Σχεδόν το 1/3 των ενηλίκων και το 1/6 των παιδιών είναι παχύσαρκοι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σίγουρα η υπερκατανάλωση θερμίδων και η έλλειψη φυσικής δραστηριότητας αποτελούν τις κύριες αιτίες του φαινομένου αυτού, αλλά πλέον φαίνεται πως υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που παίζουν τον δικό τους ιδιαίτερο ρόλο. Ένας από αυτούς φαίνεται πως είναι και η ζάχαρη με κύριο υπαίτιο συστατικό τη φρουκτόζη.
Η φρουκτόζη είναι γλυκύτερη από τη γλυκόζη ή την επιτραπέζια ζάχαρη, έναν διασακχαρίτη που δομείται από ένα μόριο γλυκόζης και ένα μόριο φρουκτόζης. Αποτελεί το κύριο σάκχαρο των φρούτων, ενώ στα αναψυκτικά και σε άλλα γλυκά χρησιμοποιείται ως συστατικό που δίνει γλυκιά γεύση.
Στα αναψυκτικά η φρουκτόζη απαντάται με τη μορφή σιροπιού από καλαμπόκι με υψηλή περιεκτικότητα σε φρουκτόζη. Το σιρόπι αυτό άρχισε να εμφανίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες γύρω στο 1970 και έκτοτε χρησιμοποιείται ως γλυκαντική ουσία σε αναψυκτικά, χυμούς φρούτων, γλυκίσματα και άλλα επεξεργασμένα τρόφιμα.
Η κατανάλωση της γνωστής σε όλους ζάχαρης σε συνδυασμό με τα τρόφιμα που περιέχουν σιρόπι από καλαμπόκι με υψηλή περιεκτικότητα σε φρουκτόζη, έχουν αυξήσει κατά 30% την κατανάλωση γλυκαντικών ουσιών τα τελευταία 40 χρόνια, κυρίως μέσω της κατανάλωσης αναψυκτικών. Υπολογίζεται πως ένας μέσος άνθρωπος καταναλώνει περί τα 68 κιλά γλυκαντικών ουσιών το χρόνο, γεγονός το οποίο μεταφράζεται σε μια ημερήσια κατανάλωση θερμίδων αυξημένη κατά 500 θερμίδες.
Η εισαγωγή της ζάχαρης (συστατικό της οποίας αποτελεί η φρουκτόζη) στην καθημερινή διατροφή είναι σχετικά πρόσφατο φαινόμενο. Πριν τη ζάχαρη, οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν το μέλι ως γλυκαντική ουσία, ενώ η κύρια πηγή υδατανθράκων ήταν το άμυλο του ρυζιού, του κριθαριού, του σιταριού και της βρώμης. Επειδή όμως η παραγωγή μελιού δεν ήταν μαζική, οι περισσότεροι δεν έκαναν χρήση γλυκαντικών ουσιών.
Η πρόσληψη φρουκτόζης μέσω της δίαιτας έχει αυξηθεί από το 1970 έως το 2000, ενώ πριν την μαζική παραγωγή ζάχαρης μόνο συγκεκριμένες διατροφικές επιλογές περιείχαν φρουκτόζη, όπως κάποια φρούτα (π.χ μήλα, σταφύλια), το μέλι, οι σταφίδες, οι χουρμάδες, τα σύκα, τα βατόμουρα. Η υψηλή κατανάλωση αναψυκτικών στις μέρες μας έχει συμβάλλει στη μεγάλη έκθεση του οργανισμού μας σε φρουκτόζη.
Ενώ το 1942 η κατανάλωση αναψυκτικών ήταν κατά προσέγγιση 2 μερίδες/εβδομάδα, το 2000 το νούμερο έφθασε να είναι 2 μερίδες/ημέρα. Ιδιαίτερα τα παιδιά προσχολικής ηλικίας, που παλαιότερα δεν παρουσίαζαν έκθεση στη φρουκτόζη, τώρα πίνουν οπωσδήποτε κάποιο αναψυκτικό με προστιθέμενο σάκχαρο. Η αυξημένη κατανάλωση αναψυκτικών έχει συσχετισθεί με την παχυσαρκία, την υπέρταση και τον διαβήτη, ενώ η κατανάλωση φρουτοχυμών με παχυσαρκία στα παιδιά.
Η φρουκτόζη μεταβολίζεται με διαφορετικό τρόπο από τη γλυκόζη, γι’ αυτό και έχει διαφορετικές επιδράσεις. Η φρουκτόζη, αφού μεταβολιστεί, παρέχει την πρώτη ύλη για τη δημιουργία των τριγλυκεριδίων. Έτσι, δεν είναι τυχαίο το εύρημα μελετών σε παιδιά που ανίχνευσαν υψηλά επίπεδα λιπιδίων (τριγλυκερίδια, 'κακή χοληστερίνη') μετά από την κατανάλωση διαιτών με υψηλό περιεχόμενο σε φρουκτόζη.
Τέτοιες δίαιτες παρέχουν καθημερινά περίπου 400 – 800 θερμίδες μόνο από τη φρουκτόζη. Επίσης έχει βρεθεί από άλλες μελέτες πως μια δίαιτα πλούσια σε φρουκτόζη μικραίνει το μέγεθος το σωματιδίων που περιέχουν την 'κακή χοληστερίνη', κάνοντάς τα έτσι πιο διαπεραστικά και πιο αθηρογόνα.
Τέλος, υπάρχουν και μελέτες που συνδέουν το μεταβολισμό της φρουκτόζης με αυξημένα επίπεδα ουρικού οξέος. Για την ακρίβεια έχει φανεί πως η φρουκτόζη είναι το μόνο σάκχαρο του οποίου η υπερβολική κατανάλωση αυξάνει το ουρικό οξύ.
Από πολλές σύγχρονες μελέτες έχει φανεί πως τα αυξημένα επίπεδα ουρικού οξέος αποτελούν ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου μεταβολικού συνδρόμου, παχυσαρκίας, υπέρτασης, νεφρικής νόσου ακόμα και καρδιοπάθειας. Οι μελέτες αυτές εμπλέκουν έτσι τη φρουκτόζη στη γνωστή σχέση μεταξύ αυξημένου ουρικού οξέος και καρδιοπαθειών.
Φαίνεται λοιπόν πως τα σάκχαρα, όπως η γνωστή μας ζάχαρη, που περιέζουν φρουκτόζη διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη παχυσαρκίας, υπέρτασης και μεταβολικού συνδρόμου. Έτσι, αν και χρειάζεται περισσότερη έρευνα για να επαληθευθούν οι παραπάνω ισχυρισμοί, ίσως θα πρέπει να επανεξεταστεί μια πιθανή υπερκατανάλωση αναψυκτικών, ζάχαρης, προπαρασκευασμένων γλυκισμάτων και επεξεργασμένων τροφίμων από τον γενικότερο πληθυσμό.
Saturday, November 22, 2008
Thursday, November 20, 2008
Το Ginkgo biloba και η νόσος Alzheimer
Τα φύλλα ή το εκχύλισμα των φύλλων του gingko biloba χρησιμοποιούνται ευρέως σε συμπληρώματα διατροφής ή σε καινοφανή τρόφιμα. Μια νέα κλινική δοκιμή πρωτογενούς πρόληψης της νόσου Alzheimer από τον DeKosky και τους συνεργάτες του έρχεται να εξετάσει την επίδραση του εκχυλίσματος Egb 761, το οποίο περιέχει 2 βασικά συστατικά: φλαβονοειδή σε ποσοστό 22% - 27% και λακτόνες τερπενίων (γκινγκολίδες και μπιλομπαλίδη) σε ποσοστά 5% έως 7%.
Τα μεν φλαβονοειδή επιδεικνύουν αντιοξειδωτική δράση και κατ’ επέκταση νευροπροστατευτική. Η γκινγκολίδη Β παρουσιάζει αντιπηκτική δράση, ενώ οι γκινγκολίδες Α και J φαίνεται να ενισχύουν τη νευρογένεση, να προστατεύουν τα νευρικά κύτταρα από δυσλειτουργία και από τον κυτταρικό θάνατο που προκαλείται από την άθροιση της πρωτεΐνης 42 του β-αμυλοειδούς (Αβ42). Ας μη λησμονούμε πως η πρωτεΐνη αυτή, η συσσώρευσή της και η φλεγμονώδης της δράση θεωρούνται κύριοι μηχανισμοί εμφάνισης της νόσου Alzheimer.
Η κλινική δοκιμή GEM περιέλαβε 3069 συμμετέχοντες που δεν είχαν αναπτύξει νοητική βλάβη ή εμφάνιζαν πολύ ήπια έκπτωση της νοητικής λειτουργίας. Άτομα που είχαν παρουσιάσει νόσο Alzheimer πριν τα 75 τους χρόνια εξαιρέθηκαν από τη δοκιμή. Τα άτομα της μελέτης χωρίστηκαν ώστε να λαμβάνουν με τυχαίο τρόπο είτε το EGb 761 (120 mgr δύο φορές/ημέρα) είτε ένα εικονικό φάρμακο. Οι ασθενείς στη συνέχεια παρακολουθήθηκαν ως προς την εμφάνιση άνοιας. Μέσα σε 6 χρόνια φάνηκε πως το EGb 761 δεν καθυστέρησε την εμφάνιση άνοιας οποιασδήποτε αιτιολογίας, συμπεριλαμβανομένης και της Alzheimer.
Καμία δράση επίσης δεν φάνηκε ως προς την πιθανή ευεργετική επίδραση του EGb 761 σε ανεπιθύμητα καρδιαγγειακά επεισόδια, στην πρόληψη του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή στη μείωση των αγγειακών βλαβών που ένα εγκεφαλικό επιφέρει.
Η σχέση του EGb 761 με την καρδιαγγειακή νόσο φαίνεται να είναι πιο πολύπλοκη τελικά, καθώς 25% των συμμετεχόντων που έλαβαν το συγκεκριμένο εκχύλισμα και είχαν καρδιαγγειακή νόσο, πριν το διαχωρισμό τους σε σχέση με το αν θα λάμβαναν το EGb 761 ή το εικονικό φάρμακο, παρουσίασαν τελικά αυξημένο κίνδυνο για εμφάνιση άνοιας. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν οι ερευνητές είναι πως πιθανότατα για άτομα ηλικίας μεγαλύτερης των 75 ετών που έχουν καρδιαγγειακή νόσο, η χρήση του Ginkgo Biloba να ενέχει κινδύνους.
Αποτελέσματα παλαιότερων κλινικών δοκιμών που πραγματοποιήθηκαν μέσα στην τελευταία δεκαετία και εξέτασαν τη δράση του στη νοητική λειτουργία, απέδωσαν μεικτά αποτελέσματα. Το στοιχείο που δεν μπορεί να προσδιορισθεί μετά από 2 δεκαετίες έρευνας είναι η ταυτότητα των βιοδραστικών ουσιών του συγκεκριμένου εκχυλίσματος. Η πολύ πρόσφατη κλινική δοκιμή GEM αποτελεί τη μεγαλύτερη, μέχρι τώρα, τόσο σε αριθμό συμμετεχόντων όσο και χρονική διάρκεια, προσπάθεια. Οι παλιότερες έρευνες ήταν ή πολύ μικρότερες σε μέγεθος ή πολύ πιο βραχύχρονες.
Γεγονός πάντως αποτελεί πως απαιτούνται πολύ περισσότερες έρευνες για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα του Ginkgo Biloba στη νόσο Alzheimer και κατ’ επέκταση στην άνοια. Αν κάποια στιγμή βρεθεί κάποια ευεργετική επίδραση για μια ουσία, σίγουρα αυτή θα πρέπει να δίνεται στα πρώτα στάδια έκπτωσης της νοητικής λειτουργίας, ώστε να προληφθεί η εξέλιξη της εκφυλιστικής αυτής νόσου.
Μέχρι να έρθουν στο φως τα απαραίτητα επιστημονικά δεδομένα που να τεκμηριώνουν την οποιαδήποτε δράση αυτού του εκχυλίσματος, καλό θα ήταν να μη συνιστάται ή χρησιμοποιείται οποιοδήποτε συμπλήρωμα διατροφής που περιέχει Ginkgo Biloba, δεδομένων και των πιθανών προαναφερόμενων ανεπιθύμητων παρενεργειών. Οι ασθενείς και οι επαγγελματίες της υγείας ας αφήσουν τις φρούδες ελπίδες και ας εκτιμήσουν τη γνώση που μας παρέχουν τα υπάρχοντα δεδομένα.
Τα μεν φλαβονοειδή επιδεικνύουν αντιοξειδωτική δράση και κατ’ επέκταση νευροπροστατευτική. Η γκινγκολίδη Β παρουσιάζει αντιπηκτική δράση, ενώ οι γκινγκολίδες Α και J φαίνεται να ενισχύουν τη νευρογένεση, να προστατεύουν τα νευρικά κύτταρα από δυσλειτουργία και από τον κυτταρικό θάνατο που προκαλείται από την άθροιση της πρωτεΐνης 42 του β-αμυλοειδούς (Αβ42). Ας μη λησμονούμε πως η πρωτεΐνη αυτή, η συσσώρευσή της και η φλεγμονώδης της δράση θεωρούνται κύριοι μηχανισμοί εμφάνισης της νόσου Alzheimer.
Η κλινική δοκιμή GEM περιέλαβε 3069 συμμετέχοντες που δεν είχαν αναπτύξει νοητική βλάβη ή εμφάνιζαν πολύ ήπια έκπτωση της νοητικής λειτουργίας. Άτομα που είχαν παρουσιάσει νόσο Alzheimer πριν τα 75 τους χρόνια εξαιρέθηκαν από τη δοκιμή. Τα άτομα της μελέτης χωρίστηκαν ώστε να λαμβάνουν με τυχαίο τρόπο είτε το EGb 761 (120 mgr δύο φορές/ημέρα) είτε ένα εικονικό φάρμακο. Οι ασθενείς στη συνέχεια παρακολουθήθηκαν ως προς την εμφάνιση άνοιας. Μέσα σε 6 χρόνια φάνηκε πως το EGb 761 δεν καθυστέρησε την εμφάνιση άνοιας οποιασδήποτε αιτιολογίας, συμπεριλαμβανομένης και της Alzheimer.
Καμία δράση επίσης δεν φάνηκε ως προς την πιθανή ευεργετική επίδραση του EGb 761 σε ανεπιθύμητα καρδιαγγειακά επεισόδια, στην πρόληψη του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή στη μείωση των αγγειακών βλαβών που ένα εγκεφαλικό επιφέρει.
Η σχέση του EGb 761 με την καρδιαγγειακή νόσο φαίνεται να είναι πιο πολύπλοκη τελικά, καθώς 25% των συμμετεχόντων που έλαβαν το συγκεκριμένο εκχύλισμα και είχαν καρδιαγγειακή νόσο, πριν το διαχωρισμό τους σε σχέση με το αν θα λάμβαναν το EGb 761 ή το εικονικό φάρμακο, παρουσίασαν τελικά αυξημένο κίνδυνο για εμφάνιση άνοιας. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν οι ερευνητές είναι πως πιθανότατα για άτομα ηλικίας μεγαλύτερης των 75 ετών που έχουν καρδιαγγειακή νόσο, η χρήση του Ginkgo Biloba να ενέχει κινδύνους.
Αποτελέσματα παλαιότερων κλινικών δοκιμών που πραγματοποιήθηκαν μέσα στην τελευταία δεκαετία και εξέτασαν τη δράση του στη νοητική λειτουργία, απέδωσαν μεικτά αποτελέσματα. Το στοιχείο που δεν μπορεί να προσδιορισθεί μετά από 2 δεκαετίες έρευνας είναι η ταυτότητα των βιοδραστικών ουσιών του συγκεκριμένου εκχυλίσματος. Η πολύ πρόσφατη κλινική δοκιμή GEM αποτελεί τη μεγαλύτερη, μέχρι τώρα, τόσο σε αριθμό συμμετεχόντων όσο και χρονική διάρκεια, προσπάθεια. Οι παλιότερες έρευνες ήταν ή πολύ μικρότερες σε μέγεθος ή πολύ πιο βραχύχρονες.
Γεγονός πάντως αποτελεί πως απαιτούνται πολύ περισσότερες έρευνες για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα του Ginkgo Biloba στη νόσο Alzheimer και κατ’ επέκταση στην άνοια. Αν κάποια στιγμή βρεθεί κάποια ευεργετική επίδραση για μια ουσία, σίγουρα αυτή θα πρέπει να δίνεται στα πρώτα στάδια έκπτωσης της νοητικής λειτουργίας, ώστε να προληφθεί η εξέλιξη της εκφυλιστικής αυτής νόσου.
Μέχρι να έρθουν στο φως τα απαραίτητα επιστημονικά δεδομένα που να τεκμηριώνουν την οποιαδήποτε δράση αυτού του εκχυλίσματος, καλό θα ήταν να μη συνιστάται ή χρησιμοποιείται οποιοδήποτε συμπλήρωμα διατροφής που περιέχει Ginkgo Biloba, δεδομένων και των πιθανών προαναφερόμενων ανεπιθύμητων παρενεργειών. Οι ασθενείς και οι επαγγελματίες της υγείας ας αφήσουν τις φρούδες ελπίδες και ας εκτιμήσουν τη γνώση που μας παρέχουν τα υπάρχοντα δεδομένα.
Labels:
Alzheimer,
Ginkgo,
ΑΝΤΙΟΞΕΙΔΩΤΙΚΑ,
διατροφη,
ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΑ,
υγεια
Sunday, November 16, 2008
Το "καλό λίπος" του σώματος
Μέσα από εκατοντάδες επιστημονικές έρευνες και μη εύστοχη ίσως επικοινωνιακή τακτική, έχει περάσει στο κοινό η άποψη πως οποιδήποτε τρόφιμο περιέχει λιπαρά είναι δυνητικά επιβλαβές για τον ανθρώπινο οργανισμό. Μάταια προσπαθούν οι διαιτολόγοι να διευκρινίσουν πως δεν είναι όλα τα είδη των λιπών βλαβερά και πως τα λιπίδια αποτελούν μια μεγάλη κατηγορία ενώσεων με πολλές υποκατηγορίες. Έτσι, η χοληστερόλη ανήκει σε διαφορετική κατηγορία λιπαρών από τα τριγλυκερίδια, ενώ τα μονοακόρεστα λιπαρά οξέα διαφέρουν από τα πολυακόρεστα, τα κορεσμένα και τα τρανς λιπαρά οξέα ως προς το λειτουργικό τους αποτέλεσμα στα λιπίδια του αίματος.
Μια άλλη ειδοποιός διαφορά των λιπών εντοπίζεται ως προς την πηγή προέλευσής τους. Υπάρχουν λοιπόν τα λιπαρά που ο οργανισμός λαμβάνει μέσω της τροφής αλλά και αυτά που συνθέτει αφού πρώτα έχει διασπάσει αυτά που έλαβε από τα τρόφιμα που κατανάλωσε. Αυτό συμβαίνει επειδή ακριβώς ο οργανισμός πρέπει να μετατρέψει τα θρεπτικά συστατικά που λαμβάνει με την τροφή σε ουσίες που έχουν τέτοια δομή ώστε να είναι αφομοιόσημες και αξιοποιήσιμες από το σώμα. Έτσι, μπορεί να λαμβάνουμε λιπαρές ουσίες από τις τροφές, αλλά αυτές πρέπει πρώτα να διασπαστούν και να μετατραπούν σε λιπαρές ουσίες που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο οργανισμός. Επιπρόσθετα, μέσα από αυτές τις διαδικασίες διάσπασης (καταβολισμός) και επανασύνθεσης (αναβολισμός) παράγεται η απαραίτητη ενέργεια που χρειάζεται το σώμα μας για να επιτελέσει τις διάφορες ζωτικές λειτουργίες.
Με τα μέχρι τώρα υπάρχοντα δεδομένα, τα κορεσμένα και τα τρανς λιπαρά από τη διατροφή είναι βλαβερά για τον οργανισμό, αφού τα πρώτα αυξάνουν την ολική και την ‘κακή’ χοληστερίνη, ενώ τα δεύτερα επιπλέον ελαττώνουν την ‘καλή’ χοληστερίνη. Τα μονοακόρεστα λιπαρά οξέα από την άλλη πλευρά, μειώνουν τα τριγλυκερίδια και αυξάνουν την ‘καλή’ χοληστερίνη. Τα πολυακόρεστα λιπαρά οξέα (ω-3 και ω-6) όταν αντικαταστήσουν τα κορεσμένα λιπαρά οξέα της δίαιτας μπορούν να μειώσουν τα τριγλυκερίδια και τη χοληστερόλη του αίματος.
Από πολύ πρόσφατη έρευνα όμως που διενήργησε ο Hotamisligil και οι συνεργάτες του προέκυψε το εξής ενδιαφέρον συμπέρασμα: ‘τελικά ίσως το λίπος που παράγει το ίδιο το σώμα από το ήδη υπάρχον και αποθηκευμένο λίπος να είναι ευεργετικό για τον οργανισμό’. Η έρευνα δημοσιεύθηκε στην έγκριτη επιστημονική επιθεώρηση ‘Cell’ και εστίασε σε ένα συγκεκριμένο λιπαρό οξύ, το παλμιτελαϊκό. Αυτό το λιπαρό οξύ συντίθεται στον οργανισμό μέσω μιας διαδικασίας κατά την οποία ο οργανισμός παράγει λίπος από το λίπος του σώματός του. Η διαδικασία ονομάζεται de novo σύνθεση λιπαρών. Σε αντίθεση με τα άλλα λιπαρά οξέα που χρησιμεύουν για την παραγωγή ενέργειας, το παλμιτελαϊκό οξύ δρα σαν ορμόνη μέσα στον οργανισμό και έχει ευεργετικά αποτελέσματα, καθώς π.χ διευκολύνει τη δράση της ινσουλίνης.
Ο Hotamisligil και η ομάδα του μελέτησαν ποντίκια τα οποία έφεραν δύο γενετικές μεταλλάξεις που τα προστάτευαν έναντι του σακχαρώδους διαβήτη και της παχυσαρκίας που οφείλεται στην υπερβολική λήψη τροφής. Εκείνο που κατάφερε να ανακαλύψει είναι το μηχανισμό με τον οποίο οι μεταλλάξεις αυτές προστάτευαν από τις ασθένειες. Τα ποντίκια αυτά είχαν ένα λιπιδαιμικό προφίλ πλούσιο σε παλμιτελαϊκό οξύ που δε μπορούσε να εξηγηθεί από τη διατροφή, καθώς αυτή συνήθως περιέχει πολύ μικρές ποσότητες σε παλμιτελαϊκό οξύ. Το τελευταίο βοηθούσε τη γλυκόζη να περνά μέσα στους μυς των ποντικιών και επίσης εμπόδιζε το συκώτι να παράγει περιττό λίπος, προστατεύοντάς το έτσι από τη γνωστή σε όλους λιπώδη διήθηση.
Ένα νέο λιπαρό οξύ φαίνεται να ανακαλύπτεται λοιπόν, με πολλές πιθανές ρυθμιστικές δράσεις σε ολόκληρο το μεταβολισμό του ανθρώπου. Απομένει να γίνουν παραπέρα έρευνες για να διευκρινιστεί πλήρως ο ρόλος του παλμιτελαϊκού οξέος και ίσως πλέον να καθοδηγηθεί από τον άνθρωπο η παραγωγή του προς όφελος ασθενειών όπως η παχυσαρκία και ο σακχαρώδης διαβήτης. Ο κανόνας πως ‘όσο τα λιπίδια του οργανισμού αυξάνονται αρρωσταίνουμε και όσο ελαττώνονται γινόμαστε υγιέστεροι’ φαίνεται πως πλέον αρχίζει να αμφισβητείται.
