συγκεκριμένο πολυμορφισμό. Επίσης, οι διάφοροι γονιδιακοί πολυμορφισμοί που έχουν βρεθεί πως έχουν σχέση με μια νόσο αφορούν συγκεκριμένους πληθυσμούς.

Έτσι, για τον ίδιο πολυμορφισμό άλλο κίνδυνο έχουν οι Σκοτσέζοι φίλοι μας, στους οποίους βρέθηκε πως ο πολυμορφισμός σχετίζεται με τη στεφανιαία νόσο και έχουν μεγάλη συχνότητα καρδιαγγειακών στον πληθυσμό τους και άλλη βαρύτητα έχει σε εμάς τους Έλληνες οι οποίοι σαν πληθυσμός έχουμε μικρότερη συχνότητα καρδιαγγειακών παθήσεων και οι κλασσικοί παράγοντες κινδύνου (αυξημένη πίεση, χοληστερίνη, κάπνισμα, διατροφή κλπ) έχουν διαφορετική κατανομή.

Είναι λογικό πως η πληροφορία της ύπαρξης ή μη συγκεκριμένου γονιδιακού πολυμορφισμού έχει περισσότερη αξία για τον Σκοτσέζο που έχει μεγαλύτερο καρδιαγγειακό κίνδυνο παρά για τον Έλληνα, στον οποίο ακόμα δεν γνωρίζουμε αν οι υπάρχοντες ‘ύποπτοι γονιδιακοί πολυμορφισμοί’ σχετίζονται με κάποια χρόνια πάθηση. Και αν ακόμα είναι νωρίς να εφαρμοστούν αυτά τα τεστ στην καθημερινότητά μας σκεφτείτε πόσο απέχει από την επιστημονική αλήθεια ο ισχυρισμός πως μπορούμε να δώσουμε κατευθυντήριες διαιτητικές οδηγίες ή και εξατομικευμένη δίαιτα βασιζόμενοι σε τέτοιου είδους γονιδιακά τεστ.

Το θέμα αυτόματα αποκτά έντονη βιοηθική σημασία, γιατί η πληροφορία που παίρνει κάποιος κάνοντας το τεστ, άσχετα από τη χρησιμότητα της ή όχι, μπορεί να τον αγχώσει αδικαιολόγητα. Σύμφωνα με τον καθηγητή, στο εμπόριο τα τεστ αυτά κοστίζουν γύρω στα 400 – 500 ευρώ. Αν κάποτε ενσωματωθούν στο Εθνικό Σύστημα Υγείας θα κοστίζουν γύρω στα 100 – 200 ευρώ.

Από μια μικρή έρευνα πάντως που έγινε φάνηκε πως ο κόσμος ερμηνεύει με το δικό του τρόπο τα τεστ αυτά και συνήθως δεν αλλάζει τις διατροφικές του συνήθειες. Θέλω να πιστεύω πως όταν φθάσουμε στο σημείο να έχουμε στη διάθεσή μας περισσότερες έρευνες ώστε να αξιολογηθεί η βαρύτητα των μονονουκλεοτιδικών γονιδιακών πολυμορφισμών, τότε μόνο θα μπορέσει να κριθεί το κατά πόσο μπορούν να εφαρμοσθούν στην καθημερινότητά μας. Ίσως τότε και το κράτος να τα ενσωματώσει στις εξετάσεις αίματος.

Ανακεφαλαιώνοντας, θα πρέπει να ειπωθεί πως η επιστήμη στο μέλλον θα εστιάσει περισσότερο στην πρόληψη των χρόνιων ασθενειών. Έτσι, μέσα από τη διατροφογενωμική θα υπάρξει κάποια στιγμή διαθέσιμη η γνώση ώστε η διαιτητική καθοδήγηση να δοθεί σε αυτούς που την έχουν ανάγκη και θα ωφεληθούν περισσότερο από αυτή.

Εκτός από τα οφέλη στη δημόσια υγεία θα ωφεληθούν μέγιστα και οι διάφορες εθνικές οικονομίες, ιδιαίτερα όταν η αξιοποίηση μιας τέτοιας γνώσης στοχεύει σε νοσήματα ευρέως διαδεδομένα όπως η παχυσαρκία, ο σακχαρώδης διαβήτης, η οστεοπόρωση, η υπέρταση, η στεφανιαία νόσος και ίσως ο καρκίνος. Τα μελλοντικά αποτελέσματα αναμένονται με ανυπομονησία. Προς το παρόν ας προσπαθήσουν όλοι να εφαρμόσουν τις βασικές αρχές της μεσογειακής διατροφής και ας σταματήσουν να ψάχνουν για ‘μαγικές απαντήσεις’...

Βασίλειος Α. Παπαμίκος (κινητό: 6977867138)

Υποψήφιος διδάκτωρ διατροφογενομικής Χαροκοπείου Πανεπιστημίου
M.Med.Sci Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Πανεπιστημίου Γλασκώβης
MSc Healthcare Manager, Πανεπιστημίου Αθηνών
Πτυχιούχος Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Χαροκοπείου Πανεπιστημίου