Μια άλλη ειδοποιός διαφορά των λιπών εντοπίζεται ως προς την πηγή προέλευσής τους. Υπάρχουν λοιπόν τα λιπαρά που ο οργανισμός λαμβάνει μέσω της τροφής αλλά και αυτά που συνθέτει αφού πρώτα έχει διασπάσει αυτά που έλαβε από τα τρόφιμα που κατανάλωσε. Αυτό συμβαίνει επειδή ακριβώς ο οργανισμός πρέπει να μετατρέψει τα θρεπτικά συστατικά που λαμβάνει με την τροφή σε ουσίες που έχουν τέτοια δομή ώστε να είναι αφομοιόσημες και αξιοποιήσιμες από το σώμα. Έτσι, μπορεί να λαμβάνουμε λιπαρές ουσίες από τις τροφές, αλλά αυτές πρέπει πρώτα να διασπαστούν και να μετατραπούν σε λιπαρές ουσίες που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο οργανισμός. Επιπρόσθετα, μέσα από αυτές τις διαδικασίες διάσπασης (καταβολισμός) και επανασύνθεσης (αναβολισμός) παράγεται η απαραίτητη ενέργεια που χρειάζεται το σώμα μας για να επιτελέσει τις διάφορες ζωτικές λειτουργίες.
Με τα μέχρι τώρα υπάρχοντα δεδομένα, τα κορεσμένα και τα τρανς λιπαρά από τη διατροφή είναι βλαβερά για τον οργανισμό, αφού τα πρώτα αυξάνουν την ολική και την ‘κακή’ χοληστερίνη, ενώ τα δεύτερα επιπλέον ελαττώνουν την ‘καλή’ χοληστερίνη. Τα μονοακόρεστα λιπαρά οξέα από την άλλη πλευρά, μειώνουν τα τριγλυκερίδια και αυξάνουν την ‘καλή’ χοληστερίνη. Τα πολυακόρεστα λιπαρά οξέα (ω-3 και ω-6) όταν αντικαταστήσουν τα κορεσμένα λιπαρά οξέα της δίαιτας μπορούν να μειώσουν τα τριγλυκερίδια και τη χοληστερόλη του αίματος.
Από πολύ πρόσφατη έρευνα όμως που διενήργησε ο Hotamisligil και οι συνεργάτες του προέκυψε το εξής ενδιαφέρον συμπέρασμα: ‘τελικά ίσως το λίπος που παράγει το ίδιο το σώμα από το ήδη υπάρχον και αποθηκευμένο λίπος να είναι ευεργετικό για τον οργανισμό’. Η έρευνα δημοσιεύθηκε στην έγκριτη επιστημονική επιθεώρηση ‘Cell’ και εστίασε σε ένα συγκεκριμένο λιπαρό οξύ, το παλμιτελαϊκό. Αυτό το λιπαρό οξύ συντίθεται στον οργανισμό μέσω μιας διαδικασίας κατά την οποία ο οργανισμός παράγει λίπος από το λίπος του σώματός του. Η διαδικασία ονομάζεται de novo σύνθεση λιπαρών. Σε αντίθεση με τα άλλα λιπαρά οξέα που χρησιμεύουν για την παραγωγή ενέργειας, το παλμιτελαϊκό οξύ δρα σαν ορμόνη μέσα στον οργανισμό και έχει ευεργετικά αποτελέσματα, καθώς π.χ διευκολύνει τη δράση της ινσουλίνης.
Ο Hotamisligil και η ομάδα του μελέτησαν ποντίκια τα οποία έφεραν δύο γενετικές μεταλλάξεις που τα προστάτευαν έναντι του σακχαρώδους διαβήτη και της παχυσαρκίας που οφείλεται στην υπερβολική λήψη τροφής. Εκείνο που κατάφερε να ανακαλύψει είναι το μηχανισμό με τον οποίο οι μεταλλάξεις αυτές προστάτευαν από τις ασθένειες. Τα ποντίκια αυτά είχαν ένα λιπιδαιμικό προφίλ πλούσιο σε παλμιτελαϊκό οξύ που δε μπορούσε να εξηγηθεί από τη διατροφή, καθώς αυτή συνήθως περιέχει πολύ μικρές ποσότητες σε παλμιτελαϊκό οξύ. Το τελευταίο βοηθούσε τη γλυκόζη να περνά μέσα στους μυς των ποντικιών και επίσης εμπόδιζε το συκώτι να παράγει περιττό λίπος, προστατεύοντάς το έτσι από τη γνωστή σε όλους λιπώδη διήθηση.
Ένα νέο λιπαρό οξύ φαίνεται να ανακαλύπτεται λοιπόν, με πολλές πιθανές ρυθμιστικές δράσεις σε ολόκληρο το μεταβολισμό του ανθρώπου. Απομένει να γίνουν παραπέρα έρευνες για να διευκρινιστεί πλήρως ο ρόλος του παλμιτελαϊκού οξέος και ίσως πλέον να καθοδηγηθεί από τον άνθρωπο η παραγωγή του προς όφελος ασθενειών όπως η παχυσαρκία και ο σακχαρώδης διαβήτης. Ο κανόνας πως ‘όσο τα λιπίδια του οργανισμού αυξάνονται αρρωσταίνουμε και όσο ελαττώνονται γινόμαστε υγιέστεροι’ φαίνεται πως πλέον αρχίζει να αμφισβητείται.
Labels:
αδυνατισμα,
διαιτα,
ΔΙΑΙΤΟΛΟΓΟΙ,
ΔΙΑΙΤΟΛΟΓΟΣ,
διατροφη,
ΛΙΠΟΣ,
ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ,
ΠΑΛΜΙΤΕΑΛΑΪΚΟ,
παχυσαρκια,
υγεια
Thursday, November 13, 2008
Παιδική παχυσαρκία: η αχίλλειος πτέρνα της Ελλάδας
Στις αρχές Ιουλίου του 2007 έλαβε χώρα στην Αθήνα το δορυφορικό συμπόσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, το οποίο πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της 17ης ετήσιας συνάντησης της Ευρωπαϊκής Ομάδας για την αντιμετώπιση της παιδικής παχυσαρκίας. Η συχνότητα της τελευταίας έχει αυξηθεί στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες τα τελευταία χρόνια σε τέτοιο βαθμό ώστε τα επιδημιολογικά δεδομένα να δείχνουν ότι περίπου το 20% των παιδιών της Ευρώπης είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα. Στο ίδιο ποσοστό κατέληξε και ελληνική μελέτη που έλαβε χώρα στη βόρεια Ελλάδα, αλλά και τρίτη ελληνική μελέτη σε παιδιά της Μεσσηνίας. Από ποια χρονική στιγμή της ζωής ενός ανθρώπου μπορεί να υπάρξει κίνδυνος για μελλοντική εμφάνιση παχυσαρκίας;
Τα τελευταία επιδημιολογικά δεδομένα καταδεικνύουν πως η γρήγορη πρόσληψη βάρους κατά τη διάρκεια της βρεφικής ηλικίας μπορεί να αποτελέσει παράγοντα κινδύνου για παιδική και ενήλικη παχυσαρκία καθώς και για ινσουλινοαντίσταση. Η τελευταία δε, με βάση στοιχεία ελληνικής μελέτης, είναι πολύ συχνή ανάμεσα σε υπέρβαρα και παχύσαρκα ελληνόπουλα, με το γυναικείο φύλο, το σωματικό βάρος, το δείκτη μάζα σώματος και την περιφέρεια μέσης να αποτελούν ανεξάρτητους παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση ινσουλινοαντίστασης στην παιδική ηλικία.
Μεγάλο ενδιαφέρον στο συνέδριο αυτό είχε η υπό διερεύνηση υπόθεση πως υπάρχει μια σύγκρουση έκφρασης γονιδίων στο έμβρυο. Η έκφραση των πατρικών γονιδίων ευνοεί την ανάπτυξη του εμβρύου, ενώ η έκφραση των μητρικών γονιδίων φαίνεται να την περιορίζει. Η μητέρα λοιπόν εκτός από την ανάπτυξη του εμβρύου φροντίζει και για τη διατήρηση της δικής της ακεραιότητας. Μέσα λοιπόν από αυτή την ευαίσθητη ισορροπία γεννιέται το παιδί, του οποίου πιθανό χαμηλό βάρος γέννησης σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για ενήλικη ινσουλινοαντίσταση και εμφάνιση διαβήτη τύπου 2.
Επιπρόσθετα, η εμφάνιση διαβήτη κυήσεως ή γενικότερα διαβήτη στη μητέρα αποτελούν παράγοντες κινδύνου εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 στους απογόνους. Η «εμβρυική θεωρία της ινσουλίνη»ς υποστηρίζει με αυτόν τον τρόπο πως οι κληρονομούμενες γονιδιακές βλάβες που οδηγούν σε ινσουλινοαντίσταση σχετίζονται με το μέγεθος του μωρού και με τον κίνδυνο για διαβήτη τύπου 2. Τη θεωρία αυτή φαίνεται να ενισχύει και πολύ πρόσφατη ελληνική μελέτη του Χαροκοπείου πανεπιστημίου (Genesis study) η οποία εντόπισε πως το μικρό μέγεθος του νεογνού, η έλλειψη πρακτικής του αποκλειστικού θηλασμού αλλά και το αυξημένο βάρος των γονέων μπορούν να προβλέψουν το υπέρβαρο στη βρεφική ηλικία.
Η ινσουλινοαντίσταση όμως είναι μόνο ένα επικίνδυνο για την υγεία χαρακτηριστικό. Αν συνδυαστεί με υψηλά επίπεδα τριγλυκεριδίων, χαμηλά επίπεδα «καλής χοληστερόλης» και υπέρταση δημιουργεί μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται ως μεταβολικό σύνδρομο και θεωρείται πρόδρομος του διαβήτη τύπου 2 και της αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου. Σε ποιο βαθμό όμως το μεταβολικό σύνδρομο υπάρχει και στα παιδιά; Τα υπάρχοντα δεδομένα δεν έχουν καθορίσει σαφή κριτήρια για τη διάγνωσή του στα παιδιά.
Πολύ πρόσφατη ελληνική μελέτη σε 420 ελληνόπουλα βρήκε πως ο επιπολασμός του μεταβολικού συνδρόμου ήταν υψηλός, ενώ μια δεύτερη μελέτη στη νοτιοανατολική Αττική βρήκε πως 1 στα 4 παχύσαρκα παιδιά και έφηβους παρουσιάζει ενδείξεις πρόωρου μεταβολικού συνδρόμου. Η ελληνική μελέτη children βρήκε επίσης πως σε παιδιά σχολικής ηλικίας στην Ελλάδα η κοιλιακή παχυσαρκία ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του μεταβολικού συνδρόμου, ενώ η παχυσαρκία των γονέων και το ιστορικό διαβήτη συσχετίστηκαν θετικά με την εμφάνιση μεταβολικού συνδρόμου στους απογόνους. Ακόμα όμως και σε παιδιά προσχολικής ηλικίας το ποσοστό των υπέρβαρων παιδιών ήταν πολύ μεγάλο και το βάρος των γονέων τους, η υποεκτίμηση του βάρους τους από τους γονείς και ο επακόλουθος υπερσιτισμός τους κατά τη διάρκεια των πρώτων 6 μηνών προκειμένου να αναπληρώσουν πιθανό χαμένο χρόνο ανάπτυξης, αποτελούσαν παράγοντες κινδύνου εμφάνισης μελλοντικής παχυσαρκίας σε αυτά, όπως φάνηκε από τη μελέτη genesis του Χαροκοπείου πανεπιστημίου.
Έτσι, όλοι οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να βρίσκονται σε εγρήγορση μια και το φαινόμενο έχει πάρει ανησυχητικές διαστάσεις. Επίσης ανησυχητικά ήταν τα ευρήματα μια άλλης ελληνικής μελέτης η οποία βρήκε αυξημένο επιλολασμό αρτηριακής υπέρτασης σε ελληνόπουλα από τη βόρεια Ελλάδα. Εκείνο που επίσης έχει δειχθεί είναι πως η συσσώρευση ενδοκοιλιακού λίπους στα παιδιά μπορεί να προβλέψει τα επιμέρους συστατικά του μεταβολικού συνδρόμου (δυσλιπιδαιμία, αρτηριακή πίεση). Ο κυριότερος δείκτης συσσώρευσης ενδοκοιλιακού λίπους είναι η περιφέρεια μέσης και μια ακόμα ελληνική μελέτη ανίχνευσε δυσμενή λιπιδαιμικά προφίλ και αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο σε παχύσαρκα παιδιά. Το τελικό συμπέρασμα για τους μικρούς φίλους μας είναι πως αν έχουν μεγάλη περιφέρεια μέσης τότε είναι πολύ πιθανό να έχουν και μεταβολικό σύνδρομο με όλες τις προαναφερόμενες δυσάρεστες συνέπειες.
Η θεωρία του περιγενητικού μεταβολικού προγραμματισμού (πιο γνωστή ίσως με το όνομα «Υπόθεση Barker») ήταν ένα ακόμα θέμα που απασχόλησε τους σύνεδρους. Σύμφωνα με αυτή, κατά τη διάρκεια των διάφορων φάσεων της ζωής που βρίσκονται κοντά στη γέννηση (όπως η φάση κοντά στη σύλληψη, η φάση μέσα στη μήτρα και οι πρώτοι μήνες μετά τη γέννηση), η έκθεση του μωρού σε περιβαλλοντικούς παράγοντες ή συμπεριφορές, η ανεπάρκεια του πλακούντα, η ανεπαρκής μητρική διατροφή και οι μεταβολικές διαταραχές είναι δυνατόν να προάγουν ένα τέτοιο μεταβολικό προγραμματισμό που να οδηγεί σε μελλοντική τάση για διάφορες νοσογόνους καταστάσεις στην πρώτη ή μερικές φορές και στις επόμενες γενεές.
Τα πράγματα, όμως, περιπλέκονται περισσότερο. Πρόσφατες έρευνες ανακάλυψαν σχέση μεταξύ α) της ομοιόστασης της ενέργειας, της σωματικής θερμογένεσης, των ρυθμών πείνας-κορεσμού, των ρυθμών ηρεμίας-δραστηριότητας και των ρυθμών κατάστασης ύπνου-αφύπνισης και β) των κιρκάδιων ρυθμών (οι ρυθμοί έκλυσης ορμονών κατά τη διάρκεια της ημέρας και του έτους). Οι τελευταίοι κυριαρχούν σε όλοι τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής και είναι αυτοί που προγραμματίζουν τον άνθρωπο να λειτουργεί με βάση το ηλιακό φως και την αλλαγή των εποχών. Φάνηκε λοιπόν πως μια σειρά γονιδίων παρουσιάζει κιρκάδια συμπεριφορά και πως συμπεριφορές στο πέρασμα του χρόνου που αποκλείνουν (ακατάστατα ωράρια ύπνου και σίτισης) από τον συνήθη ρυθμό του φυσιολογικού ανθρώπου έχουν ως αποτέλεσμα έναν λειτουργικό αποσυντονισμό ολόκληρου του ανθρώπινου σώματος που μπορεί να οδηγήσει σε ασθένειες σχετιζόμενες με την ηλικία ή το περιβάλλον.
Αν κάποιος, όμως, ήθελε να εξετάσει τον ρόλο της διατροφής στην εμφάνιση της παιδικής παχυσαρκίας θα διαπίστωνε πως η πρόσληψη πρωτεΐνης κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών μετά τη γέννηση έχει συσχετισθεί με μεγαλύτερο βάρος και αυξημένη ποσότητα σωματικού λίπους καθώς και ότι ο θηλασμός συσχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο υπέρβαρου ή παχυσαρκίας στην ενήλικη ζωή. Επίσης, έχει παρατηρηθεί ότι τα βρέφη που τρέφονται με υποκατάστατα γάλακτος λαμβάνουν μεγαλύτερα ποσά ενέργειας και πρωτεΐνης.
Η ελληνική μελέτη genesis από το Χαροκόπειο πανεπιστήμιο βρήκε πως τα υπέρβαρα παιδιά ή αυτά που είχαν αυξημένη πιθανότητα να είναι υπέρβαρα προσλάμβαναν μεγαλύτερη ποσότητα ενέργειας, πρωτεΐνης και λίπους. Η γευστικότητα και η ενεργειακή πυκνότητα των τροφίμων επηρεάζουν την παιδική διατροφική συμπεριφορά, με άλλα λόγια τη συχνότητα και την ποσότητα των καταναλισκούμενων γευμάτων. Μια λύση σε αυτό το πρόβλημα είναι τα παιδιά να καταναλώνουν φρούτα, λαχανικά και σούπες, τα οποία είναι τροφές με χαμηλή ενεργειακή πυκνότητα και υψηλή ικανότητα κορεσμού. Προς την κατεύθυνση της υιοθέτησης υγιεινών προτύπων από τα παιδιά σχολικής ηλικίας στράφηκε και μια πρόσφατη ελληνική μελέτη παρέμβασης η οποία σε 117 μαθητές της βόρειας Ελλάδας ηλικίας 8-12 ετών εφάρμοσε εκπαιδευτικό πρόγραμμα υγιεινής διατροφής διάρκειας 6 μηνών και διαπίστωσε πως μετά τη λήξη του τα υπέρβαρα παιδιά κυρίως βελτίωσαν τις διατροφικές τους συνήθειες αυξάνοντας την ποσότητα των προσλαμβανόμενων υδατανθράκων και μειώνοντας την ποσότητα του λίπους που κατανάλωναν. Επιπρόσθετα, τα παιδιά μετά το πρόγραμμα αύξησαν τη φυσική τους δραστηριότητα.
Ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο της παιδικής παχυσαρκίας είναι η κατανάλωση των αναψυκτικών από τα παιδιά. Εκείνο που έχει φανεί ως τώρα είναι πως παρά την υψηλή κατανάλωση αναψυκτικών τα παιδιά δε μειώνουν αντίστοιχα τον αριθμό των γευμάτων με αποτέλεσμα να δημιουργείται θετικό ενεργειακό ισοζύγιο και περίσσεια θερμίδων. Υπάρχει, όμως, και η κατηγορία των αναψυκτικών που εξαιτίας της περιεκτικότητάς τους σε σιρόπι καλαμποκιού υψηλής περιεκτικότητας σε φρουκτόζη μπορούν να παίζουν ρόλο στην αύξηση του βάρους επειδή επηρεάζουν τη λιπογένεση, την έκκριση της ινσουλίνης και την παραγωγή λεπτίνης (ορμόνης του λιπώδους ιστού). Εκτός από τα αναψυκτικά ρόλο στην εφηβική παχυσαρκία φαίνεται να παίζει και η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, όπως έδειξε ελληνική μελέτη που πραγματοποιήθηκε στην Τήνο. Η παχυσαρκία, με βάση μελέτη αυτή, ήταν υψηλότερη ανάμεσα στους έφηβους που έπιναν και η κατανάλωση αλκοόλ ολοένα και αυξάνεται στις τάξεις των εφήβων. Σε όλα αυτά έρχονται να προστεθούν τα ευρήματα μια άλλης ελληνικής μελέτης τα οποία έδειξαν ότι η υπερκατανάλωση αλατισμένων και γλυκών τροφίμων από τα παιδιά συσχετίστηκε με αυξημένα επίπεδα αρτηριακής πίεσης μέσω της αύξησης του σωματικού βάρους.
Το ολοένα αυξανόμενο μέγεθος των μερίδων (σνακς, αναψυκτικά, φαστ φουντ), η εύκολη προσβασιμότητα των ταχυφαγείων, ο ελάχιστος ελεύθερος χρόνος, ο καθιστικός τρόπος παιχνιδιού, η κατανάλωση φαγητού για μεγάλο χρονικό διάστημα μπροστά στην τηλεόραση, η προβολή ανθυγιεινών προϊόντων από τις διαφημίσεις, η τάση για μεγαλύτερη κατανάλωση φαγητού σε εστιατόρια, η παράλειψη του πρωινού γεύματος*, τα φτωχά σε θρεπτικά συστατικά και πλούσια σε αλάτι και κορεσμένα λιπαρά μενού των σχολικών κυλικείων είναι παράγοντες που έχουν συσχετισθεί με ανθυγιεινές συμπεριφορές και υπερβολική πρόσληψη λίπους και θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη.
Ο μακρόκοσμος και το περιβάλλον επηρεάζουν τον μικρόκοσμο του οργανισμού ο οποίος προσαρμόζει την όρεξη με ένα πολύπλοκο δίκτυο ορμονών και νευροδιαβιβαστών που μεταφέρουν σήματα και εντολές από το γαστρεντερικό σύστημα στον εγκέφαλο και το αντίστροφο. Απαιτούνται τουλάχιστον 30 λεπτά για να παρατηρηθούν αλλαγές των επιπέδων στο αίμα των ορμονών που ρυθμίζουν την όρεξη. Έτσι, αν ένα παιδί καταναλώνει το γεύμα μέσα σε 15 λεπτά, δεν παρέχει στον οργανισμό του τον απαιτούμενο χρόνο για να προσαρμοστεί και να νιώσει το αίσθημα κορεσμού με πιθανότερο αποτέλεσμα την μετέπειτα αθρόα εισροή θερμίδων τη στιγμή που το γεύμα θα έπρεπε να είχε τερματιστεί. Ελληνική μελέτη διαπίστωσε πως τα αγόρια τρώνε γρηγορότερα σε σχέση με τα κορίτσια, πράγμα το οποίο δικαιολογεί εύρημα άλλης ελληνικής μελέτης που διαπίστωσε υψηλότερο ποσοστό υπέρβαρου σε αγόρια σε σχέση με κορίτσια. Τα τελευταία φάνηκε πως είναι πιο επιρρεπή σε διατροφικές παρεκτροπές όταν είναι συναισθηματικά φορτισμένα.
Το ενθαρρυντικό στοιχείο που φάνηκε μέσα από ελληνικές μελέτες σε αυτό το συνέδριο είναι πως παρά την άυξηση των υπέρβαρων και παχύσαρκων παιδιών στην Ελλάδα, ο μεσογειακός τρόπος διατροφής παραμένει το πρότυπο επιλογής των νέων. Ειδικότερα, οι περισσότεροι έφηβοι καταναλώνουν ως κύριο διατροφικό λίπος το ελαιόλαδο στη μαγειρεμένη του μορφή. Δε συμβαίνει, όμως, το ίδιο με την κατανάλωση των ω-3 λιπαρών οξέων τα οποία απαντώνται κυρίως στα ψάρια. Η ελληνική μελέτη στην Τήνο έδειξε πως τα παιδιά του νησιού δεν κατανάλωναν ψάρια, ενώ ταυτόχρονα είχαν αυξημένο βάρος. Σημειώνεται πως τα ψάρια αποτελούν βασικό τρόφιμο της μεσογειακής διατροφής και πως ο καρδιοπροστατευτικός τους ρόλος έχει διασταυρωθεί από πολλές μελέτες. Δεν πρέπει παρ’ όλ’ αυτά να λησμονούμε το γεγονός πως ήδη οι έφηβοί μας έχουν ενσωματώσει τα τρανς λιπαρά οξέα στη διατροφή τους μέσα από την κατανάλωση φαστ φουντ, γλυκών και πρόχειρων γευμάτων. Η μελέτη της Τήνου έδειξε πως αρκετά από τα ελληνόπουλα του νησιού έτρωγαν λιγότερα από 3 γεύματα την ημέρα, δεν κατανάλωναν πρωινό γεύμα και στο σχολείο δεν έτρωγαν τίποτα. Κάποια άλλα έπιναν μόνο γάλα για πρωινό. Τα περισσότερα δε, κατανάλωναν γλυκά περισσότερες από 3 φορές την ημέρα, ενώ έτρωγαν γρήγορα μπροστά στην τηλεόραση ή τον υπολογιστή.
Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως το φαινόμενο της παχυσαρκίας έχει τέτοια διεισδυτικότητα που κατάφερε να αλώσει μέχρι και τις νεότερες και ευαίσθητες τάξεις του πληθυσμού μας. Ειδικά στην Ελλάδα, στη χώρα της μεσογειακής διατροφής με τις τόσες ευεργετικές επιδράσεις για την υγεία, είναι ανεπίτρεπτο να έχουμε φτάσει στο σημείο του πληθυσμιακού συναγερμού σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο φαινόμενο. Θα χρειαστεί μια άριστη συνεργασία μεταξύ των υπουργείων και των διάφορων επιστημονικών φορέων αν θέλουμε να επιτευχθεί κάτι ουσιαστικό. Δεν αρκούν μόνο οι προσπάθειες της ελληνικής εταιρείας παχυσαρκίας με παρεμβάσεις σε σχολεία και στο ευρύ κοινό. Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Διαιτολόγων και ο Πανελλήνιος Σύλλογος Νοσοκομειακών Διαιτολόγων θα πρέπει να δραστηριοποιηθούν, όχι σε κάποιο γενικό πλαίσιο και ανεξάρτητα, αλλά να συντονιστούν και να εναρμονιστούν με το συνολικό εγχείρημα της αντιμετώπισης της παιδικής παχυσαρκίας. Το κράτος από την πλευρά του θα πρέπει να δείξει την απαραίτητη διάθεση για συνεργασία.
*Μελέτη του Χαροκοπείου πανεπιστημίου έδειξε πως τα παιδιά που κατανάλωναν δημητριακά πρωινού είχαν χαμηλότερο βάρος σε σχέση με το ύψος τους και μικρότερη πιθανότητα να γίνουν υπέρβαρα ή παχύσαρκα.
Τα τελευταία επιδημιολογικά δεδομένα καταδεικνύουν πως η γρήγορη πρόσληψη βάρους κατά τη διάρκεια της βρεφικής ηλικίας μπορεί να αποτελέσει παράγοντα κινδύνου για παιδική και ενήλικη παχυσαρκία καθώς και για ινσουλινοαντίσταση. Η τελευταία δε, με βάση στοιχεία ελληνικής μελέτης, είναι πολύ συχνή ανάμεσα σε υπέρβαρα και παχύσαρκα ελληνόπουλα, με το γυναικείο φύλο, το σωματικό βάρος, το δείκτη μάζα σώματος και την περιφέρεια μέσης να αποτελούν ανεξάρτητους παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση ινσουλινοαντίστασης στην παιδική ηλικία.
Μεγάλο ενδιαφέρον στο συνέδριο αυτό είχε η υπό διερεύνηση υπόθεση πως υπάρχει μια σύγκρουση έκφρασης γονιδίων στο έμβρυο. Η έκφραση των πατρικών γονιδίων ευνοεί την ανάπτυξη του εμβρύου, ενώ η έκφραση των μητρικών γονιδίων φαίνεται να την περιορίζει. Η μητέρα λοιπόν εκτός από την ανάπτυξη του εμβρύου φροντίζει και για τη διατήρηση της δικής της ακεραιότητας. Μέσα λοιπόν από αυτή την ευαίσθητη ισορροπία γεννιέται το παιδί, του οποίου πιθανό χαμηλό βάρος γέννησης σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για ενήλικη ινσουλινοαντίσταση και εμφάνιση διαβήτη τύπου 2.
Επιπρόσθετα, η εμφάνιση διαβήτη κυήσεως ή γενικότερα διαβήτη στη μητέρα αποτελούν παράγοντες κινδύνου εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 στους απογόνους. Η «εμβρυική θεωρία της ινσουλίνη»ς υποστηρίζει με αυτόν τον τρόπο πως οι κληρονομούμενες γονιδιακές βλάβες που οδηγούν σε ινσουλινοαντίσταση σχετίζονται με το μέγεθος του μωρού και με τον κίνδυνο για διαβήτη τύπου 2. Τη θεωρία αυτή φαίνεται να ενισχύει και πολύ πρόσφατη ελληνική μελέτη του Χαροκοπείου πανεπιστημίου (Genesis study) η οποία εντόπισε πως το μικρό μέγεθος του νεογνού, η έλλειψη πρακτικής του αποκλειστικού θηλασμού αλλά και το αυξημένο βάρος των γονέων μπορούν να προβλέψουν το υπέρβαρο στη βρεφική ηλικία.
Η ινσουλινοαντίσταση όμως είναι μόνο ένα επικίνδυνο για την υγεία χαρακτηριστικό. Αν συνδυαστεί με υψηλά επίπεδα τριγλυκεριδίων, χαμηλά επίπεδα «καλής χοληστερόλης» και υπέρταση δημιουργεί μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται ως μεταβολικό σύνδρομο και θεωρείται πρόδρομος του διαβήτη τύπου 2 και της αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου. Σε ποιο βαθμό όμως το μεταβολικό σύνδρομο υπάρχει και στα παιδιά; Τα υπάρχοντα δεδομένα δεν έχουν καθορίσει σαφή κριτήρια για τη διάγνωσή του στα παιδιά.
Πολύ πρόσφατη ελληνική μελέτη σε 420 ελληνόπουλα βρήκε πως ο επιπολασμός του μεταβολικού συνδρόμου ήταν υψηλός, ενώ μια δεύτερη μελέτη στη νοτιοανατολική Αττική βρήκε πως 1 στα 4 παχύσαρκα παιδιά και έφηβους παρουσιάζει ενδείξεις πρόωρου μεταβολικού συνδρόμου. Η ελληνική μελέτη children βρήκε επίσης πως σε παιδιά σχολικής ηλικίας στην Ελλάδα η κοιλιακή παχυσαρκία ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του μεταβολικού συνδρόμου, ενώ η παχυσαρκία των γονέων και το ιστορικό διαβήτη συσχετίστηκαν θετικά με την εμφάνιση μεταβολικού συνδρόμου στους απογόνους. Ακόμα όμως και σε παιδιά προσχολικής ηλικίας το ποσοστό των υπέρβαρων παιδιών ήταν πολύ μεγάλο και το βάρος των γονέων τους, η υποεκτίμηση του βάρους τους από τους γονείς και ο επακόλουθος υπερσιτισμός τους κατά τη διάρκεια των πρώτων 6 μηνών προκειμένου να αναπληρώσουν πιθανό χαμένο χρόνο ανάπτυξης, αποτελούσαν παράγοντες κινδύνου εμφάνισης μελλοντικής παχυσαρκίας σε αυτά, όπως φάνηκε από τη μελέτη genesis του Χαροκοπείου πανεπιστημίου.
Έτσι, όλοι οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να βρίσκονται σε εγρήγορση μια και το φαινόμενο έχει πάρει ανησυχητικές διαστάσεις. Επίσης ανησυχητικά ήταν τα ευρήματα μια άλλης ελληνικής μελέτης η οποία βρήκε αυξημένο επιλολασμό αρτηριακής υπέρτασης σε ελληνόπουλα από τη βόρεια Ελλάδα. Εκείνο που επίσης έχει δειχθεί είναι πως η συσσώρευση ενδοκοιλιακού λίπους στα παιδιά μπορεί να προβλέψει τα επιμέρους συστατικά του μεταβολικού συνδρόμου (δυσλιπιδαιμία, αρτηριακή πίεση). Ο κυριότερος δείκτης συσσώρευσης ενδοκοιλιακού λίπους είναι η περιφέρεια μέσης και μια ακόμα ελληνική μελέτη ανίχνευσε δυσμενή λιπιδαιμικά προφίλ και αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο σε παχύσαρκα παιδιά. Το τελικό συμπέρασμα για τους μικρούς φίλους μας είναι πως αν έχουν μεγάλη περιφέρεια μέσης τότε είναι πολύ πιθανό να έχουν και μεταβολικό σύνδρομο με όλες τις προαναφερόμενες δυσάρεστες συνέπειες.
Η θεωρία του περιγενητικού μεταβολικού προγραμματισμού (πιο γνωστή ίσως με το όνομα «Υπόθεση Barker») ήταν ένα ακόμα θέμα που απασχόλησε τους σύνεδρους. Σύμφωνα με αυτή, κατά τη διάρκεια των διάφορων φάσεων της ζωής που βρίσκονται κοντά στη γέννηση (όπως η φάση κοντά στη σύλληψη, η φάση μέσα στη μήτρα και οι πρώτοι μήνες μετά τη γέννηση), η έκθεση του μωρού σε περιβαλλοντικούς παράγοντες ή συμπεριφορές, η ανεπάρκεια του πλακούντα, η ανεπαρκής μητρική διατροφή και οι μεταβολικές διαταραχές είναι δυνατόν να προάγουν ένα τέτοιο μεταβολικό προγραμματισμό που να οδηγεί σε μελλοντική τάση για διάφορες νοσογόνους καταστάσεις στην πρώτη ή μερικές φορές και στις επόμενες γενεές.
Τα πράγματα, όμως, περιπλέκονται περισσότερο. Πρόσφατες έρευνες ανακάλυψαν σχέση μεταξύ α) της ομοιόστασης της ενέργειας, της σωματικής θερμογένεσης, των ρυθμών πείνας-κορεσμού, των ρυθμών ηρεμίας-δραστηριότητας και των ρυθμών κατάστασης ύπνου-αφύπνισης και β) των κιρκάδιων ρυθμών (οι ρυθμοί έκλυσης ορμονών κατά τη διάρκεια της ημέρας και του έτους). Οι τελευταίοι κυριαρχούν σε όλοι τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής και είναι αυτοί που προγραμματίζουν τον άνθρωπο να λειτουργεί με βάση το ηλιακό φως και την αλλαγή των εποχών. Φάνηκε λοιπόν πως μια σειρά γονιδίων παρουσιάζει κιρκάδια συμπεριφορά και πως συμπεριφορές στο πέρασμα του χρόνου που αποκλείνουν (ακατάστατα ωράρια ύπνου και σίτισης) από τον συνήθη ρυθμό του φυσιολογικού ανθρώπου έχουν ως αποτέλεσμα έναν λειτουργικό αποσυντονισμό ολόκληρου του ανθρώπινου σώματος που μπορεί να οδηγήσει σε ασθένειες σχετιζόμενες με την ηλικία ή το περιβάλλον.
Αν κάποιος, όμως, ήθελε να εξετάσει τον ρόλο της διατροφής στην εμφάνιση της παιδικής παχυσαρκίας θα διαπίστωνε πως η πρόσληψη πρωτεΐνης κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών μετά τη γέννηση έχει συσχετισθεί με μεγαλύτερο βάρος και αυξημένη ποσότητα σωματικού λίπους καθώς και ότι ο θηλασμός συσχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο υπέρβαρου ή παχυσαρκίας στην ενήλικη ζωή. Επίσης, έχει παρατηρηθεί ότι τα βρέφη που τρέφονται με υποκατάστατα γάλακτος λαμβάνουν μεγαλύτερα ποσά ενέργειας και πρωτεΐνης.
Η ελληνική μελέτη genesis από το Χαροκόπειο πανεπιστήμιο βρήκε πως τα υπέρβαρα παιδιά ή αυτά που είχαν αυξημένη πιθανότητα να είναι υπέρβαρα προσλάμβαναν μεγαλύτερη ποσότητα ενέργειας, πρωτεΐνης και λίπους. Η γευστικότητα και η ενεργειακή πυκνότητα των τροφίμων επηρεάζουν την παιδική διατροφική συμπεριφορά, με άλλα λόγια τη συχνότητα και την ποσότητα των καταναλισκούμενων γευμάτων. Μια λύση σε αυτό το πρόβλημα είναι τα παιδιά να καταναλώνουν φρούτα, λαχανικά και σούπες, τα οποία είναι τροφές με χαμηλή ενεργειακή πυκνότητα και υψηλή ικανότητα κορεσμού. Προς την κατεύθυνση της υιοθέτησης υγιεινών προτύπων από τα παιδιά σχολικής ηλικίας στράφηκε και μια πρόσφατη ελληνική μελέτη παρέμβασης η οποία σε 117 μαθητές της βόρειας Ελλάδας ηλικίας 8-12 ετών εφάρμοσε εκπαιδευτικό πρόγραμμα υγιεινής διατροφής διάρκειας 6 μηνών και διαπίστωσε πως μετά τη λήξη του τα υπέρβαρα παιδιά κυρίως βελτίωσαν τις διατροφικές τους συνήθειες αυξάνοντας την ποσότητα των προσλαμβανόμενων υδατανθράκων και μειώνοντας την ποσότητα του λίπους που κατανάλωναν. Επιπρόσθετα, τα παιδιά μετά το πρόγραμμα αύξησαν τη φυσική τους δραστηριότητα.
Ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο της παιδικής παχυσαρκίας είναι η κατανάλωση των αναψυκτικών από τα παιδιά. Εκείνο που έχει φανεί ως τώρα είναι πως παρά την υψηλή κατανάλωση αναψυκτικών τα παιδιά δε μειώνουν αντίστοιχα τον αριθμό των γευμάτων με αποτέλεσμα να δημιουργείται θετικό ενεργειακό ισοζύγιο και περίσσεια θερμίδων. Υπάρχει, όμως, και η κατηγορία των αναψυκτικών που εξαιτίας της περιεκτικότητάς τους σε σιρόπι καλαμποκιού υψηλής περιεκτικότητας σε φρουκτόζη μπορούν να παίζουν ρόλο στην αύξηση του βάρους επειδή επηρεάζουν τη λιπογένεση, την έκκριση της ινσουλίνης και την παραγωγή λεπτίνης (ορμόνης του λιπώδους ιστού). Εκτός από τα αναψυκτικά ρόλο στην εφηβική παχυσαρκία φαίνεται να παίζει και η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, όπως έδειξε ελληνική μελέτη που πραγματοποιήθηκε στην Τήνο. Η παχυσαρκία, με βάση μελέτη αυτή, ήταν υψηλότερη ανάμεσα στους έφηβους που έπιναν και η κατανάλωση αλκοόλ ολοένα και αυξάνεται στις τάξεις των εφήβων. Σε όλα αυτά έρχονται να προστεθούν τα ευρήματα μια άλλης ελληνικής μελέτης τα οποία έδειξαν ότι η υπερκατανάλωση αλατισμένων και γλυκών τροφίμων από τα παιδιά συσχετίστηκε με αυξημένα επίπεδα αρτηριακής πίεσης μέσω της αύξησης του σωματικού βάρους.
Το ολοένα αυξανόμενο μέγεθος των μερίδων (σνακς, αναψυκτικά, φαστ φουντ), η εύκολη προσβασιμότητα των ταχυφαγείων, ο ελάχιστος ελεύθερος χρόνος, ο καθιστικός τρόπος παιχνιδιού, η κατανάλωση φαγητού για μεγάλο χρονικό διάστημα μπροστά στην τηλεόραση, η προβολή ανθυγιεινών προϊόντων από τις διαφημίσεις, η τάση για μεγαλύτερη κατανάλωση φαγητού σε εστιατόρια, η παράλειψη του πρωινού γεύματος*, τα φτωχά σε θρεπτικά συστατικά και πλούσια σε αλάτι και κορεσμένα λιπαρά μενού των σχολικών κυλικείων είναι παράγοντες που έχουν συσχετισθεί με ανθυγιεινές συμπεριφορές και υπερβολική πρόσληψη λίπους και θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη.
Ο μακρόκοσμος και το περιβάλλον επηρεάζουν τον μικρόκοσμο του οργανισμού ο οποίος προσαρμόζει την όρεξη με ένα πολύπλοκο δίκτυο ορμονών και νευροδιαβιβαστών που μεταφέρουν σήματα και εντολές από το γαστρεντερικό σύστημα στον εγκέφαλο και το αντίστροφο. Απαιτούνται τουλάχιστον 30 λεπτά για να παρατηρηθούν αλλαγές των επιπέδων στο αίμα των ορμονών που ρυθμίζουν την όρεξη. Έτσι, αν ένα παιδί καταναλώνει το γεύμα μέσα σε 15 λεπτά, δεν παρέχει στον οργανισμό του τον απαιτούμενο χρόνο για να προσαρμοστεί και να νιώσει το αίσθημα κορεσμού με πιθανότερο αποτέλεσμα την μετέπειτα αθρόα εισροή θερμίδων τη στιγμή που το γεύμα θα έπρεπε να είχε τερματιστεί. Ελληνική μελέτη διαπίστωσε πως τα αγόρια τρώνε γρηγορότερα σε σχέση με τα κορίτσια, πράγμα το οποίο δικαιολογεί εύρημα άλλης ελληνικής μελέτης που διαπίστωσε υψηλότερο ποσοστό υπέρβαρου σε αγόρια σε σχέση με κορίτσια. Τα τελευταία φάνηκε πως είναι πιο επιρρεπή σε διατροφικές παρεκτροπές όταν είναι συναισθηματικά φορτισμένα.
Το ενθαρρυντικό στοιχείο που φάνηκε μέσα από ελληνικές μελέτες σε αυτό το συνέδριο είναι πως παρά την άυξηση των υπέρβαρων και παχύσαρκων παιδιών στην Ελλάδα, ο μεσογειακός τρόπος διατροφής παραμένει το πρότυπο επιλογής των νέων. Ειδικότερα, οι περισσότεροι έφηβοι καταναλώνουν ως κύριο διατροφικό λίπος το ελαιόλαδο στη μαγειρεμένη του μορφή. Δε συμβαίνει, όμως, το ίδιο με την κατανάλωση των ω-3 λιπαρών οξέων τα οποία απαντώνται κυρίως στα ψάρια. Η ελληνική μελέτη στην Τήνο έδειξε πως τα παιδιά του νησιού δεν κατανάλωναν ψάρια, ενώ ταυτόχρονα είχαν αυξημένο βάρος. Σημειώνεται πως τα ψάρια αποτελούν βασικό τρόφιμο της μεσογειακής διατροφής και πως ο καρδιοπροστατευτικός τους ρόλος έχει διασταυρωθεί από πολλές μελέτες. Δεν πρέπει παρ’ όλ’ αυτά να λησμονούμε το γεγονός πως ήδη οι έφηβοί μας έχουν ενσωματώσει τα τρανς λιπαρά οξέα στη διατροφή τους μέσα από την κατανάλωση φαστ φουντ, γλυκών και πρόχειρων γευμάτων. Η μελέτη της Τήνου έδειξε πως αρκετά από τα ελληνόπουλα του νησιού έτρωγαν λιγότερα από 3 γεύματα την ημέρα, δεν κατανάλωναν πρωινό γεύμα και στο σχολείο δεν έτρωγαν τίποτα. Κάποια άλλα έπιναν μόνο γάλα για πρωινό. Τα περισσότερα δε, κατανάλωναν γλυκά περισσότερες από 3 φορές την ημέρα, ενώ έτρωγαν γρήγορα μπροστά στην τηλεόραση ή τον υπολογιστή.
Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως το φαινόμενο της παχυσαρκίας έχει τέτοια διεισδυτικότητα που κατάφερε να αλώσει μέχρι και τις νεότερες και ευαίσθητες τάξεις του πληθυσμού μας. Ειδικά στην Ελλάδα, στη χώρα της μεσογειακής διατροφής με τις τόσες ευεργετικές επιδράσεις για την υγεία, είναι ανεπίτρεπτο να έχουμε φτάσει στο σημείο του πληθυσμιακού συναγερμού σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο φαινόμενο. Θα χρειαστεί μια άριστη συνεργασία μεταξύ των υπουργείων και των διάφορων επιστημονικών φορέων αν θέλουμε να επιτευχθεί κάτι ουσιαστικό. Δεν αρκούν μόνο οι προσπάθειες της ελληνικής εταιρείας παχυσαρκίας με παρεμβάσεις σε σχολεία και στο ευρύ κοινό. Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Διαιτολόγων και ο Πανελλήνιος Σύλλογος Νοσοκομειακών Διαιτολόγων θα πρέπει να δραστηριοποιηθούν, όχι σε κάποιο γενικό πλαίσιο και ανεξάρτητα, αλλά να συντονιστούν και να εναρμονιστούν με το συνολικό εγχείρημα της αντιμετώπισης της παιδικής παχυσαρκίας. Το κράτος από την πλευρά του θα πρέπει να δείξει την απαραίτητη διάθεση για συνεργασία.
*Μελέτη του Χαροκοπείου πανεπιστημίου έδειξε πως τα παιδιά που κατανάλωναν δημητριακά πρωινού είχαν χαμηλότερο βάρος σε σχέση με το ύψος τους και μικρότερη πιθανότητα να γίνουν υπέρβαρα ή παχύσαρκα.
Labels:
αδυνάτισμα,
δίαιτα,
διαιτολόγοι,
διαιτολόγος,
διατροφή,
παιδιά,
παχυσαρκία,
υγεία
Monday, November 10, 2008
ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΑ ΒΙΤΑΜΙΝΩΝ: ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΡΑΜΕΛΕΣ
Οι περισσότεροι Έλληνες συνηθίζουν να λαμβάνουν αντιοξειδωτικά συμπληρώματα διατροφής πιστεύοντας πως έτσι θα προλάβουν κάποιο κρυολόγημα, θα ενισχύσουν το ανοσοποιητικό σύστημα ή ακόμα και ότι θα επιβραδύνουν τη διαδικασία της γήρανσης. Σε τελική ανάλυση, σκέφτονται πως ακόμα και αν δεν κάνουν ό,τι ισχυρίζονται δεν κάνουν κακό στην υγεία, οπότε μικρό το κακό. Είναι όμως τα πράγματα τόσο απλά; Αν ήταν έτσι τότε ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων της Αμερικής δε θα εξέδιδε οδηγία πριν 3 ημέρες για τις εταιρείες παρασκευής συμπληρωμάτων διατροφής. Η Συγκεκριμένη οδηγία έρχεται να συμπληρώσει την Δράση για Υγεία και Εκπαίδευση πάνω στα Συμπληρώματα Διατροφής (1994), σύμφωνα με την οποία οι εταιρείες συμπληρωμάτων διατροφής θα έπρεπε να φροντίζουν για την ασφάλεια των συστατικών των σκευασμάτων αυτών. Η καινούρια οδηγία υπαγορεύει πλέον στις εταιρείες α) τα προϊόντα τους να φέρουν ετικέτες που να πληροφορούν για το τι περιέχουν και να μην ισχυρίζονται πως έχουν συστατικά που δεν περιέχουν, και β) να μην περιέχουν συστατικά που δεν αναφέρονται στην ετικέτα, όπως προσμίξεις χημικών ενώσεων και ακαθαρσίες επιβλαβείς για την υγεία του ανθρώπου. Με αυτόν τον τρόπο επιβάλλεται στις εταιρείες να αξιολογούν την ταυτότητα, την καθαρότητα των βασικών συστατικών του συμπληρώματος και να ελέγχουν για ανεπιθύμητες ουσίες στα σκευάσματά τους. Ποιές ουσίες μπορεί να είναι αυτές; Εντομοκτόνα, φυσικές τοξίνες, βακτήρια, γυαλί, μόλυβδος και άλα βαρέα μέταλλα που μέχρι τώρα οι καταναλωτές ίσως να λάμβαναν μαζί με το "μαγικό σκέυασμα". Το χρονικό περιθώριο που δίνεται στις μικρές επιχειρήσεις για να συμμορφωθούν με τον κανόνα είναι μέχρι 3 χρόνια. Πιο συγκεκριμένα, εταιρείες με περισσότερους από 500 υπαλλήλους θα πρέπει να συμμορφωθούν μέχρι τον Ιούνιο του 2008, ενώ όσες απασχολούν λιγότερους από 500 υπαλλήλους θα πρέπει να προσαρμοστούν μέχρι τον Ιούνιο του 2009. Τέλος εταιρείες με λιγότερους από 20 υπαλλήλους έχουν προθεσμία μέχρι τον Ιούνιο του 2010. Ας δούμε όμως και τι λένε οι επιστημονικές μελέτες για τα συμπληρώματα διατροφής.
Η συνολική διαδικασία γήρανσης αποδίδεται και σε μια βαθμιαία συσσώρευση ζημίας που προέρχεται από τις ελεύθερες ρίζες. Υπερβολική ποσότητα ελεύθερων ριζών έχει αναφερθεί στις καρδιαγγειακές παθήσεις, στη νόσο του Αλτσχάιμερ, στη νόσο του Πάρκινσον και στον καρκίνο. Εν τούτοις οι ελεύθερες ρίζες είναι απαραίτητες για την ζωή. Η ικανότητα του σώματος να μετατρέπει τον αέρα και την τροφή σε χημική ενέργεια εξαρτάται από μια αλυσιδωτή αντίδραση ελεύθερων ριζών. Αποτελούν επίσης κρίσιμο μέρος του ανοσοποιητικού συστήματος. Οι βιταμίνες είναι αυτές που πετυχαίνουν την ισορροπία.
Ο τρόπος με τον οποίο δρουν οι αντιοξειδωτικές ουσίες είναι να αφοπλίζουν τις ελεύθερες ρίζες από τα "απειλητικά" τους ηλεκτρόνια και να τις μετατρέπουν ξανά σε "νομοταγή" χημικά μόρια. Όμως η αλήθεια είναι κάπως διαφορετική. Οι ελεύθερες ρίζες είναι καλές όσο και κακές, ενώ τα πολλά αντιοξειδωτικά μπορούν να κάνουν κακό στον οργανισμό.
Τα πιο πολλά από αυτά είναι γνωστά στο ευρύτερο κοινό, π.χ. Βιταμίνες E και C, β-καροτένιο (μια μορφή της βιταμίνης Α) και σελήνιο. Ο τρόπος λειτουργίας τους είναι αρκετά περίπλοκος και θα εξεταστεί παρακάτω. Είναι αλήθεια πως τα αντιοξειδωτικά σταματούν μια διαδικασία που ονομάζεται οξείδωση. Σημαντικά μόρια μέσα στο σώμα, όπως αυτά που σχηματίζουν τα τοιχώματα των αρτηριών, οξειδώνονται όταν χάσουν ένα ηλεκτρόνιο. Από την στιγμή που θα οξειδωθούν γίνονται ασταθή και διαχωρίζονται πλέον εύκολα.
Οι ελεύθερες ρίζες είναι πολύ αντιδραστικά μόρια ή άτομα, με μη ζευγαρωμένα ηλεκτρόνια, που αποζητούν άλλα ηλεκτρόνια για να "ζευγαρώσουν". Έτσι κλέβουν ένα ηλεκτρόνιο, από οτιδήποτε συναντήσουν πρώτα: π.χ. από ένα κυτταρικό τοίχωμα, ή από το γενετικό υλικό (DNA).
Όσο η ζημιά που προκαλούν οι ελεύθερες ρίζες λαμβάνει χώρα, άλλο τόσο στα κύτταρα στα οποία συμβαίνει δεν μπορούν να αποδώσουν ικανοποιητικά.
Υπερβολική ποσότητα ελεύθερων ριζών έχει αναφερθεί στις καρδιαγγειακές παθήσεις, στη νόσο του Αλτσχάιμερ, στη νόσο του Πάρκινσον και στον καρκίνο. Η συνολική διαδικασία γήρανσης έχει οριστεί ως μια βαθμιαία συσσώρευση ζημίας προερχομένης από τις ελεύθερες ρίζες.
Εν τούτοις οι ελεύθερες ρίζες είναι απαραίτητες για την ζωή. Η ικανότητα του σώματος να μετατρέπει τον αέρα και την τροφή σε χημική ενέργεια εξαρτάται από μια αλυσιδωτή αντίδραση ελεύθερων ριζών. Αποτελούν επίσης κρίσιμο μέρος του ανοσοποιητικού συστήματος, καθώς ρέουν στις φλέβες και επιτίθενται σε "ξένους εισβολείς". Το υπεροξείδιο του υδρογόνου αποτελεί
ένα κλασικό παράδειγμα ελεύθερης ρίζας, η οποία, αν και βρίσκεται σε ίχνη μέσα στο αίμα, βοηθά στην αντιμετώπιση των μικροβίων. Η παραγωγή ελεύθερων ριζών είναι μια φυσική διαδικασία, καθώς αυτές είναι παραπροϊόντα της αναπνοής.
Ο ρόλος των αντιοξειδωτικών ουσιών είναι μέσα από μια πολύπλοκη διαδικασία να αντιδρούν με τις ελεύθερες ρίζες και να τις αδρανοποιούν μετατρέποντάς τις σε μόρια, όπως νερό και αέριο οξυγόνο.
Φαίνεται λοιπόν πως υπάρχει μια ευαίσθητη ισορροπία: από τη μια πλευρά το σώμα δεν επιθυμεί την υπερβολική παραγωγή ελεύθερων ριζών και από την άλλη δεν θέλει να τις χάσει εντελώς. Μια δίαιτα πλούσια σε φρούτα, λαχανικά, ξηρούς καρππούς και σε ορισμένες πηγές κρέατος μπορεί να
εφοδιάσει τους περισσότερους από εμάς με τις απαραίτητες αντιοξειδωτικές ουσίες για να διατηρήσουμε αυτή την ισορροπία. Οι ειδικοί επιστήμονες συμφωνούν στο ότι λίγοι είναι αυτοί που θα πρέπει να αυξήσουν την πρόσληψη των κοινών αντιοξειδωτικών, όπως της βιταμίνης C και του β-καροτένιου. Η τιμή για την βιταμίνη E παραμένει ακόμα "στον αέρα".
Σύμφωνα με την Καρδιολογική Εταιρεία των Η.Π.Α. αξιοσημείωτο ποσοστό των Αμερικανών (περίπου το 30%) κάνει χρήση συμπληρωμάτων διατροφής.
Από επιστημονική άποψη, για κάθε μελέτη που βρίσκει ευεργετικές δράσεις των αντιοξειδωτικών ουσιών υπάρχει μία άλλη, η οποία δεν βρίσκει καμία συσχέτιση. Η ύπαρξη χαμηλών επιπέδων αντιοξειδωτικών φαίνεται να δρα αρνητικά στον οργανισμό. Μια μελέτη που δημοσιεύτηκε στην έγκυρη βρετανική ιατρική επιθεώρηση "The Lancet", το 1983, βρήκε πως τα άτομα με χαμηλά επίπεδα σεληνίου είχαν δύο φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν καρκίνο, σε σχέση με αυτούς που τα επίπεδά τους ήταν φυσιολογικά.
Άλλη μελέτη που δημοσιεύτηκε το 1986 στην επιθεώρηση "New England Journal of Medicine" βρήκε ότι οι ασθενείς που έπασχαν από ένα συγκεκριμένο τύπο καρκίνου του πνεύμονα είχαν τέσσερις φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να έχουν έλλειψη σε β-καροτένιο συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου.
Μια μελέτη από την Ολλανδία, το 1989, συσχέτισε τα χαμηλά επίπεδα σεληνίου με αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος. Επιπρόσθετα, η μελέτη Harvard based Physicians Health Study 6, η οποία κατέγραψε τον τρόπο ζωής περίπου 50.000 αντρών επαγγελματιών υγείας για τα προηγούμενα 15 χρόνια της ζωής τους, βρήκε ότι εκείνοι που κατανάλωναν μια δίαιτα πλούσια σε βιταμίνη E (από πηγές όπως καρύδια, σπόρους και σόγια), διέτρεχαν τον μισό κίνδυνο ανάπτυξης καρδιαγγειακής νόσου σε σχέση με εκείνους που προσλάμβαναν χαμηλά επίπεδα βιταμίνης E από την διατροφή τους. Τα οφέλη όμως από τη λήψη αντιοξειδωτικών ουσιών, πέραν αυτών που προσφέρει η διατροφή, είναι πιο δύσκολο να αποδειχθούν.
Η ημερήσια λήψη συμπληρωμάτων σεληνίου από ασθενείς με καρκίνο του δέρματος διπλασίαζε την πιθανότητά τους να μην καταλήξουν σε σχέση με τους ασθενείς που δεν έπαιρναν συμπληρώματα, όπως φάνηκε από μελέτη που δημοσιεύθηκε το 1996, στην επιθεώρηση της Αμερικανικής Ιατρικής Εταιρείας. Άλλες μελέτες έδειξαν παρόμοια θετικά αποτελέσματα: η βιταμίνη E μείωνε τον κίνδυνο προστατικού καρκίνου, ανέβαλε την έναρξη των συμπτωμάτων εξασθένησης από την νόσο Αλτσχάιμερ, καθυστερούσε τον καταρράκτη και την εξέλιξη της νόσου των στεφανιαίων αρτηριών της καρδιάς. Η βιταμίνη C θα μπορούσε να προλάβει και να αντιμετωπίσει την τύφλωση, την νεφρική ανεπάρκεια και τον ακρωτηριασμό στους διαβητικούς.
Επιπρόσθετες ποσότητες σεληνίου, ένα μέταλλο που είναι απαραίτητο σε ελάχιστες ποσότητες, φάνηκε ότι μείωναν τον κίνδυνο καρκίνου του προστάτη, ορθοκολονικού καρκίνου και καρκίνου του πνεύμονα.
Ταυτόχρονα με τις προηγούμενες μελέτες δεν έλειψαν και εκείνες που έβρισκαν ουδέτερη ή ακόμα και αρνητική τη δράση των συμπληρωμάτων αντιοξειδωτικών. Μια μελέτη του 1994, που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση "New England Journal of Medicine" βρήκε ότι οι Φιλανδοί άνδρες καπνιστές είχαν 18% μεγαλύτερη πιθανότητα ανάπτυξης καρκίνου του πνεύμονα μετά τη λήψη συμπληρώματος β-καροτένιου. Το 1997 η επιθεώρηση "The Lancet" παρουσίασε μια μελέτη ασθενών που λάμβαναν συμπληρώματα βιταμίνης E και β-καροτένιου μετά το πρώτο τους έμφραγμα. Υπήρξαν πιο πολλοί θάνατοι από καρδιαγγειακή νόσο στην ομάδα του β-καροτένιου και τάση περισσότερων θανάτων στην ομάδα της βιταμίνης E. Άλλες μελέτες δημοσιευμένες μεταξύ 1994 και 1997 στην επιθεώρηση "New England Journal of Medicine" έδειξαν παρόμοια αρνητικά ή ουδέτερα αποτελέσματα.
Από τα αντικρουόμενα ευρήματα των μελετών φαίνεται ότι δεν μπορούμε ακόμα να κατανοήσουμε την περίπλοκη σχέση μεταξύ συγκεκριμένων τύπων αντιοξειδωτικών και συγκεκριμένων τύπων ελεύθερων ριζών σε διαφορετικές στιγμές της ζωής καθενός. Δεν μπορούμε να μιλάμε για τα αντιοξειδωτικά "μαζικά". Δεν έχουν όλα τις ίδιες ικανότητες. Τα αποτελέσματα των ερευνών παρουσιάζουν όλα μεγάλο ενδιαφέρον. Αλλά οι επιστήμονες δυσκολεύονται πολύ να το αναπαραγάγουν και να εξηγήσουν τις θετικές επιδράσεις που ανιχνεύουν.
Το "αντιοξειδωτικό παράδοξο" είναι πως ενώ οι δίαιτες, πλούσιες σε αντιοξειδωτικά, δείχνουν να έχουν θετική επίδραση στην υγεία, η χορήγηση συμπληρωμάτων αντιοξειδωτικών μπορεί να δράσει προς τις δύο κατευθύνσεις χωρίς να είναι τίποτα προβλέψιμο. Αν η βιοχημεία παραμένει ίδια για όλους, γιατί η λήψη ενός αντιοξειδωτικού έχει διαφορετική επίδραση σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και σε διαφορετικές περιοχές του σώματος;
Ίσως οι επιπρόσθετες ποσότητες αντιοξειδωτικών, από αυτές που χρειάζεται ο οργανισμός, να δρουν τελικά ως προ-οξειδωτικές ενώσεις και να τροφοδοτούν την παραγωγή ελεύθερων ριζών και την παραπέρα οξειδωτική βλάβη. Ίσως οι αντιοξειδωτικές ουσίες να μην έχουν αποτέλεσμα επειδή δεν μπορούν να φτάσουν εκεί που είναι περισσότερο απαραίτητες.
Όλα τα παραπάνω ερωτήματα γεννούν ένα ακόμα πιο σημαντικό: Πόσο ασφαλής είναι τελικά η λήψη των συμπληρωμάτων αντιοξειδωτικών ουσιών; Πόσο ασφαλή είναι τα συμπληρώματα βιταμινών E και C;
Υπάρχει σημαντικός όγκος επιστημονικών δεδομένων, που υποστηρίζει ότι η λήψη συμπληρωμάτων βιταμίνης E και C είναι ασφαλής για τον γενικότερο πληθυσμό. Επειδή αυτά τα δύο θρεπτικά συστατικά επιτελούν πολλές λειτουργίες και ανάμεσά τους αυτήν της αντιοξειδωτικής δράσης που προστατεύει από τις ελεύθερες ρίζες, η δράση τους έχει μελετηθεί
επισταμένως τα τελευταία χρόνια. Εξ αιτίας των προαναφερομένων θετικών επιδράσεων είναι πολλά τα άτομα που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες των δύο αυτών βιταμινών, οι οποίες ξεπερνούν τα συνιστώμενα διαιτητικά όρια.
Ως ασφαλής οδηγία (ανεκτά ανώτατα επίπεδα πρόσληψης), δοσμένη από το Ιατρικό Ινστιτούτο των Ην. Πολιτειών, έχει καθοριστεί στους ενήλικους το ένα γραμμάριο για τη βιταμίνη E και τα δύο γραμμάρια για τη βιταμίνη C.
Πολλές κλινικές δοκιμές με αυτές τις δύο βιταμίνες διεξήχθησαν, περιλαμβάνοντας μια γκάμα ασθενών με διάφορες ασθένειες, χωρίς να παρατηρηθούν συγκεκριμένες παρενέργειες σε οποιοδήποτε επίπεδο πρόσληψης. Άλλες μελέτες με αντικείμενο συγκεκριμένα τη βιταμίνη C δεν εντόπισαν παρενέργειες, εκτός από περιστασιακές γαστρεντερικές διαταραχές ή ήπια διάρροια, η οποία συνέβη λόγω της οσμωτικής δράσης ποσοτήτων βιταμίνης C, που δεν είχαν απορροφηθεί. Υπήρξαν κάποιες ενδείξεις για αιμορραγικές δράσεις και άλλες πιθανές παρενέργειες που παρατηρήθηκαν σε υψηλές δόσεις βιταμίνης E, αλλά τα δεδομένα δεν ήταν πειστικά. Ενδείξεις για πιθανές παρενέργειες της βιταμίνης C που προκύπτουν από τον ρόλο της στον μεταβολισμό του σιδήρου, δεν επιβεβαιώθηκαν σε κλινικές μελέτες.
Έτσι, από την ανασκόπηση των κλινικών δοκιμών φαίνεται πως τα συμπληρώματα βιταμίνης E και C είναι ασφαλή για τους περισσότερους ενήλικους σε επίπεδα για την μεν βιταμίνη E μικρότερα ή ίσα με 1600 διεθνείς μονάδες (IU), ενώ για τη βιταμίνη C σε επίπεδα μικρότερα ή ίσα με 2000 διεθνείς μονάδες (IU). Πρέπει να αναφερθεί σε αυτό το σημείο πως τα διαιτητικά συμπληρώματα της βιταμίνης E εκφράζονται με όρους διεθνών μονάδων. Ένα χιλιοστόγραμμο του γραμμαρίου συνθετικής βιταμίνης E ισοδυναμεί με μια διεθνή μονάδα, ενώ ένα χιλιοστόγραμμο φυσικής βιταμίνης E ισοδυναμεί με 1,5 διεθνή μονάδα.
Συνήθως τα επίπεδα αυτών των δύο βιταμινών δεν πέφτουν ποτέ σε τέτοιο βαθμό ώστε να δημιουργηθεί έλλειψη και αυτό επειδή βρίσκονται σε μια ποικιλία τροφίμων. Εν τούτοις, αν κάτι τέτοιο συμβεί, τότε η χαμηλή πρόσληψή τους αυξάνει τον κίνδυνο συγκεκριμένων χρόνιων ασθενειών (νόσος Αλτσχάιμερ, σχετιζόμενος με την ηλικία εκφυλισμός της ωχράς κηλίδος, μερικοί τύποι καρκίνου, καταρράκτης και ισχαιμική καρδιαγγειακή νόσος) και επιταχύνει ορισμένους δείκτες της διαδικασίας γήρανσης. Αυτό οφείλεται εν μέρει στην ανεπαρκή αντιοξειδωτική προστασία των ιστών από την οξειδωτική επίθεση των ελεύθερων ριζών. Πώς νοείται όμως ο όρος της ασφάλειας συγκεκριμένων θρεπτικών συστατικών; Το Ιατρικό Ινστιτούτο των Ην. Πολιτειών όρισε ότι ένα θρεπτικό συστατικό θεωρείται ασφαλές, όταν δεν παρουσιάζει κίνδυνο για ασθένεια ή τραυματισμό ή όταν παρουσιάζει αξιοσημείωτη βεβαιότητα πως δεν δημιουργεί βλάβη υπό συνθήκες συνήθους χρήσης. Αξίζει να σημειωθεί πως η συνιστώμενη διαιτητική επιτρεπόμενη ποσότητα (ΚΟΑ), που αντιπροσωπεύει την απαιτούμενη ημερήσια πρόσληψη για την κάλυψη των φυσιολογικών διατροφικών αναγκών και την πρόληψη κλινικής ανεπάρκειας, για την βιταμίνη E αυξήθηκε, τουλάχιστον στην Αμερική, κατά 50% για τους άντρες και 10096 για τις γυναίκες. Κατά ανάλογο τρόπο, για τη βιταμίνη C η αύξηση ήταν 50% για τους άντρες και 25% για τις γυναίκες. Υπάρχει επιπροσθέτως η έννοια του ανώτατου ορίου της ανεκτής πρόσληψης, της μέγιστης ποσότητας δηλαδή, που θεωρείται ασφαλής (που δεν προκαλεί κίνδυνο ή παρενέργειες για την υγεία) για υγιείς ανθρώπους, όταν χρησιμοποιείται για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το όριο αυτό είναι ένα γραμμάριο για τη βιταμίνη E και δύο γραμμάρια για τη βιταμίνη C.
Βιταμίνη Ε
Πολλές βιβλιογραφικές ανασκοπήσεις περιγράφουν σχολαστικά την απουσία παρενεργειών από τη λήψη συμπληρωμάτων της συγκεκριμένης βιταμίνης σε ποσότητες αρκετά μεγαλύτερες από τη συνιστώμενη διαιτητικά επιτρεπόμενη.
Υπήρξαν όμως και μερικές μελέτες που πρότειναν πως η χορήγηση συμπληρωμάτων βιταμίνης Ε συνδέεται με αιμορραγικές επιπλοκές ή με αυξημένη θνητότητα από αιμορραγικό έμφραγμα. Όμως κάτι τέτοιο δεν παρατηρήθηκε σε άλλες κλινικές δοκιμές μεγάλου εύρους με υψηλότερες δόσεις της βιταμίνης, οπότε και η χορήγηση συμπληρωμάτων εξακολούθησε να θεωρείται ασφαλής.
Ο προτεινόμενος μηχανισμός για τις αιμορραγικές συμπεριφορές ήταν η δράση της βιταμίνης στην πήξη του αίματος σε ορισμένα άτομα, σε συνδυασμό με την ανεπάρκεια της Βιταμίνης Κ, η οποία και αυτή παίζει σημαντικό ρόλο στην πήξη του αίματος. Η ανεπάρκεια της βιταμίνης Κ δημιουργείται από ορισμένα φάρμακα.
Τα περισσότερα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν πως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει σε άτομα που δεν έχουν έλλειψη της βιταμίνης K, δηλαδή σε αριθμό ατόμων που καλύπτουν μέρος μεγαλύτερο από το μισό του πληθυσμού.
Όμως η βιταμίνη Ε παίζει ρόλο στην πήξη του αίματος και με έναν ακόμα τρόπο: επηρεάζει τη δράση των αιμοπεταλίων, καθώς περιορίζει την ικανότητα τους να συσσωματώνονται. Η δράση της αυτή ίσως κρύβει ευεργετικά αποτελέσματα για την υγεία.
Βιταμίνη C
Οι διάφορες μελέτες δείχνουν επίμονα πως η χορήγηση συμπληρωμάτων σε δόσεις μικρότερες ή ίσες με δύο γραμμάρια την ημέρα είναι ασφαλής. Στον αντίποδα υπήρξαν ενδοιασμοί για πιθανές παρενέργειες, όπως σχηματισμός νεφρόλιθων, αυξημένα επίπεδα ουρικού οξέος, υπερβολική απορρόφηση σιδήρου, μειωμένα επίπεδα της βιταμίνης Β12 καθώς και πιθανή προ-οξειδωτική δράση. Τίποτα όμως από όλα αυτά δεν φάνηκε να έχει ουσιαστική βάση.
Μπορεί βέβαια ο ρόλος της βιταμίνης C στην πρόληψη χρόνιων ασθενειών να έχει μελετηθεί λιγότερο από τον αντίστοιχο της βιταμίνης Ε, όμως οι κλινικές δοκιμές ήταν αρκετές για την αξιολόγηση της ασφάλειας λήψης της. Είναι γνωστό πως η βιταμίνη αυξάνει την απορρόφηση του διαιτητικού σιδήρου.
Γι' αυτό ακριβώς υπήρξε έρευνα για ενδεχόμενη επικίνδυνη για τον οργανισμό αύξηση των αποθηκών σιδήρου από αυξημένη πρόσληψη βιταμίνης C.
Η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας έδειξε ότι η αύξηση της απορρόφησης σιδήρου λάμβανε χώρα σε επίπεδα πρόσληψης βιταμίνης C μεταξύ 25 και 50 χιλιοστών του γραμμαρίου ανά ημέρα. Χορήγηση συμπληρωμάτων μέχρι και δύο γραμμαρίων βιταμίνης C ανά ημέρα δεν αύξαναν τα επίπεδα των σωματικών αποθεμάτων του σιδήρου σε βαθμό εκδήλωσης κλινικών παρενεργειών. Από την ανασκόπηση των μελετών φάνηκε ότι ακόμα και ο συνδυασμός των βιταμινών C και Ε είναι γενικά ασφαλής για τον υγιή πληθυσμό.
Συμπερασματικά
Οι περισσότεροι επιστήμονες συμφωνούμε ότι η σωματική άσκηση και η υγιεινή διατροφή πρέπει να είναι η βασική μας προτεραιότητα. Μια διατροφή με ποικιλία επιλογών, όπως η μεσογειακή διατροφή, είναι πιο υγιής από την απλή λήψη συμπληρωμάτων. Οι απομονωμένες αντιοξειδωτικές ουσίες του συμπληρώματος ίσως να μην είναι οι πρωταγωνιστές τελικά. Τα φρούτα και τα λαχανικά είναι πλούσια σε αντιοξειδωτικά, αλλά περιέχουν εκατοντάδες άλλες χημικές ουσίες. Οποιοδήποτε από αυτά ή συνδυασμός κάποιων μπορεί να συμβάλει στην τελική ευεργετική επίδραση.
Τα θρεπτικά συστατικά των τροφών διευκολύνουν το σώμα να παράγει τις δικές του αντιοξειδωτικές ουσίες. Μπορεί η λήψη των συμπληρωμάτων αντιοξειδωτικών ουσιών να κρίνεται ασφαλής για τον γενικότερο πληθυσμό, όμως δεν αποτελεί ούτε πανάκεια, ούτε αφορμή για πειραματισμούς χωρίς την καθοδήγηση του εξειδικευμένου επιστήμονα διαιτολόγου.Ας μην ξεχνλαμε πως μια πρόσφατη ανασκόπηση τον Μάρτιο του 2007 από την Αμερικανικη Ιατρική Εταιρεία συσχέτισε τα αντιοξειδωτικά συμπλρώματα με αυξημένη θνητότητα. Πρέπει να γίνει κατανοητό πως τα συμπληρώματα διατροφής είναι απαραίτητα μόνο σε συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες και σε φάσεις της ζωής. Προσοχή από την πλευρά του κοινού συνίσταται επίσης σε ιατρούς και διαιτολόγους που τα συστήνουν χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Επιπρόσθετα, κάποτε θα πρέπει να αποβληθεί η λανθασμένη αντίληψη της διατήρησης όλων των ανθυγιεινών συνηθειών και της επίλυσης των προβλημάτων της υγείας με ένα χάπι.
Η συνολική διαδικασία γήρανσης αποδίδεται και σε μια βαθμιαία συσσώρευση ζημίας που προέρχεται από τις ελεύθερες ρίζες. Υπερβολική ποσότητα ελεύθερων ριζών έχει αναφερθεί στις καρδιαγγειακές παθήσεις, στη νόσο του Αλτσχάιμερ, στη νόσο του Πάρκινσον και στον καρκίνο. Εν τούτοις οι ελεύθερες ρίζες είναι απαραίτητες για την ζωή. Η ικανότητα του σώματος να μετατρέπει τον αέρα και την τροφή σε χημική ενέργεια εξαρτάται από μια αλυσιδωτή αντίδραση ελεύθερων ριζών. Αποτελούν επίσης κρίσιμο μέρος του ανοσοποιητικού συστήματος. Οι βιταμίνες είναι αυτές που πετυχαίνουν την ισορροπία.
Ο τρόπος με τον οποίο δρουν οι αντιοξειδωτικές ουσίες είναι να αφοπλίζουν τις ελεύθερες ρίζες από τα "απειλητικά" τους ηλεκτρόνια και να τις μετατρέπουν ξανά σε "νομοταγή" χημικά μόρια. Όμως η αλήθεια είναι κάπως διαφορετική. Οι ελεύθερες ρίζες είναι καλές όσο και κακές, ενώ τα πολλά αντιοξειδωτικά μπορούν να κάνουν κακό στον οργανισμό.
Τα πιο πολλά από αυτά είναι γνωστά στο ευρύτερο κοινό, π.χ. Βιταμίνες E και C, β-καροτένιο (μια μορφή της βιταμίνης Α) και σελήνιο. Ο τρόπος λειτουργίας τους είναι αρκετά περίπλοκος και θα εξεταστεί παρακάτω. Είναι αλήθεια πως τα αντιοξειδωτικά σταματούν μια διαδικασία που ονομάζεται οξείδωση. Σημαντικά μόρια μέσα στο σώμα, όπως αυτά που σχηματίζουν τα τοιχώματα των αρτηριών, οξειδώνονται όταν χάσουν ένα ηλεκτρόνιο. Από την στιγμή που θα οξειδωθούν γίνονται ασταθή και διαχωρίζονται πλέον εύκολα.
Οι ελεύθερες ρίζες είναι πολύ αντιδραστικά μόρια ή άτομα, με μη ζευγαρωμένα ηλεκτρόνια, που αποζητούν άλλα ηλεκτρόνια για να "ζευγαρώσουν". Έτσι κλέβουν ένα ηλεκτρόνιο, από οτιδήποτε συναντήσουν πρώτα: π.χ. από ένα κυτταρικό τοίχωμα, ή από το γενετικό υλικό (DNA).
Όσο η ζημιά που προκαλούν οι ελεύθερες ρίζες λαμβάνει χώρα, άλλο τόσο στα κύτταρα στα οποία συμβαίνει δεν μπορούν να αποδώσουν ικανοποιητικά.
Υπερβολική ποσότητα ελεύθερων ριζών έχει αναφερθεί στις καρδιαγγειακές παθήσεις, στη νόσο του Αλτσχάιμερ, στη νόσο του Πάρκινσον και στον καρκίνο. Η συνολική διαδικασία γήρανσης έχει οριστεί ως μια βαθμιαία συσσώρευση ζημίας προερχομένης από τις ελεύθερες ρίζες.
Εν τούτοις οι ελεύθερες ρίζες είναι απαραίτητες για την ζωή. Η ικανότητα του σώματος να μετατρέπει τον αέρα και την τροφή σε χημική ενέργεια εξαρτάται από μια αλυσιδωτή αντίδραση ελεύθερων ριζών. Αποτελούν επίσης κρίσιμο μέρος του ανοσοποιητικού συστήματος, καθώς ρέουν στις φλέβες και επιτίθενται σε "ξένους εισβολείς". Το υπεροξείδιο του υδρογόνου αποτελεί
ένα κλασικό παράδειγμα ελεύθερης ρίζας, η οποία, αν και βρίσκεται σε ίχνη μέσα στο αίμα, βοηθά στην αντιμετώπιση των μικροβίων. Η παραγωγή ελεύθερων ριζών είναι μια φυσική διαδικασία, καθώς αυτές είναι παραπροϊόντα της αναπνοής.
Ο ρόλος των αντιοξειδωτικών ουσιών είναι μέσα από μια πολύπλοκη διαδικασία να αντιδρούν με τις ελεύθερες ρίζες και να τις αδρανοποιούν μετατρέποντάς τις σε μόρια, όπως νερό και αέριο οξυγόνο.
Φαίνεται λοιπόν πως υπάρχει μια ευαίσθητη ισορροπία: από τη μια πλευρά το σώμα δεν επιθυμεί την υπερβολική παραγωγή ελεύθερων ριζών και από την άλλη δεν θέλει να τις χάσει εντελώς. Μια δίαιτα πλούσια σε φρούτα, λαχανικά, ξηρούς καρππούς και σε ορισμένες πηγές κρέατος μπορεί να
εφοδιάσει τους περισσότερους από εμάς με τις απαραίτητες αντιοξειδωτικές ουσίες για να διατηρήσουμε αυτή την ισορροπία. Οι ειδικοί επιστήμονες συμφωνούν στο ότι λίγοι είναι αυτοί που θα πρέπει να αυξήσουν την πρόσληψη των κοινών αντιοξειδωτικών, όπως της βιταμίνης C και του β-καροτένιου. Η τιμή για την βιταμίνη E παραμένει ακόμα "στον αέρα".
Σύμφωνα με την Καρδιολογική Εταιρεία των Η.Π.Α. αξιοσημείωτο ποσοστό των Αμερικανών (περίπου το 30%) κάνει χρήση συμπληρωμάτων διατροφής.
Από επιστημονική άποψη, για κάθε μελέτη που βρίσκει ευεργετικές δράσεις των αντιοξειδωτικών ουσιών υπάρχει μία άλλη, η οποία δεν βρίσκει καμία συσχέτιση. Η ύπαρξη χαμηλών επιπέδων αντιοξειδωτικών φαίνεται να δρα αρνητικά στον οργανισμό. Μια μελέτη που δημοσιεύτηκε στην έγκυρη βρετανική ιατρική επιθεώρηση "The Lancet", το 1983, βρήκε πως τα άτομα με χαμηλά επίπεδα σεληνίου είχαν δύο φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν καρκίνο, σε σχέση με αυτούς που τα επίπεδά τους ήταν φυσιολογικά.
Άλλη μελέτη που δημοσιεύτηκε το 1986 στην επιθεώρηση "New England Journal of Medicine" βρήκε ότι οι ασθενείς που έπασχαν από ένα συγκεκριμένο τύπο καρκίνου του πνεύμονα είχαν τέσσερις φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να έχουν έλλειψη σε β-καροτένιο συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου.
Μια μελέτη από την Ολλανδία, το 1989, συσχέτισε τα χαμηλά επίπεδα σεληνίου με αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος. Επιπρόσθετα, η μελέτη Harvard based Physicians Health Study 6, η οποία κατέγραψε τον τρόπο ζωής περίπου 50.000 αντρών επαγγελματιών υγείας για τα προηγούμενα 15 χρόνια της ζωής τους, βρήκε ότι εκείνοι που κατανάλωναν μια δίαιτα πλούσια σε βιταμίνη E (από πηγές όπως καρύδια, σπόρους και σόγια), διέτρεχαν τον μισό κίνδυνο ανάπτυξης καρδιαγγειακής νόσου σε σχέση με εκείνους που προσλάμβαναν χαμηλά επίπεδα βιταμίνης E από την διατροφή τους. Τα οφέλη όμως από τη λήψη αντιοξειδωτικών ουσιών, πέραν αυτών που προσφέρει η διατροφή, είναι πιο δύσκολο να αποδειχθούν.
Η ημερήσια λήψη συμπληρωμάτων σεληνίου από ασθενείς με καρκίνο του δέρματος διπλασίαζε την πιθανότητά τους να μην καταλήξουν σε σχέση με τους ασθενείς που δεν έπαιρναν συμπληρώματα, όπως φάνηκε από μελέτη που δημοσιεύθηκε το 1996, στην επιθεώρηση της Αμερικανικής Ιατρικής Εταιρείας. Άλλες μελέτες έδειξαν παρόμοια θετικά αποτελέσματα: η βιταμίνη E μείωνε τον κίνδυνο προστατικού καρκίνου, ανέβαλε την έναρξη των συμπτωμάτων εξασθένησης από την νόσο Αλτσχάιμερ, καθυστερούσε τον καταρράκτη και την εξέλιξη της νόσου των στεφανιαίων αρτηριών της καρδιάς. Η βιταμίνη C θα μπορούσε να προλάβει και να αντιμετωπίσει την τύφλωση, την νεφρική ανεπάρκεια και τον ακρωτηριασμό στους διαβητικούς.
Επιπρόσθετες ποσότητες σεληνίου, ένα μέταλλο που είναι απαραίτητο σε ελάχιστες ποσότητες, φάνηκε ότι μείωναν τον κίνδυνο καρκίνου του προστάτη, ορθοκολονικού καρκίνου και καρκίνου του πνεύμονα.
Ταυτόχρονα με τις προηγούμενες μελέτες δεν έλειψαν και εκείνες που έβρισκαν ουδέτερη ή ακόμα και αρνητική τη δράση των συμπληρωμάτων αντιοξειδωτικών. Μια μελέτη του 1994, που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση "New England Journal of Medicine" βρήκε ότι οι Φιλανδοί άνδρες καπνιστές είχαν 18% μεγαλύτερη πιθανότητα ανάπτυξης καρκίνου του πνεύμονα μετά τη λήψη συμπληρώματος β-καροτένιου. Το 1997 η επιθεώρηση "The Lancet" παρουσίασε μια μελέτη ασθενών που λάμβαναν συμπληρώματα βιταμίνης E και β-καροτένιου μετά το πρώτο τους έμφραγμα. Υπήρξαν πιο πολλοί θάνατοι από καρδιαγγειακή νόσο στην ομάδα του β-καροτένιου και τάση περισσότερων θανάτων στην ομάδα της βιταμίνης E. Άλλες μελέτες δημοσιευμένες μεταξύ 1994 και 1997 στην επιθεώρηση "New England Journal of Medicine" έδειξαν παρόμοια αρνητικά ή ουδέτερα αποτελέσματα.
Από τα αντικρουόμενα ευρήματα των μελετών φαίνεται ότι δεν μπορούμε ακόμα να κατανοήσουμε την περίπλοκη σχέση μεταξύ συγκεκριμένων τύπων αντιοξειδωτικών και συγκεκριμένων τύπων ελεύθερων ριζών σε διαφορετικές στιγμές της ζωής καθενός. Δεν μπορούμε να μιλάμε για τα αντιοξειδωτικά "μαζικά". Δεν έχουν όλα τις ίδιες ικανότητες. Τα αποτελέσματα των ερευνών παρουσιάζουν όλα μεγάλο ενδιαφέρον. Αλλά οι επιστήμονες δυσκολεύονται πολύ να το αναπαραγάγουν και να εξηγήσουν τις θετικές επιδράσεις που ανιχνεύουν.
Το "αντιοξειδωτικό παράδοξο" είναι πως ενώ οι δίαιτες, πλούσιες σε αντιοξειδωτικά, δείχνουν να έχουν θετική επίδραση στην υγεία, η χορήγηση συμπληρωμάτων αντιοξειδωτικών μπορεί να δράσει προς τις δύο κατευθύνσεις χωρίς να είναι τίποτα προβλέψιμο. Αν η βιοχημεία παραμένει ίδια για όλους, γιατί η λήψη ενός αντιοξειδωτικού έχει διαφορετική επίδραση σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και σε διαφορετικές περιοχές του σώματος;
Ίσως οι επιπρόσθετες ποσότητες αντιοξειδωτικών, από αυτές που χρειάζεται ο οργανισμός, να δρουν τελικά ως προ-οξειδωτικές ενώσεις και να τροφοδοτούν την παραγωγή ελεύθερων ριζών και την παραπέρα οξειδωτική βλάβη. Ίσως οι αντιοξειδωτικές ουσίες να μην έχουν αποτέλεσμα επειδή δεν μπορούν να φτάσουν εκεί που είναι περισσότερο απαραίτητες.
Όλα τα παραπάνω ερωτήματα γεννούν ένα ακόμα πιο σημαντικό: Πόσο ασφαλής είναι τελικά η λήψη των συμπληρωμάτων αντιοξειδωτικών ουσιών; Πόσο ασφαλή είναι τα συμπληρώματα βιταμινών E και C;
Υπάρχει σημαντικός όγκος επιστημονικών δεδομένων, που υποστηρίζει ότι η λήψη συμπληρωμάτων βιταμίνης E και C είναι ασφαλής για τον γενικότερο πληθυσμό. Επειδή αυτά τα δύο θρεπτικά συστατικά επιτελούν πολλές λειτουργίες και ανάμεσά τους αυτήν της αντιοξειδωτικής δράσης που προστατεύει από τις ελεύθερες ρίζες, η δράση τους έχει μελετηθεί
επισταμένως τα τελευταία χρόνια. Εξ αιτίας των προαναφερομένων θετικών επιδράσεων είναι πολλά τα άτομα που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες των δύο αυτών βιταμινών, οι οποίες ξεπερνούν τα συνιστώμενα διαιτητικά όρια.
Ως ασφαλής οδηγία (ανεκτά ανώτατα επίπεδα πρόσληψης), δοσμένη από το Ιατρικό Ινστιτούτο των Ην. Πολιτειών, έχει καθοριστεί στους ενήλικους το ένα γραμμάριο για τη βιταμίνη E και τα δύο γραμμάρια για τη βιταμίνη C.
Πολλές κλινικές δοκιμές με αυτές τις δύο βιταμίνες διεξήχθησαν, περιλαμβάνοντας μια γκάμα ασθενών με διάφορες ασθένειες, χωρίς να παρατηρηθούν συγκεκριμένες παρενέργειες σε οποιοδήποτε επίπεδο πρόσληψης. Άλλες μελέτες με αντικείμενο συγκεκριμένα τη βιταμίνη C δεν εντόπισαν παρενέργειες, εκτός από περιστασιακές γαστρεντερικές διαταραχές ή ήπια διάρροια, η οποία συνέβη λόγω της οσμωτικής δράσης ποσοτήτων βιταμίνης C, που δεν είχαν απορροφηθεί. Υπήρξαν κάποιες ενδείξεις για αιμορραγικές δράσεις και άλλες πιθανές παρενέργειες που παρατηρήθηκαν σε υψηλές δόσεις βιταμίνης E, αλλά τα δεδομένα δεν ήταν πειστικά. Ενδείξεις για πιθανές παρενέργειες της βιταμίνης C που προκύπτουν από τον ρόλο της στον μεταβολισμό του σιδήρου, δεν επιβεβαιώθηκαν σε κλινικές μελέτες.
Έτσι, από την ανασκόπηση των κλινικών δοκιμών φαίνεται πως τα συμπληρώματα βιταμίνης E και C είναι ασφαλή για τους περισσότερους ενήλικους σε επίπεδα για την μεν βιταμίνη E μικρότερα ή ίσα με 1600 διεθνείς μονάδες (IU), ενώ για τη βιταμίνη C σε επίπεδα μικρότερα ή ίσα με 2000 διεθνείς μονάδες (IU). Πρέπει να αναφερθεί σε αυτό το σημείο πως τα διαιτητικά συμπληρώματα της βιταμίνης E εκφράζονται με όρους διεθνών μονάδων. Ένα χιλιοστόγραμμο του γραμμαρίου συνθετικής βιταμίνης E ισοδυναμεί με μια διεθνή μονάδα, ενώ ένα χιλιοστόγραμμο φυσικής βιταμίνης E ισοδυναμεί με 1,5 διεθνή μονάδα.
Συνήθως τα επίπεδα αυτών των δύο βιταμινών δεν πέφτουν ποτέ σε τέτοιο βαθμό ώστε να δημιουργηθεί έλλειψη και αυτό επειδή βρίσκονται σε μια ποικιλία τροφίμων. Εν τούτοις, αν κάτι τέτοιο συμβεί, τότε η χαμηλή πρόσληψή τους αυξάνει τον κίνδυνο συγκεκριμένων χρόνιων ασθενειών (νόσος Αλτσχάιμερ, σχετιζόμενος με την ηλικία εκφυλισμός της ωχράς κηλίδος, μερικοί τύποι καρκίνου, καταρράκτης και ισχαιμική καρδιαγγειακή νόσος) και επιταχύνει ορισμένους δείκτες της διαδικασίας γήρανσης. Αυτό οφείλεται εν μέρει στην ανεπαρκή αντιοξειδωτική προστασία των ιστών από την οξειδωτική επίθεση των ελεύθερων ριζών. Πώς νοείται όμως ο όρος της ασφάλειας συγκεκριμένων θρεπτικών συστατικών; Το Ιατρικό Ινστιτούτο των Ην. Πολιτειών όρισε ότι ένα θρεπτικό συστατικό θεωρείται ασφαλές, όταν δεν παρουσιάζει κίνδυνο για ασθένεια ή τραυματισμό ή όταν παρουσιάζει αξιοσημείωτη βεβαιότητα πως δεν δημιουργεί βλάβη υπό συνθήκες συνήθους χρήσης. Αξίζει να σημειωθεί πως η συνιστώμενη διαιτητική επιτρεπόμενη ποσότητα (ΚΟΑ), που αντιπροσωπεύει την απαιτούμενη ημερήσια πρόσληψη για την κάλυψη των φυσιολογικών διατροφικών αναγκών και την πρόληψη κλινικής ανεπάρκειας, για την βιταμίνη E αυξήθηκε, τουλάχιστον στην Αμερική, κατά 50% για τους άντρες και 10096 για τις γυναίκες. Κατά ανάλογο τρόπο, για τη βιταμίνη C η αύξηση ήταν 50% για τους άντρες και 25% για τις γυναίκες. Υπάρχει επιπροσθέτως η έννοια του ανώτατου ορίου της ανεκτής πρόσληψης, της μέγιστης ποσότητας δηλαδή, που θεωρείται ασφαλής (που δεν προκαλεί κίνδυνο ή παρενέργειες για την υγεία) για υγιείς ανθρώπους, όταν χρησιμοποιείται για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το όριο αυτό είναι ένα γραμμάριο για τη βιταμίνη E και δύο γραμμάρια για τη βιταμίνη C.
Βιταμίνη Ε
Πολλές βιβλιογραφικές ανασκοπήσεις περιγράφουν σχολαστικά την απουσία παρενεργειών από τη λήψη συμπληρωμάτων της συγκεκριμένης βιταμίνης σε ποσότητες αρκετά μεγαλύτερες από τη συνιστώμενη διαιτητικά επιτρεπόμενη.
Υπήρξαν όμως και μερικές μελέτες που πρότειναν πως η χορήγηση συμπληρωμάτων βιταμίνης Ε συνδέεται με αιμορραγικές επιπλοκές ή με αυξημένη θνητότητα από αιμορραγικό έμφραγμα. Όμως κάτι τέτοιο δεν παρατηρήθηκε σε άλλες κλινικές δοκιμές μεγάλου εύρους με υψηλότερες δόσεις της βιταμίνης, οπότε και η χορήγηση συμπληρωμάτων εξακολούθησε να θεωρείται ασφαλής.
Ο προτεινόμενος μηχανισμός για τις αιμορραγικές συμπεριφορές ήταν η δράση της βιταμίνης στην πήξη του αίματος σε ορισμένα άτομα, σε συνδυασμό με την ανεπάρκεια της Βιταμίνης Κ, η οποία και αυτή παίζει σημαντικό ρόλο στην πήξη του αίματος. Η ανεπάρκεια της βιταμίνης Κ δημιουργείται από ορισμένα φάρμακα.
Τα περισσότερα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν πως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει σε άτομα που δεν έχουν έλλειψη της βιταμίνης K, δηλαδή σε αριθμό ατόμων που καλύπτουν μέρος μεγαλύτερο από το μισό του πληθυσμού.
Όμως η βιταμίνη Ε παίζει ρόλο στην πήξη του αίματος και με έναν ακόμα τρόπο: επηρεάζει τη δράση των αιμοπεταλίων, καθώς περιορίζει την ικανότητα τους να συσσωματώνονται. Η δράση της αυτή ίσως κρύβει ευεργετικά αποτελέσματα για την υγεία.
Βιταμίνη C
Οι διάφορες μελέτες δείχνουν επίμονα πως η χορήγηση συμπληρωμάτων σε δόσεις μικρότερες ή ίσες με δύο γραμμάρια την ημέρα είναι ασφαλής. Στον αντίποδα υπήρξαν ενδοιασμοί για πιθανές παρενέργειες, όπως σχηματισμός νεφρόλιθων, αυξημένα επίπεδα ουρικού οξέος, υπερβολική απορρόφηση σιδήρου, μειωμένα επίπεδα της βιταμίνης Β12 καθώς και πιθανή προ-οξειδωτική δράση. Τίποτα όμως από όλα αυτά δεν φάνηκε να έχει ουσιαστική βάση.
Μπορεί βέβαια ο ρόλος της βιταμίνης C στην πρόληψη χρόνιων ασθενειών να έχει μελετηθεί λιγότερο από τον αντίστοιχο της βιταμίνης Ε, όμως οι κλινικές δοκιμές ήταν αρκετές για την αξιολόγηση της ασφάλειας λήψης της. Είναι γνωστό πως η βιταμίνη αυξάνει την απορρόφηση του διαιτητικού σιδήρου.
Γι' αυτό ακριβώς υπήρξε έρευνα για ενδεχόμενη επικίνδυνη για τον οργανισμό αύξηση των αποθηκών σιδήρου από αυξημένη πρόσληψη βιταμίνης C.
Η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας έδειξε ότι η αύξηση της απορρόφησης σιδήρου λάμβανε χώρα σε επίπεδα πρόσληψης βιταμίνης C μεταξύ 25 και 50 χιλιοστών του γραμμαρίου ανά ημέρα. Χορήγηση συμπληρωμάτων μέχρι και δύο γραμμαρίων βιταμίνης C ανά ημέρα δεν αύξαναν τα επίπεδα των σωματικών αποθεμάτων του σιδήρου σε βαθμό εκδήλωσης κλινικών παρενεργειών. Από την ανασκόπηση των μελετών φάνηκε ότι ακόμα και ο συνδυασμός των βιταμινών C και Ε είναι γενικά ασφαλής για τον υγιή πληθυσμό.
Συμπερασματικά
Οι περισσότεροι επιστήμονες συμφωνούμε ότι η σωματική άσκηση και η υγιεινή διατροφή πρέπει να είναι η βασική μας προτεραιότητα. Μια διατροφή με ποικιλία επιλογών, όπως η μεσογειακή διατροφή, είναι πιο υγιής από την απλή λήψη συμπληρωμάτων. Οι απομονωμένες αντιοξειδωτικές ουσίες του συμπληρώματος ίσως να μην είναι οι πρωταγωνιστές τελικά. Τα φρούτα και τα λαχανικά είναι πλούσια σε αντιοξειδωτικά, αλλά περιέχουν εκατοντάδες άλλες χημικές ουσίες. Οποιοδήποτε από αυτά ή συνδυασμός κάποιων μπορεί να συμβάλει στην τελική ευεργετική επίδραση.
Τα θρεπτικά συστατικά των τροφών διευκολύνουν το σώμα να παράγει τις δικές του αντιοξειδωτικές ουσίες. Μπορεί η λήψη των συμπληρωμάτων αντιοξειδωτικών ουσιών να κρίνεται ασφαλής για τον γενικότερο πληθυσμό, όμως δεν αποτελεί ούτε πανάκεια, ούτε αφορμή για πειραματισμούς χωρίς την καθοδήγηση του εξειδικευμένου επιστήμονα διαιτολόγου.Ας μην ξεχνλαμε πως μια πρόσφατη ανασκόπηση τον Μάρτιο του 2007 από την Αμερικανικη Ιατρική Εταιρεία συσχέτισε τα αντιοξειδωτικά συμπλρώματα με αυξημένη θνητότητα. Πρέπει να γίνει κατανοητό πως τα συμπληρώματα διατροφής είναι απαραίτητα μόνο σε συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες και σε φάσεις της ζωής. Προσοχή από την πλευρά του κοινού συνίσταται επίσης σε ιατρούς και διαιτολόγους που τα συστήνουν χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Επιπρόσθετα, κάποτε θα πρέπει να αποβληθεί η λανθασμένη αντίληψη της διατήρησης όλων των ανθυγιεινών συνηθειών και της επίλυσης των προβλημάτων της υγείας με ένα χάπι.
Labels:
αδυνατισμα,
ΑΝΤΙΟΞΕΙΔΩΤΙΚΑ,
διαιτα,
ΔΙΑΙΤΟΛΟΓΟΙ,
ΔΙΑΙΤΟΛΟΓΟΣ,
διατροφη,
ΚΑΡΚΙΝΟΣ,
ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΑ,
υγεια
Thursday, November 06, 2008
Φάρμακα κατά της παχυσαρκίας: ποιό το μέλλον τους;
Παρά το γεγονός πως η παχυσαρκία είναι πολυπαραγοντική νόσος, η βιομηχανία φαρμάκων, όπως και πολλοί συμπολίτες μας, έχουν πειστεί εδώ και χρόνια πως η λύση στο πρόβλημα θα δοθεί από ένα χάπι. Έτσι, στο πέρασμα του χρόνου έχουν εμφανιστεί διάφορα φαρμακευτικά σκευάσματα τα οποία δρουν με διαφορετικό μηχανισμό το καθένα και περιέχουν διαφορετική δραστική ουσία. Ως εκ τούτου έχουν διαφορετικές παρενέργειες όσο και διαφορετική αποτελεσματικότητα.
Η ορλιστάτη για παράδειγμα, είναι η χημική ουσία που εμποδίζει την απορρόφηση του διατροφικού λίπους από το γαστρεντερικό σωλήνα. Για την ακρίβεια, η ουσία αυτή αναστέλει τη λειτουργία ενός ενζύμου (παγκεατική λιπάση) το οποίο διασπά τα τριγλυκερίδια της τροφής στο έντερο. Έτσι, τα τριγλυκερίδια, αφού δεν μπορούν να διασπαστούν, δεν είναι δυνατόν και να απορροφηθούν περαιτέρω. Η ορλιστάτη όμως μπορεί να αναστείλει την απορρόφηση μόνο του 30% του λίπους που κάποιος προσλαμβάνει μέσω της διατροφής του.
Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο δρα επικουρικά στη διατροφή, η οποία πρέπει να είναι χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά. Σε αντίθετη περίπτωση παρατηρείται στεατόρροια, μια κατάσταση κατά την οποία το λίπος που δε μπορεί να απορροφηθεί από το έντερο αποβάλλεται μέσω των κοπράνων. Επιπρόσθετα, οι λιποδιαλυτές βιταμίνες (Α,Κ,Ε,D) δεν μπορούν να απορροφηθούν από τις τροφές εξαιτίας της δράσης του φαρμάκου. Έτσι, συνήθως συστήνεται επιπρόσθετα η λήψη πολυβιταμινούχου συμπληρώματος ταυτόχρονα.
Η σιβουτραμίνη αποτελεί τη δραστική ουσία ενός άλλου φαρμάκου το οποίο έχει επιστρατευτεί ενάντια στην παχυσαρκία. Ο τρόπος δράσης διαφέρει σε αυτή την περίπτωση. Η ουσία αυτή ελαττώνει την όρεξη του οργανισμού και κατ’ επέκταση την υπερβολική πρόσληψη θερμίδων. Παρενέργειές της είναι δυνητικά η αύξηση της αρτηριακής πίεσης, ναυτία, αίσθηση παράξενης γεύσης και πιο σπάνια αλλαγές στην ψυχική διάθεση, παραισθήσεις και καρδιακές αρρυθμίες.
Τέλος η ριμοναμπάτη αποτελεί το πιο πρόσφατο κατασκεύασμα που έχουν επιστρατεύσει οι φαρμακοβιομηχανίες απέναντι στην παχυσαρκία. Πρόκειται για μια ουσία η οποία δρα όπως περίπου η σιβουτραμίνη και μειώνει την όρεξη του οργανισμού ακολουθώντας όμως ένα διαφορετικό βιοχημικό μονοπάτι, αυτό του δικτύου των ενδοκαναβιδοειδών υποδοχέων. Ο ρόλος του ήταν επίσης επικουρικός σε μια προσεγμένη διατροφή που συνοδεύεται από συστηματική φυσική δραστηριότητα.
Το φάρμακο κυκλοφόρησε το 2006 και μόλις στις 23 Οκτρωβρίου 2008 αποσύρθηκε από την αγορά μετά από απόφαση της Επιτροπής για τα Φαρμακευτικά Προϊόντα Ανθρώπινης Χρήσης (CHMP) της Ευρωπαίκής Ένωσης. Φάνηκε πως τελικά οι παρενέργειες του χαπιού ήταν περισσότερες από τα οφέλη και πως επιπρόσθετα ήταν συχνότερες στην πραγματική ζωή σε σχέση με τις κλινικές δοκιμασίες που έγιναν πριν την κυκλοφορία του. Οι παρενέργειες αυτές δεν είναι καθόλου αμελητέες.
Επειδή η ριμοναμπάτη δρα στο πολύπλοκο κεντρικό νευρικό σύστημα του ανθρώπου οι συνέπειες μπορεί να είναι απρόβλεπτες. Συχνά οι ασθενείς παρουσίαζαν δριμεία κατάθλιψη και σπανιότερα τάσεις αυτοκτονίας. Η συνολική δράση της ουσίας ήταν τέτοια που φαίνεται πως συνέβαλε στην εξέλιξη νευροεκφυλιστικών ασθενειών, όπως της πολλαπλής σκλήρυνσης, της νόσου Αλζάιμερ κ.α. Τί μας επιφυλάσσει λοιπόν το μέλλον των χαπιών ενάντια στην παχυσαρκία;
Στις 22 Οκτωβρίου 2008, δημοσιεύθηκε στην έγκριτη επιθεώρηση Lancet μια μικρή (συγκρίθηκαν ομάδες των 50 ατόμων) κλινική δοκιμή φάσης ΙΙ για μια νέα φαρμακευτική ουσία που βοηθά στην απώλεια του βάρους. Η ουσία ονομάζεται τεσοφενσίνη και μέχρι τώρα η έρευνα είχε εστιάσει στο ρόλο της σε ασθένειες όπως η Αλζάιμερ και η Πάρκινσον. Τα αποτελέσματα όμως ήταν απογοητευτικά. Η δράση της ουσίας αυτή επικεντρώνει ξανά στην απώλεια της όρεξης αλλά και στην αύξηση του βασικού μεταβολικού ρυθμού. Οι ερευνητές βασίζουν τις ελπίδες τους στο γεγονός πως η συγκεκριμένη ουσία φαίνεται να έχει επιπλέον αντικαταθλιπτικές ιδιότητες.
Μέχρι στιγμής οι κλινικές δοκιμές έχουν ανιχνεύσει τις εξής παρενέργειες: ξηροστομία, αϋπνία, ταχυκαρδία, δυσκοιλιότητα, ναυτία, διάρροια και αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Όλες αυτές οι παρενέργειες έχουν ήδη παρατηρηθεί και σε προηγούμενα χάπια. Μένει μόνο να φανεί αν α) τελικά η καινούργια φαρμακευτική ουσία θα πάρει έγκριση κυκλοφορίας, β) αν έχει δυνητικά και άλλες σοβαρότερες παρενέργειες και γ) είναι τελικά και πόσο, αποτελεσματική στην απώλεια βάρους.
Αν και μέχρι να διεξαχθούν οι μεγαλύτερου εύρους κλινικές δοκιμές φάσης ΙΙΙ για την καινούρια φαρμακευτική ουσία και μέχρι οι φαρμακευτικές εταιρείες να καταλήξουν στο θαυματουργό χάπι κατά της παχυσαρκίας, ας προσπαθήσουμε όλοι να κατανοήσουμε πως πάντα ο ρόλος των χαπιών αυτών ήταν επικουρικός σε έναν ισορροπημένο τρόπο ζωής που περιλαμβάνει υγιεινή διατροφή και συστηματική σωματική άσκηση. Το να μετατίθεται η ελπίδα της θεραπείας της παχυσαρκίας αποκλειστικά σε ένα χάπι είναι μάλλον ουτοπία.
Ας μην λησμονούμε επίσης πως η κοινωνική ασφάλιση πλέον δεν αποζημιώνει φάρμακα που προορίζονται για την καταπολέμηση της παχυσαρκίας, της φαλάκρας, της στυτικής δυσλειτουργίας, του καπνίσματος, των ρυτίδων, των κιρσών και της φλεβίτιδας, όπως επίσης και αντισυλληπτικά και βιταμίνες (Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας: Αρ. Πρ. Φ. 42000/15995/1456). Τα φάρμακα αυτά θεωρούνται πλέον ‘φάρμακα lifestyle’ και τα χαρακτηριστικά τους προσδιορίζονται από απόφαση του ΕΟΦ (Αρ. Πρ. 38945/11-6-2008). Μέχρι λοιπόν να υπάρξουν νεότερες εξελίξεις είναι μια θαυμάσια ευκαιρία η ανέξοδη υγιεινή διατροφή να γίνει το επίκεντρο της θεραπείας της παχυσαρκίας.
Η ορλιστάτη για παράδειγμα, είναι η χημική ουσία που εμποδίζει την απορρόφηση του διατροφικού λίπους από το γαστρεντερικό σωλήνα. Για την ακρίβεια, η ουσία αυτή αναστέλει τη λειτουργία ενός ενζύμου (παγκεατική λιπάση) το οποίο διασπά τα τριγλυκερίδια της τροφής στο έντερο. Έτσι, τα τριγλυκερίδια, αφού δεν μπορούν να διασπαστούν, δεν είναι δυνατόν και να απορροφηθούν περαιτέρω. Η ορλιστάτη όμως μπορεί να αναστείλει την απορρόφηση μόνο του 30% του λίπους που κάποιος προσλαμβάνει μέσω της διατροφής του.
Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο δρα επικουρικά στη διατροφή, η οποία πρέπει να είναι χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά. Σε αντίθετη περίπτωση παρατηρείται στεατόρροια, μια κατάσταση κατά την οποία το λίπος που δε μπορεί να απορροφηθεί από το έντερο αποβάλλεται μέσω των κοπράνων. Επιπρόσθετα, οι λιποδιαλυτές βιταμίνες (Α,Κ,Ε,D) δεν μπορούν να απορροφηθούν από τις τροφές εξαιτίας της δράσης του φαρμάκου. Έτσι, συνήθως συστήνεται επιπρόσθετα η λήψη πολυβιταμινούχου συμπληρώματος ταυτόχρονα.
Η σιβουτραμίνη αποτελεί τη δραστική ουσία ενός άλλου φαρμάκου το οποίο έχει επιστρατευτεί ενάντια στην παχυσαρκία. Ο τρόπος δράσης διαφέρει σε αυτή την περίπτωση. Η ουσία αυτή ελαττώνει την όρεξη του οργανισμού και κατ’ επέκταση την υπερβολική πρόσληψη θερμίδων. Παρενέργειές της είναι δυνητικά η αύξηση της αρτηριακής πίεσης, ναυτία, αίσθηση παράξενης γεύσης και πιο σπάνια αλλαγές στην ψυχική διάθεση, παραισθήσεις και καρδιακές αρρυθμίες.
Τέλος η ριμοναμπάτη αποτελεί το πιο πρόσφατο κατασκεύασμα που έχουν επιστρατεύσει οι φαρμακοβιομηχανίες απέναντι στην παχυσαρκία. Πρόκειται για μια ουσία η οποία δρα όπως περίπου η σιβουτραμίνη και μειώνει την όρεξη του οργανισμού ακολουθώντας όμως ένα διαφορετικό βιοχημικό μονοπάτι, αυτό του δικτύου των ενδοκαναβιδοειδών υποδοχέων. Ο ρόλος του ήταν επίσης επικουρικός σε μια προσεγμένη διατροφή που συνοδεύεται από συστηματική φυσική δραστηριότητα.
Το φάρμακο κυκλοφόρησε το 2006 και μόλις στις 23 Οκτρωβρίου 2008 αποσύρθηκε από την αγορά μετά από απόφαση της Επιτροπής για τα Φαρμακευτικά Προϊόντα Ανθρώπινης Χρήσης (CHMP) της Ευρωπαίκής Ένωσης. Φάνηκε πως τελικά οι παρενέργειες του χαπιού ήταν περισσότερες από τα οφέλη και πως επιπρόσθετα ήταν συχνότερες στην πραγματική ζωή σε σχέση με τις κλινικές δοκιμασίες που έγιναν πριν την κυκλοφορία του. Οι παρενέργειες αυτές δεν είναι καθόλου αμελητέες.
Επειδή η ριμοναμπάτη δρα στο πολύπλοκο κεντρικό νευρικό σύστημα του ανθρώπου οι συνέπειες μπορεί να είναι απρόβλεπτες. Συχνά οι ασθενείς παρουσίαζαν δριμεία κατάθλιψη και σπανιότερα τάσεις αυτοκτονίας. Η συνολική δράση της ουσίας ήταν τέτοια που φαίνεται πως συνέβαλε στην εξέλιξη νευροεκφυλιστικών ασθενειών, όπως της πολλαπλής σκλήρυνσης, της νόσου Αλζάιμερ κ.α. Τί μας επιφυλάσσει λοιπόν το μέλλον των χαπιών ενάντια στην παχυσαρκία;
Στις 22 Οκτωβρίου 2008, δημοσιεύθηκε στην έγκριτη επιθεώρηση Lancet μια μικρή (συγκρίθηκαν ομάδες των 50 ατόμων) κλινική δοκιμή φάσης ΙΙ για μια νέα φαρμακευτική ουσία που βοηθά στην απώλεια του βάρους. Η ουσία ονομάζεται τεσοφενσίνη και μέχρι τώρα η έρευνα είχε εστιάσει στο ρόλο της σε ασθένειες όπως η Αλζάιμερ και η Πάρκινσον. Τα αποτελέσματα όμως ήταν απογοητευτικά. Η δράση της ουσίας αυτή επικεντρώνει ξανά στην απώλεια της όρεξης αλλά και στην αύξηση του βασικού μεταβολικού ρυθμού. Οι ερευνητές βασίζουν τις ελπίδες τους στο γεγονός πως η συγκεκριμένη ουσία φαίνεται να έχει επιπλέον αντικαταθλιπτικές ιδιότητες.
Μέχρι στιγμής οι κλινικές δοκιμές έχουν ανιχνεύσει τις εξής παρενέργειες: ξηροστομία, αϋπνία, ταχυκαρδία, δυσκοιλιότητα, ναυτία, διάρροια και αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Όλες αυτές οι παρενέργειες έχουν ήδη παρατηρηθεί και σε προηγούμενα χάπια. Μένει μόνο να φανεί αν α) τελικά η καινούργια φαρμακευτική ουσία θα πάρει έγκριση κυκλοφορίας, β) αν έχει δυνητικά και άλλες σοβαρότερες παρενέργειες και γ) είναι τελικά και πόσο, αποτελεσματική στην απώλεια βάρους.
Αν και μέχρι να διεξαχθούν οι μεγαλύτερου εύρους κλινικές δοκιμές φάσης ΙΙΙ για την καινούρια φαρμακευτική ουσία και μέχρι οι φαρμακευτικές εταιρείες να καταλήξουν στο θαυματουργό χάπι κατά της παχυσαρκίας, ας προσπαθήσουμε όλοι να κατανοήσουμε πως πάντα ο ρόλος των χαπιών αυτών ήταν επικουρικός σε έναν ισορροπημένο τρόπο ζωής που περιλαμβάνει υγιεινή διατροφή και συστηματική σωματική άσκηση. Το να μετατίθεται η ελπίδα της θεραπείας της παχυσαρκίας αποκλειστικά σε ένα χάπι είναι μάλλον ουτοπία.
Ας μην λησμονούμε επίσης πως η κοινωνική ασφάλιση πλέον δεν αποζημιώνει φάρμακα που προορίζονται για την καταπολέμηση της παχυσαρκίας, της φαλάκρας, της στυτικής δυσλειτουργίας, του καπνίσματος, των ρυτίδων, των κιρσών και της φλεβίτιδας, όπως επίσης και αντισυλληπτικά και βιταμίνες (Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας: Αρ. Πρ. Φ. 42000/15995/1456). Τα φάρμακα αυτά θεωρούνται πλέον ‘φάρμακα lifestyle’ και τα χαρακτηριστικά τους προσδιορίζονται από απόφαση του ΕΟΦ (Αρ. Πρ. 38945/11-6-2008). Μέχρι λοιπόν να υπάρξουν νεότερες εξελίξεις είναι μια θαυμάσια ευκαιρία η ανέξοδη υγιεινή διατροφή να γίνει το επίκεντρο της θεραπείας της παχυσαρκίας.
Labels:
αδυνατισμα,
διαιτα,
ΔΙΑΙΤΟΛΟΓΟΙ,
ΔΙΑΙΤΟΛΟΓΟΣ,
διατροφη,
παχυσαρκια,
υγεια,
ΦΑΡΜΑΚΑ,
ΧΑΠΙΑ
Saturday, November 01, 2008
Γενετικά τεστ και δίαιτες
1. Η επιστημονική άποψη του καθηγητή γενετικής και πρύτανη του Πανεπιστημίου Πατρών από το 1994, κου Αλαχιώτη:
http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=15495&m=H08&aa=1
2. Η άποψη του αντιπροέδρου του Ελληνικού Ινστιτούτου Διατροφής, κου Κωνσταντίνου Ξένου:
http://www.protothema.gr/content.php?id=17011
Τα συμπεράσματα δικά σας.
Προσωπικά, ως υποψήφιος διδάκτωρ διατροφογενετικής, τάσσομαι με την 1η άποψη.
http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=15495&m=H08&aa=1
2. Η άποψη του αντιπροέδρου του Ελληνικού Ινστιτούτου Διατροφής, κου Κωνσταντίνου Ξένου:
http://www.protothema.gr/content.php?id=17011
Τα συμπεράσματα δικά σας.
Προσωπικά, ως υποψήφιος διδάκτωρ διατροφογενετικής, τάσσομαι με την 1η άποψη.
Labels:
ΓΕΝΕΤΙΚΑ ΤΕΣΤ,
γονιδια,
ΔΙΑΙΤΟΛΟΓΟΙ,
ΔΙΑΙΤΟΛΟΓΟΣ,
διατροφη,
διατροφογενετικη,
διατροφογενωμικη,
υγεια
Friday, October 24, 2008
Εσείς ποιόν τύπο λιποκυττάρων έχετε;
Στα θηλαστικά υπάρχουν 2 είδη λιπώδους ιστού:
* ο λευκός και
* ο φαιός λιπώδης ιστός. Ο λευκός λιπώδης ιστός αποθηκεύει λίπος, ενώ ο φαιός κινητοποιεί και ουσιαστικά ‘καίει’ λίπος.
Το ενδιαφέρον καινούργιο επιστημονικό στοιχείο που συμπληρώνει το παζλ του μεταβολισμού είναι πως τα κύτταρα του φαιού λιπώδους ιστού έχουν τις ίδιες γενετικές ρίζες με τα κύτταρα του μυϊκού ιστού, τα οποία είναι τα κύτταρα που κατ’ εξοχήν μεταβολίζουν την ενέργεια στο ανθρώπινο σώμα. Ο Κόνραντ Κέσνερ που ανακάλυψε πρώτος τον φαιό λιπώδη ιστό το 1551, τον περιέγραψε ως κάτι ενδιάμεσο μεταξύ μυός και λίπους.
Ο λευκός λιπώδης ιστός συνοδεύεται από κακή φήμη στην επιστημονική κοινότητα, αφού έχει συσχετιστεί με την εμφάνιση παχυσαρκίας. Αντίθετα, ο φαιός λιπώδης ιστός θεωρείται ευνοϊκότερος για τον άνθρωπο, αφού περιέχει πολλά μιτοχόνδρια, τα οργανίδια μέσα στα οποία γίνονται οι κυτταρικές καύσεις του μεταβολισμού. Όμως τα οργανίδια αυτά διαθέτουν ακόμα ένα μοναδικό χαρακτηριστικό. Παράγουν μια πρωτεΐνη η οποία βοηθά στην καύση του αποθηκευμένου λίπους προκειμένου να παραχθεί θερμότητα για τον οργανισμό. Έτσι, το σώμα ζεσταίνεται και ταυτόχρονα παραμένει αδύνατο. Η πρωτεΐνη αυτή ονομάζεται UCP1 και περιέχεται μόνο στο φαιό και όχι στο λευκό λιπώδη ιστό.
Επίσης, μέχρι πρόσφατα επικρατούσε η αντίληψη πως ο φαιός λιπώδης ιστός υπήρχε μόνο στα νεογέννητα. Όμως, δεδομένα από διάφορες μελέτες πλέον υποδεικνύουν πως υπάρχουν αρκετοί ενήλικες που διατηρούν μεταβολικά ενεργό τον φαιό τους λιπώδη ιστό. Η σύγχρονη έρευνα έχει επικεντρώσει τις προσπάθειές της στο να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνται τα κύτταρα του φαιού ιστού, με απώτερο σκοπό να μιμηθεί τη διαδικασία αυτή και πιθανότατα να δώσει λύση στο πρόβλημα της παχυσαρκίας.
Στο έμβρυο, οι δύο τύποι λιπώδους ιστού προέρχονται από διαφορετικές σειρές πρόδρομων κυττάρων. Ακόμα πιο εντυπωσιακό όμως είναι το γεγονός πως τα κύτταρα του φαιώδους ιστού προέρχονται από τα πρόδρομα κύτταρα των μυϊκών κυττάρων του εμβρύου. Το αν τα πρόδρομα μυϊκά κύτταρα θα καταλήξουν μυϊκά ή φαιά λιποκύτταρα φαίνεται πως εξαρτάται από την ύπαρξη ενός γονιδιακού παράγοντα ο οποίος ονομάζεται PRDM16.
Όταν αυτός δεν υπάρχει, τότε τα πρόδρομα μυϊκά κύτταρα θα μετατραπούν σε μυϊκά κύτταρα και όχι σε κύτταρα του φαιού λιπώδους ιστού. Τα τελευταία αυτά δεδομένα δημοσιεύθηκαν τον Αύγουστο του 2008 στην έγκριτη επιστημονική επιθεώρηση ‘Nature’. Φαίνεται λοιπόν πως όταν τα πρόδρομα μυϊκά κύτταρα δεν λαμβάνουν πλήρες το σήμα για να εξελιχθούν σε μυϊκά, τότε εξελίσσονται σε φαιό λιπώδη ιστό. Όταν δεν λάβουν πλήρες το σήμα για να εξελιχθούν σε φαιά λιπώδη, τότε εξελίσσονται σε μυϊκά.
Συνεχίζοντας, υπάρχουν μερικά φαιά λιπώδη κύτταρα που φαίνεται πως σχετίζονται με τα λευκά λιποκύτταρα. Σε περιοχές δηλαδή του σώματος που κυριαρχεί ο λευκός λιπώδης ιστός είναι πιθανό να ενεργοποιήσει τη δημιουργία φαιών λιποκυττάρων. Όμως, αυτού του είδους τα φαιά λιποκύτταρα διαφέρουν από εκείνα που προέρχονται από τα πρόδρομα μυϊκά κύτταρα και εκείνο που δεν έχει απαντηθεί ακόμα είναι το αν αυτά ήταν λευκά λιποκύτταρα που μετατράπηκαν σε φαιά ή αν πρόκειται για φαιά λιποκύτταρα που είχαν ‘μεταμφιεστεί’ σε λευκά λιποκύτταρα. Επιπρόσθετα, αυτού του είδους τα λιποκύτταρα δεν αποκρίνονται στον παράγοντα PRDM16 που αναφέρθηκε προηγουμένως.
Ανακεφαλαιώνοντας, φαίνεται πως τα δύο είδη λίπους (λευκό και φαιό) που έχουμε στο σώμα μας έχουν θεμελιώδεις διαφορές. Τα φαιά λιποκύτταρα μοιράζονται πολλές κοινές πρωτεΐνες με τα κύτταρα των μυών. Το γεγονός αυτό κάνει τον φαιό λιπώδη ιστό μεταβολικά ενεργό (μπορεί δηλαδή να ‘καίει λίπος’) σαν τα μυϊκά κύτταρα.
Τελικά, η επιστημονική κοινότητα αρχίζει πλέον να θεωρεί πως ο ιστός αυτός δεν είναι τίποτα άλλο από μυϊκά κύτταρα που έχουν αποθηκεύσει λίπος παρά μια διαφοροποιημένη ποικιλία λιποκυττάρων. Μαζί με τις ανακαλύψεις αυτές έρχονται στο φως και νέα ερωτήματα, όπως πώς τελικά ρυθμίζεται το αν τα πρόδρομα μυϊκά κύτταρα θα γίνουν μυϊκά ή φαιά λιπώδη. Αν στο μέλλον επιτευχθεί η κατανόηση και ο έλεγχος του μηχανισμού αυτού, τότε ίσως να έχουμε βρεθεί ένα βήμα πιο κοντά στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας.
* ο λευκός και
* ο φαιός λιπώδης ιστός. Ο λευκός λιπώδης ιστός αποθηκεύει λίπος, ενώ ο φαιός κινητοποιεί και ουσιαστικά ‘καίει’ λίπος.
Το ενδιαφέρον καινούργιο επιστημονικό στοιχείο που συμπληρώνει το παζλ του μεταβολισμού είναι πως τα κύτταρα του φαιού λιπώδους ιστού έχουν τις ίδιες γενετικές ρίζες με τα κύτταρα του μυϊκού ιστού, τα οποία είναι τα κύτταρα που κατ’ εξοχήν μεταβολίζουν την ενέργεια στο ανθρώπινο σώμα. Ο Κόνραντ Κέσνερ που ανακάλυψε πρώτος τον φαιό λιπώδη ιστό το 1551, τον περιέγραψε ως κάτι ενδιάμεσο μεταξύ μυός και λίπους.
Ο λευκός λιπώδης ιστός συνοδεύεται από κακή φήμη στην επιστημονική κοινότητα, αφού έχει συσχετιστεί με την εμφάνιση παχυσαρκίας. Αντίθετα, ο φαιός λιπώδης ιστός θεωρείται ευνοϊκότερος για τον άνθρωπο, αφού περιέχει πολλά μιτοχόνδρια, τα οργανίδια μέσα στα οποία γίνονται οι κυτταρικές καύσεις του μεταβολισμού. Όμως τα οργανίδια αυτά διαθέτουν ακόμα ένα μοναδικό χαρακτηριστικό. Παράγουν μια πρωτεΐνη η οποία βοηθά στην καύση του αποθηκευμένου λίπους προκειμένου να παραχθεί θερμότητα για τον οργανισμό. Έτσι, το σώμα ζεσταίνεται και ταυτόχρονα παραμένει αδύνατο. Η πρωτεΐνη αυτή ονομάζεται UCP1 και περιέχεται μόνο στο φαιό και όχι στο λευκό λιπώδη ιστό.
Επίσης, μέχρι πρόσφατα επικρατούσε η αντίληψη πως ο φαιός λιπώδης ιστός υπήρχε μόνο στα νεογέννητα. Όμως, δεδομένα από διάφορες μελέτες πλέον υποδεικνύουν πως υπάρχουν αρκετοί ενήλικες που διατηρούν μεταβολικά ενεργό τον φαιό τους λιπώδη ιστό. Η σύγχρονη έρευνα έχει επικεντρώσει τις προσπάθειές της στο να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνται τα κύτταρα του φαιού ιστού, με απώτερο σκοπό να μιμηθεί τη διαδικασία αυτή και πιθανότατα να δώσει λύση στο πρόβλημα της παχυσαρκίας.
Στο έμβρυο, οι δύο τύποι λιπώδους ιστού προέρχονται από διαφορετικές σειρές πρόδρομων κυττάρων. Ακόμα πιο εντυπωσιακό όμως είναι το γεγονός πως τα κύτταρα του φαιώδους ιστού προέρχονται από τα πρόδρομα κύτταρα των μυϊκών κυττάρων του εμβρύου. Το αν τα πρόδρομα μυϊκά κύτταρα θα καταλήξουν μυϊκά ή φαιά λιποκύτταρα φαίνεται πως εξαρτάται από την ύπαρξη ενός γονιδιακού παράγοντα ο οποίος ονομάζεται PRDM16.
Όταν αυτός δεν υπάρχει, τότε τα πρόδρομα μυϊκά κύτταρα θα μετατραπούν σε μυϊκά κύτταρα και όχι σε κύτταρα του φαιού λιπώδους ιστού. Τα τελευταία αυτά δεδομένα δημοσιεύθηκαν τον Αύγουστο του 2008 στην έγκριτη επιστημονική επιθεώρηση ‘Nature’. Φαίνεται λοιπόν πως όταν τα πρόδρομα μυϊκά κύτταρα δεν λαμβάνουν πλήρες το σήμα για να εξελιχθούν σε μυϊκά, τότε εξελίσσονται σε φαιό λιπώδη ιστό. Όταν δεν λάβουν πλήρες το σήμα για να εξελιχθούν σε φαιά λιπώδη, τότε εξελίσσονται σε μυϊκά.
Συνεχίζοντας, υπάρχουν μερικά φαιά λιπώδη κύτταρα που φαίνεται πως σχετίζονται με τα λευκά λιποκύτταρα. Σε περιοχές δηλαδή του σώματος που κυριαρχεί ο λευκός λιπώδης ιστός είναι πιθανό να ενεργοποιήσει τη δημιουργία φαιών λιποκυττάρων. Όμως, αυτού του είδους τα φαιά λιποκύτταρα διαφέρουν από εκείνα που προέρχονται από τα πρόδρομα μυϊκά κύτταρα και εκείνο που δεν έχει απαντηθεί ακόμα είναι το αν αυτά ήταν λευκά λιποκύτταρα που μετατράπηκαν σε φαιά ή αν πρόκειται για φαιά λιποκύτταρα που είχαν ‘μεταμφιεστεί’ σε λευκά λιποκύτταρα. Επιπρόσθετα, αυτού του είδους τα λιποκύτταρα δεν αποκρίνονται στον παράγοντα PRDM16 που αναφέρθηκε προηγουμένως.
Ανακεφαλαιώνοντας, φαίνεται πως τα δύο είδη λίπους (λευκό και φαιό) που έχουμε στο σώμα μας έχουν θεμελιώδεις διαφορές. Τα φαιά λιποκύτταρα μοιράζονται πολλές κοινές πρωτεΐνες με τα κύτταρα των μυών. Το γεγονός αυτό κάνει τον φαιό λιπώδη ιστό μεταβολικά ενεργό (μπορεί δηλαδή να ‘καίει λίπος’) σαν τα μυϊκά κύτταρα.
Τελικά, η επιστημονική κοινότητα αρχίζει πλέον να θεωρεί πως ο ιστός αυτός δεν είναι τίποτα άλλο από μυϊκά κύτταρα που έχουν αποθηκεύσει λίπος παρά μια διαφοροποιημένη ποικιλία λιποκυττάρων. Μαζί με τις ανακαλύψεις αυτές έρχονται στο φως και νέα ερωτήματα, όπως πώς τελικά ρυθμίζεται το αν τα πρόδρομα μυϊκά κύτταρα θα γίνουν μυϊκά ή φαιά λιπώδη. Αν στο μέλλον επιτευχθεί η κατανόηση και ο έλεγχος του μηχανισμού αυτού, τότε ίσως να έχουμε βρεθεί ένα βήμα πιο κοντά στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας.
Labels:
αδυνατισμα,
διαιτα,
ΔΙΑΙΤΟΛΟΓΟΙ,
ΔΙΑΙΤΟΛΟΓΟΣ,
διατροφη,
ΛΙΠΟΚΥΤΤΑΡΑ,
παχυσαρκια,
υγεια
Wednesday, October 01, 2008
Νέο συμπλήρωμα διατροφής με ισοφλαβόνες για την καλή υγεία των αγγείων της καρδιάς
Είναι γεγονός πως η μεσογειακή διατροφή αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο για την καλή υγεία των αγγείων της καρδιάς και του εγκεφάλου. Συμβάλλει έτσι τα μέγιστα στην πρωτογενή πρόληψη ενός εμφράγματος του μυοκαρδίου ή ενός αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου. Τί μπορεί να κάνει όμως κάποιος όταν έχει ήδη υποστεί ένα έμφραγμα ή εγκεφαλικό και επιθυμεί να προστατευθεί διατροφικά από ένα δεύτερο παρόμοιο συμβάν (δευτερογενής πρόληψη); Οι πιο πρόσφατες διατροφικές οδηγίες της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας εξακολουθούν να αποτελούν τον χρυσό κανόνα των επιλογών του, αλλά νέα επιστημονικά δεδομένα έρχονται να προστεθούν και να πλουτίσουν τις γνώσεις μας γύρω από τον ρόλο της διατροφής στους ασθενείς με ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου.
Μια πολύ πρόσφατη μελέτη1 που δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας αναδεικνύει τον ρόλο ενός συμπληρώματος διατροφής που είναι πλούσιο σε ισοφλαβόνες. Οι ισοφλαβόνες απαντώνται σε φυσική μορφή σε τρόφιμα όπως η σόγια, τα όσπρια, τα ρεβύθια και τα χόρτα. Οι ερευνητές όμως της συγκεκριμένης μελέτης εξέτασαν τη δράση ενός συμπληρώματος στον τρόπο με τον οποίο διαστέλλεται η κύρια αρτηρία του βραχίονα του χεριού μετά από αυξημένη ροή αίματος. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί δείκτη λειτουργίας των κυττάρων του ενδοθηλίου που επενδύουν τον εσωτερικό χιτώνα των αγγείων. Ως γνωστόν σε ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο το ενδοθήλιο δυσλειτουργεί και συγκεκριμένα παρουσιάζει φλεγμονή.
Οι ερευνητές λοιπόν από το πανεπιστήμιο του Χονγκ Κονγκ, με επικεφαλή τον καθηγητή William MW Mong μελέτησαν 50 ασθενείς που είχαν υποστεί ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και έλαβαν το συμλήρωμα και 52 που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Μετά από χρονικό διάστημα 12 εβδομάδων χορήγησης του συμπληρώματος των ισοφλαβονών βελτιώθηκε κατά 50% η διάμετρος της αρτηρίας και κατ’ επέκταση η ροή του αίματος στους ασθενείς αυτούς. Η δόση στην οποία επιτεύχθηκε το αποτέλεσμα αυτό ήταν στα επίπεδα των 80 mgr ισοφλαβονών.
Φάνηκε πως οι ισοφλαβόνες αντιστρέφουν τη δυσλειτουργία του ενδοθηλίου στη συγκεκριμένη ομάδα ασθενών. Είναι πολύ σημαντικό να παρατηρούνται τέτοιες ευεργετικές δράσεις σε ασθενείς με προηγούμενο καρδιαγγειακό ιστορικό, καρδιαγγειακή νόσο σε εξέλιξη και μεγάλο κίνδυνο για ένα δεύτερο έμφραγμα. Πρέπει όμως να αναφερθεί πως όταν οι ασθενείς χωρίστηκαν σε διαβητικούς και μη διαβητικούς δε φάνηκε σημαντική διαφορά από τη λήψη του συμπληρώματος. Όταν όμως χωρίστηκαν σε καπνίζοντες και μη καπνίζοντες τότε φάνηκε ευεργετική επίδραση του συμπληρώματος σε αυτούς που κάπνιζαν. Η παρατήρηση αυτή εξηγείται από το ότι το κάπνισμα επιβαρύνει τη λειτουργία του ενδοθηλίου των αγγείων και έτσι οι ασθενείς με δυσλειτουργικό ενδοθήλιο εξαιτίας του καπνίσματος ευεργετήθηκαν από το συμπλήρωμα των ισοφλαβονών.
Ένα άλλο εύρημα της μελέτης ήταν πως κατά τη διάρκεια των 12 εβδομάδων λήψης μειώθηκαν τα επίπεδα μιας πρωτεΐνης που θεωρείται ανεξάρτητος προγνωστικός δείκτης καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Πρόκειται για την C-αντιδρώσα πρωτεΐνη και αποτελεί έναν από τους πιο γνωστούς δείκτες δυσλειτουργίας (φλεγμονής) του ενδοθηλίου των αγγείων. Πιθανότατα οι ισοφλαβόνες ανακουφίζουν τα αγγεία που έχουν υποστεί βλάβη από τη φλεγμονή και δυσλειτουργούν. Επιπρόσθετα, οι ισοφλαβόνες αποτελούν μια από τις κυριότερες κλάσσεις των φυτοοιστρογόνων, ουσιών που απαντώναι στα τρόφιμα και μιμούνται τη δράση των οιστρογόνων. Τα τελευταία έχουν γνωστή προστατευτική δράση έναντι των καρδιαγγειακών νοσημάτων.
Όπως τόνισαν οι ερευνητές, το αξιοσημείωτο στοιχείο της μελέτης αυτής ήταν πως τα αποτελέσματά της προσομοίαζαν με αυτά που παρατηρούνται α) σε ασθενείς οι οποίοι έχουν κάνει αλλαγές στον τρόπο ζωής τους π.χ υποβάλλονται σε γυμναστικές ασκήσεις αντοχής ή β) σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτική θεραπεία με στατίνες για τη μείωση των λιπιδίων του αίματος. Η μελέτη αυτή θεωρείται πως είναι η πρώτη τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη κλινική δοκιμή που ερευνά τη δράση του συγκεκριμένου συμπληρώματος. Είναι πολύ νωρίς ακόμα για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για τη δράση τέτοιων συμπληρωμάτων. Αν τα αποτελέσματά της μελέτης αυτής επαληθευθούν και από άλλες παρόμοιες μελέτες ίσως έχουν σημασία για τη χρήση του συγκεκριμένου συμπληρώματος ισοφλαβονών στη δευτερογενή πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων σε ασθενείς με ιστορικό εγκεφαλικού. Μέχρι το σημείο της έκδοσης κλινικών οδηγιών που να αφορούν τις ισοφλαβόνες η επιστήμη έχει πολλά ερωτήματα να απαντήσει ακόμη. Οι πιθανές παρενέργειες από μακροχρόνια χρήση τέτοιων συμπληρωμάτων πρέπει να διερευνηθούν. Οι ενδείξεις μέχρι τώρα είναι ενθαρρυντικές και καλό θα ήταν προς το παρόν το πλούσιο φορτίο των ισοφλαβονών να το περιέχουν μόνο τα τρόφιμα της διατροφής μας και τίποτε άλλο.
1): Reduction of C-reactive protein with isoflavone supplement reverses endothelial dysfunction in patients with ischaemic stroke. European Heart Journal. doi:10.1093/eurheartj/ehn409.
Μια πολύ πρόσφατη μελέτη1 που δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας αναδεικνύει τον ρόλο ενός συμπληρώματος διατροφής που είναι πλούσιο σε ισοφλαβόνες. Οι ισοφλαβόνες απαντώνται σε φυσική μορφή σε τρόφιμα όπως η σόγια, τα όσπρια, τα ρεβύθια και τα χόρτα. Οι ερευνητές όμως της συγκεκριμένης μελέτης εξέτασαν τη δράση ενός συμπληρώματος στον τρόπο με τον οποίο διαστέλλεται η κύρια αρτηρία του βραχίονα του χεριού μετά από αυξημένη ροή αίματος. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί δείκτη λειτουργίας των κυττάρων του ενδοθηλίου που επενδύουν τον εσωτερικό χιτώνα των αγγείων. Ως γνωστόν σε ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο το ενδοθήλιο δυσλειτουργεί και συγκεκριμένα παρουσιάζει φλεγμονή.
Οι ερευνητές λοιπόν από το πανεπιστήμιο του Χονγκ Κονγκ, με επικεφαλή τον καθηγητή William MW Mong μελέτησαν 50 ασθενείς που είχαν υποστεί ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και έλαβαν το συμλήρωμα και 52 που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Μετά από χρονικό διάστημα 12 εβδομάδων χορήγησης του συμπληρώματος των ισοφλαβονών βελτιώθηκε κατά 50% η διάμετρος της αρτηρίας και κατ’ επέκταση η ροή του αίματος στους ασθενείς αυτούς. Η δόση στην οποία επιτεύχθηκε το αποτέλεσμα αυτό ήταν στα επίπεδα των 80 mgr ισοφλαβονών.
Φάνηκε πως οι ισοφλαβόνες αντιστρέφουν τη δυσλειτουργία του ενδοθηλίου στη συγκεκριμένη ομάδα ασθενών. Είναι πολύ σημαντικό να παρατηρούνται τέτοιες ευεργετικές δράσεις σε ασθενείς με προηγούμενο καρδιαγγειακό ιστορικό, καρδιαγγειακή νόσο σε εξέλιξη και μεγάλο κίνδυνο για ένα δεύτερο έμφραγμα. Πρέπει όμως να αναφερθεί πως όταν οι ασθενείς χωρίστηκαν σε διαβητικούς και μη διαβητικούς δε φάνηκε σημαντική διαφορά από τη λήψη του συμπληρώματος. Όταν όμως χωρίστηκαν σε καπνίζοντες και μη καπνίζοντες τότε φάνηκε ευεργετική επίδραση του συμπληρώματος σε αυτούς που κάπνιζαν. Η παρατήρηση αυτή εξηγείται από το ότι το κάπνισμα επιβαρύνει τη λειτουργία του ενδοθηλίου των αγγείων και έτσι οι ασθενείς με δυσλειτουργικό ενδοθήλιο εξαιτίας του καπνίσματος ευεργετήθηκαν από το συμπλήρωμα των ισοφλαβονών.
Ένα άλλο εύρημα της μελέτης ήταν πως κατά τη διάρκεια των 12 εβδομάδων λήψης μειώθηκαν τα επίπεδα μιας πρωτεΐνης που θεωρείται ανεξάρτητος προγνωστικός δείκτης καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Πρόκειται για την C-αντιδρώσα πρωτεΐνη και αποτελεί έναν από τους πιο γνωστούς δείκτες δυσλειτουργίας (φλεγμονής) του ενδοθηλίου των αγγείων. Πιθανότατα οι ισοφλαβόνες ανακουφίζουν τα αγγεία που έχουν υποστεί βλάβη από τη φλεγμονή και δυσλειτουργούν. Επιπρόσθετα, οι ισοφλαβόνες αποτελούν μια από τις κυριότερες κλάσσεις των φυτοοιστρογόνων, ουσιών που απαντώναι στα τρόφιμα και μιμούνται τη δράση των οιστρογόνων. Τα τελευταία έχουν γνωστή προστατευτική δράση έναντι των καρδιαγγειακών νοσημάτων.
Όπως τόνισαν οι ερευνητές, το αξιοσημείωτο στοιχείο της μελέτης αυτής ήταν πως τα αποτελέσματά της προσομοίαζαν με αυτά που παρατηρούνται α) σε ασθενείς οι οποίοι έχουν κάνει αλλαγές στον τρόπο ζωής τους π.χ υποβάλλονται σε γυμναστικές ασκήσεις αντοχής ή β) σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτική θεραπεία με στατίνες για τη μείωση των λιπιδίων του αίματος. Η μελέτη αυτή θεωρείται πως είναι η πρώτη τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη κλινική δοκιμή που ερευνά τη δράση του συγκεκριμένου συμπληρώματος. Είναι πολύ νωρίς ακόμα για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για τη δράση τέτοιων συμπληρωμάτων. Αν τα αποτελέσματά της μελέτης αυτής επαληθευθούν και από άλλες παρόμοιες μελέτες ίσως έχουν σημασία για τη χρήση του συγκεκριμένου συμπληρώματος ισοφλαβονών στη δευτερογενή πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων σε ασθενείς με ιστορικό εγκεφαλικού. Μέχρι το σημείο της έκδοσης κλινικών οδηγιών που να αφορούν τις ισοφλαβόνες η επιστήμη έχει πολλά ερωτήματα να απαντήσει ακόμη. Οι πιθανές παρενέργειες από μακροχρόνια χρήση τέτοιων συμπληρωμάτων πρέπει να διερευνηθούν. Οι ενδείξεις μέχρι τώρα είναι ενθαρρυντικές και καλό θα ήταν προς το παρόν το πλούσιο φορτίο των ισοφλαβονών να το περιέχουν μόνο τα τρόφιμα της διατροφής μας και τίποτε άλλο.
1): Reduction of C-reactive protein with isoflavone supplement reverses endothelial dysfunction in patients with ischaemic stroke. European Heart Journal. doi:10.1093/eurheartj/ehn409.
Labels:
ΑΝΤΙΟΞΕΙΔΩΤΙΚΑ,
διατροφη,
ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ,
ΕΜΦΡΑΓΜΑ,
ΙΣΟΦΛΑΒΟΝΕΣ,
ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΑ,
υγεια,
ΦΛΑΒΟΝΟΕΙΔΗ
Monday, September 29, 2008
ΟΙ ΚΑΙΝΟΥΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΑΡΔΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
Τον Ιούνιο του 2007 η Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρεία ανανέωσε τις οδηγίες για την αντιμετώπιση της υπέρτασης. Ιδιαίτερη αναφορά χρήζουν οι συστάσεις για την αλλαγή του συνολικότερου τρόπου ζωής μια και ο στόχος των καινούριων οδηγιών είναι η μείωση της αρτηριακής υπέρτασης, ο έλεγχος των άλλων παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου και το κυριότερο: η μείωση του αριθμού και των δόσεων των αντιυπερτασικών φαρμάκων που ίσως να χρειάζεται να χρησιμοποιηθούν. Επτά απλές θεωρητικά οδηγίες είναι αυτές που πρέπει να έχουν κατά νου οι ασθενείς: 1) διακοπή του καπνίσματος, 2) μείωση του βάρους αν είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι, 3) μετριασμός στην κατανάλωση του αλκοόλ, 4) στροφή προς τη φυσική δραστηριότητα 5) μείωση της πρόσληψης του διαιτητικού άλατος (προσοχή εδώ στις κρυφές πηγές αλατιού) και 6) αύξηση της κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών με 7) ταυτόχρονη μείωση στην πρόσληψη ολικού και κορεσμένου διατροφικού λίπους. Ας εξετάσουμε όμως τις συστάσεις πιο αναλυτικά. Η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ έχει δειχθεί από πολλές μελέτες πως σχετίζεται μειωμένη θνησιμότητα σε σχέση με εκείνους που δεν έπιναν καθόλου. Τα υψηλά επίπεδα κατανάλωσης αλκοόλ και ιδιαίτερα οι « αιφνίδιες εκρήξεις κατανάλωσης αλκοόλ» έχουν σχετιστεί με αυξημένη πιθανότητα εγκεφαλικού επεισοδίου. Ως μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ νοείται η καθημερινή κατανάλωση άνω των 5 ποτών. Σημαντική παρατήρηση αποτελεί το γεγονός πως το αλκοόλ ελαττώνει την επίδραση της φαρμακευτικής αγωγής κάτι όμως που ευτυχώς είναι αναστρέψιμο με την ελάττωση της κατανάλωσής του. Οι υπερτασικοί ασθενείς παροτρύνονται να μειώσουν την κατανάλωση αλκοόλ στα 20-30 γρ. αιθανόλης οι άντρες και 10-20 γρ. οι γυναίκες. Ακολουθεί η κατανάλωση άλατος η οποία συμβάλλει στην αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Οι πολυάριθμες τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές καταδεικνύουν πως η μείωση του άλατος από αρχική κατανάλωση 10 γρ. χλωριούχου νατρίου (μαγειρικό αλάτι) / ημέρα στη μισή ποσότητα μπορούν να ελαττώσουν κατά μέσο όρο την αρτηριακή πίεση κατά 4 – 6 mm της στήλης υδραργύρου. Χαρακτηριστικό όμως είναι πως η μείωση του διαιτητικού άλατος μπορεί να αποδώσει τα μέγιστα όταν συνδυάζεται με έναν γενικότερα υγιεινό τρόπο διατροφής. Τα ευεργετικά αποτελέσματά της δε μπορεί να είναι τέτοια που μπορούν να μειωθούν ο αριθμός και οι δόσεις των αντιυπερτασικών φαρμάκων που χορηγούνται στον ασθενή. Προσοχή λοιπόν στο προστιθέμενο αλάτι στο φαγητό και στα επεξεργασμένα τρόφιμα που είναι πλούσια σε αλάτι (π.χ παστά ψάρια και κρέατα, αλλαντικά, φαγητό από ταχυφαγεία, κύβοι μαγειρέματος, γαριδάκια, πατατάκια, αλατισμένοι ξηροί καρποί). Στο σημείο αυτό πρέπει να ξεκαθαριστεί πως η αυξημένη πρόσληψη άλατος μπορεί να αποτελέσει αιτία ανθεκτικής σε φαρμακευτική αγωγή υπέρτασης και πως είναι τελικά προτιμότερο τα φαγητά να μαγειρεύονται από αγνά υλικά πλούσια σε κάλιο όπως τα λαχανικά, τα φασολάκια, οι μπάμιες. Η πρόσληψη φρούτων πρέπει επίσης να είναι επαρκής δηλαδή 2-3 διαφορετικά φρούτα / ημέρα. Η γενική οδηγία για το αλάτι λοιπόν είναι γύρω στα 4 γρ./ημέρα ή καλύτερα μικρότερη των 5 γρ./ημέρα. Οι διατροφικές συστάσεις όμως δε σταματούν εδώ. Ο ρόλος του προαναφερόμενου καλίου είναι σημαντικός και η δίαιτα DASH (διατροφή πλούσια σε φρούτα, λαχανικά και σε γαλακτοκομικά προϊόντα χαμηλών λιπαρών με ταυτόχρονα χαμηλά επίπεδα διαιτητικής χοληστερόλης, κορεσμένων και συνολικών λιπαρών) αποτελεί την καλύτερο τρόπο διατροφής για μια πλούσια πρόσληψη καλίου. Οι μελέτες έχουν δείξει πως ο συγκεκριμένος τρόπος διατροφής έχει αντιυπερτασική δράση. Λόγος επίσης γίνεται για τη χορήγηση συμπληρωμάτων ω-3 πολυακόρεστων λιπαρών οξέων, αλλά αυτά φαίνεται πως έχουν αντιυπερτασική δράση μόνο όταν χορηγούνται σε δόσεις μεγαλύτερες των 3 γρ./ημέρα. Οι ενδείξεις για τις διαιτητικές φυτικές ίνες και για τα συμπληρώματα ασβεστίου και μαγνήσιου ακόμα δεν είναι επαρκείς για να συστηθούν αυτά στους υπερτασικούς ασθενείς. Συνοπτικά, οι υπερτασικοί παροτρύνονται να καταναλώνουν 4-5 μερίδες φρούτων και λαχανικών καθημερινά, να καταναλώνουν συχνά ψάρι και να μειώσουν τη διαιτητική πρόσληψη χοληστερόλης και κορεσμένων λιπαρών. Η εκπαίδευσή τους από εξειδικευμένους διαιτολόγους κρίνεται χρήσιμη με βάση τις καινούριες οδηγίες της ευρωπαϊκής καρδιολογικής εταιρείας. Η επίσης συνιστώμενη απώλεια βάρους για υπέρβαρους ή παχύσαρκους υπερτασικούς ασθενείς έρχεται να ενισχύσει τον καθοριστικό ρόλο του διαιτολόγου στην αντιμετώπιση του υπερτασικού ασθενή. Τα δεδομένα είναι ξεκάθαρα. Το σωματικό βάρος σχετίζεται άμεσα με την αρτηριακή πίεση. Η περίσσεια σωματικού λίπους προδιαθέτει για αυξημένη πίεση και υπέρταση. Αντίστροφα, η μείωση του σωματικού βάρους σε παχύσαρκους ασθενείς μείωσε την αρτηριακής τους πίεση και είχε ευεργετική δράση στα επίπεδα σακχάρου τους, στην ινσουλινοαντίσταση, στην υπερλιπιδαιμία και στην αποφρακτική υπνική άπνοια. Για κάθε 5 κιλά απώλεια βάρους αναμένεται περίπου μείωση της συστολικής και διαστολικής πίεσης κατά 4,4 και 3,6 mm της στήλης υδραργύρου αντίστοιχα. Όσο μεγαλύτερη η απώλεια βάρους τόσο μεγαλύτερη και η πτώση της πίεσης, ενώ η μέτρια απώλεια βάρους, με ή χωρίς περιορισμό άλατος, μπορεί ακόμα κα να προλάβει την εμφάνιση της υπέρτασης σε υπέρβαρα άτομα με επίπεδα πίεσης στα ανώτατα φυσιολογικά όρια. Κάτι τέτοιο μπορεί να μειώσει ή ακόμα και να εξαλείψει την φαρμακευτική αγωγή σε τέτοιες περιπτώσεις. Τέλος, επειδή οι μεσήλικες εμφανίζουν αυξητική τάση του σωματικού βάρους, ακόμα και η σταθεροποίησή του αποτελεί στόχο προς επιδίωξη. Τέλος, από τις οδηγίες της ευρωπαϊκής καρδιολογικής εταιρείας δε θα μπορούσε να απουσιάζει η φυσική δραστηριότητα. Η έλλειψή της αποτελεί ισχυρό προγνωστικό δείκτη καρδιαγγειακής θνησιμότητας ανεξάρτητα από την ύπαρξη υπέρτασης ή άλλων παραγόντων κινδύνου. Φαίνεται λοιπόν πως η έντονη αεροβική άσκηση μειώνει τη συστολική και διαστολική πίεση ηρεμίας κατά 3 και 2,4 mm της στήλης υδραργύρου αντίστοιχα με μεγαλύτερες μειώσεις να παρατηρούνται στους υπερτασικούς ασθενείς. Ακόμα και μέτριου βαθμού σωματική άσκηση φαίνεται να μειώνει την πίεση, το σωματικό βάρος και λίπος, την περιφέρεια μέσης (δείκτης συσσώρευσης ενδοκοιλιακού λίπους) και να αυξάνει την καλή χοληστερίνη και την ευαισθησία στην ινσουλίνη. Από την άλλη πλευρά, η άσκηση αντίστασης φαίνεται να μειώνει τη συστολική και διαστολική πίεση ηρεμίας κατά 3,5 και 3,2 mm της στήλης υδραργύρου αντίστοιχα. Έτσι, όσοι δεν ασκούνται και διάγουν βίο καθιστικό παροτρύνονται να ασκούνται 30-45 λεπτά ημερησίως. Το είδος της άσκησης πρέπει να είναι πρωτευόντως άσκηση αύξησης αντοχής δηλαδή περπάτημα, τζόκινγκ, κολύμβηση η οποία θα συμπληρώνεται από ασκήσεις αντίστασης. Ιδιαίτερη προσοχή όμως και εκτίμηση θα πρέπει να γίνει στο ποιος και πόσο μπορεί να ασκηθεί. Η μεγάλης έντασης ανύψωση βαρών δεν ενδείκνυται ενώ οι υπερτασικοί ασθενείς καλό είναι να αποφεύγουν τις ακραίες ασκήσεις φυσικής δραστηριότητας. Περισσότερες λεπτομέρειες θα πρέπει να αναζητηθούν από τον εξειδικευμένο εκπαιδευτή. Ανακεφαλαιώνοντας λοιπόν, οι καινούριες υγιεινοδιαιτητικές οδηγίες της καρδιολογικής εταιρείας για την υπέρταση προσπαθούν να λάβουν υπόψη τους όλα τα υπάρχοντα επιστημονικά δεδομένα και να ωθήσουν τον πληθυσμό σε έναν υγιεινότερο τρόπο ζωής. Προτρέπουν όλους μας να μην καπνίζουμε, να τρώμε περισσότερα φρούτα, λαχανικά, ψάρια και λιγότερο αλάτι, ζωικά και κορεσμένα λίπη. Όλα αυτά πάντα μέσα στο πλαίσιο ενός δραστήριου τρόπου ζωής με μισή ώρα ελεγχόμενης άσκησης κάθε μέρα. Έτσι, θα πετύχουμε ένα όσο το δυνατόν καλύτερο σωματικό βάρος και ποσοστό λίπους και αρτηρίες που δε θα καταπονούνται από την υψηλή πίεση του αίματος που κυκλοφορεί μέσα τους.
Βασίλειος Α. Παπαμίκος (κινητό: 6977867138)M.Med.Sci Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Πανεπιστημίου ΓλασκώβηςMSc Οργάνωσης και Διοίκησης Υπηρεσιών Υγείας, Καποδιστριακού Πανεπιστημίου ΑθηνώνΠτυχιούχος Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Χαροκοπείου ΠανεπιστημίουΜέλος Υποτρόφων Κοινωφελούς Ιδρύματος Αλέξανδρος ΩνάσηςΜέλος Υποτρόφων Χαροκόπειου ΠανεπιστήμιουΣυνεργάτης Πανελληνίου Συλλόγου Νοσοκομειακών Διαιτολόγων (www.pasinod.gr)Μέλος Πανελληνίου Συλλόγου Διαιτολόγων - Διατροφολόγων
Βασίλειος Α. Παπαμίκος (κινητό: 6977867138)M.Med.Sci Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Πανεπιστημίου ΓλασκώβηςMSc Οργάνωσης και Διοίκησης Υπηρεσιών Υγείας, Καποδιστριακού Πανεπιστημίου ΑθηνώνΠτυχιούχος Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Χαροκοπείου ΠανεπιστημίουΜέλος Υποτρόφων Κοινωφελούς Ιδρύματος Αλέξανδρος ΩνάσηςΜέλος Υποτρόφων Χαροκόπειου ΠανεπιστήμιουΣυνεργάτης Πανελληνίου Συλλόγου Νοσοκομειακών Διαιτολόγων (www.pasinod.gr)Μέλος Πανελληνίου Συλλόγου Διαιτολόγων - Διατροφολόγων
Labels:
ΑΛΚΟΟΛ,
διατροφη,
ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ,
ΚΑΠΝΙΣΜΑ,
παχυσαρκια,
υγεια,
υπερταση
Saturday, September 20, 2008
Ευρώπη ενάντια στην παχυσαρκία: Επιχείρηση 'PORGROW'
Η παχυσαρκία και οι επιπλοκές της, που προδιαθέτουν για άλλες χρόνιες ασθένειες ταλαιπωρούν χρόνια τώρα τους ευρωπαίους. Η γηραιά ήπειρος φαίνεται πως πήρε στα σοβαρά το πρόβλημα της αυξανόμενης συχνότητας της παχυσαρκίας στα κράτη-μέλη της και ανέλαβε δράση. Το ερευνητικό πρόγραμμα porgrow αποτελεί μια πανευρωπαϊκή συγκριτική μελέτη, η οποία στοχεύει στο να ξεκαθαρίσει τον τρόπο με τον οποίο θα παρθούν οι μελλοντικές αποφάσεις από τους ‘κύριους παίκτες’ που τελικά διαμορφώνουν το τι τελικά θα φθάσει στο πιάτο του μέσου πολίτη.
Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι παραγωγοί, οι διάφορες εταιρείες της βιομηχανίας τροφίμων, οι μεταπράτες, τα κέτερινγκ, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και οι εταιρείες μάρκετινγκ, οι εκπαιδευτές των διάφορων βαθμίδων (νηπιαγωγοί, δάσκαλοι, καθηγητές κ.ο.κ), οι επαγγελματίες της δημόσιας υγείας, οι οργανισμοί των καταναλωτών καθώς και οι οργανισμοί προώθησης υγείας αλλά και όλοι κρατικοί λειτουργοί σε καίριες θέσεις που διαμορφώνουν τη διατροφική πολιτική στις διάφορες χώρες.
Χαρακτηριστικό είναι πως τα αποτελέσματα της ανάλυσης του ερευνητικού αυτού σχεδίου σε συνδυασμό με τις απαντήσεις από την ‘Πράσινη έκθεση της ευρωπαϊκής επιτροπής για την προώθηση υγιεινών διαιτών και φυσικής δραστηριότητας: η Ευρωπαϊκή διάσταση για την πρόληψη του υπέρβαρου, της παχυσαρκίας και των χρόνιων ασθενειών’ θα καθορίσουν τις προτάσεις της Επιτροπής για τον μετέπειτα τρόπο δράσης για το 2007 και τον καθορισμό της ευρωπαϊκής διατροφικής πολιτικής και σχετικής νομοθεσίας.
Στον ερευνητικό σχεδιασμό porgrow συμμετείχαν εννέα κράτη-μέλη: η Ελλάδα, η Κύπρος, η Ουγγαρία, η Ιταλία, η Γαλλία, η Φιλανδία, η Πολωνία, η Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Μια και η παχυσαρκία τείνει να πάρει διαστάσεις επιδημίας, στόχος της έρευνας ήταν να ανιχνεύσει τις προθέσεις όλων αυτών των ‘κύριων παιχτών’ για την αντιμετώπιση του προβλήματος στα πλαίσια εναλλακτικών μέτρων δράσης σε πληθυσμιακό επίπεδο και όχι μόνο σε ατομικό. Τα αποτελέσματα των συνεντεύξεων έδειξαν πως ένα εκτενές πρόγραμμα μέτρων διατροφικής πολιτικής θα μπορούσε να υποστηριχθεί από πολλούς εκ των προαναφερθέντων πρωταγωνιστών που διαμορφώνουν την ροή στον κλάδο τροφίμων.
Οι τελευταίοι φάνηκε πως αναγνωρίζουν την ανάγκη για κινητοποίηση και είναι έτοιμοι να αναλάβουν το κόστος (αλλαγές στις πολιτικές μάρκετινγκ, σχεδιασμού και μεταφοράς τροφίμων) αρκεί οι σχεδιαστές της διατροφικής πολιτικής να τους τεκμηριώσουν τις ενέργειες αυτές στα πλαίσια της προώθησης υγείας και της γενικότερης κοινής ωφέλειας.
Τα αποτελέσματα έδειξαν πως η εκπαίδευση του κοινού σε θέματα υγιεινών διατροφικών επιλογών είναι πολύ σημαντική και πρέπει να ενισχυθεί. Μέρος του ιδιωτικού τομέα θεώρησε πως υπάρχουν τεχνολογικά προβλήματα, όπως για παράδειγμα η αυξημένη χρήση των υποκατάστατων λίπους ή των τεχνητών γλυκαντικών ουσιών. Αυτά θεωρήθηκαν πως είναι αναποτελεσματικά και μη αποδεκτά. Κρίθηκε επίσης αναγκαία η διακρατική πλέον παρακολούθηση του δείκτη μάζας σώματος, της αλλαγής των καταναλωτικών συνηθειών και των επιπέδων φυσικής δραστηριότητας, καθώς μέχρι τώρα δεν υπήρχαν διακρατικές στατιστικές για τον επιπολασμό της παχυσαρκίας στην Ευρώπη.
Τα μέτρα αυτά θα βοηθήσουν την αξιολόγηση της ευρωπαϊκής πολιτικής ώστε, είτε να διατηρηθούν τα μέτρα που φέρνουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, είτε να εισαχθούν επιπρόσθετα αν τα υπάρχοντα αποβούν ανεπαρκή.
Ας εξετάσουμε όμως συνοπτικά ποιες είναι οι πολιτικές που μέχρι τώρα έχει ακολουθήσει η καθεμιά από τις εννιά χώρες που συμμετείχαν. Στην Ιταλία, το εθνικό πρόγραμμα υγείας για το 2003 - 2005 αναγνώρισε τη μάχη ενάντια στην παχυσαρκία ως μία από τις δέκα πρωταρχικές προτεραιότητες. Στη χώρα αυτή προωθείται ο θηλασμός, οι συνθήκες διατροφής στα σχολεία έχουν βελτιωθεί, ενώ έχουν επιτευχθεί συμφωνίες με παραγωγούς και προμηθευτές που στοχεύουν στην παροχή υγιεινότερων μενού σε χώρους όπως σε καντίνες εταιρειών. Οι αθλητικές εγκαταστάσεις έχουν αυξηθεί και η επίγνωση των καταναλωτών του προωθητικού ρόλου της διαφήμισης έχει ενισχυθεί. Τέλος, οι αγροτικοί συνεταιρισμοί προωθούν πλέον τα φρούτα και μέσω μηχανών αυτόματης πώλησης.
Στην Ισπανία, το υπουργείο υγείας ανέλαβε μια σημαντική πρωτοβουλία μέσω του σχεδίου NAOS για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Η φιλοσοφία του ήταν να δεσμεύσει τις εταιρείες τροφίμων, τις τοπικές αρχές και όλους τους εμπλεκόμενους σε εθελοντικές συμφωνίες προκειμένου το τελικό αποτέλεσμα να είναι μια υγιεινότερη διατροφή και περισσότερη δραστηριότητα για τον πληθυσμό.
Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται είναι καμπάνιες ενημέρωσης, εκπαίδευση σε θέματα υγείας, θεσμοθέτηση προτύπων για τις σχολικές καντίνες και τις αυτόματες μηχανές πώλησης τροφίμων καθώς και προσπάθεια για έλεγχο των μερίδων. Το πρωτοποριακό στοιχείο στην Ισπανία όμως είναι υιοθέτηση εξειδικευμένου κώδικα βιομηχανικού μάρκετινγκ (κώδικας PAOS) προκειμένου να περιοριστεί η διαφήμιση ανθυγιεινών προϊόντων στα παιδιά. Η πρόοδος επίτευξης των στόχων παρακολουθείται από μια ειδικά διαμορφωμένη για το σκοπό αυτό υπηρεσία, η οποία καλείται ‘Υπηρεσία Παρακολούθησης Παχυσαρκίας’. Αξιοσημείωτο είναι πως πιθανή μη επίτευξη των επιθυμητών αποτελεσμάτων μπορεί να επιφέρει δημόσια κριτική.
Στην Πολωνία, δημιουργήθηκε το 2005 το εθνικό πρόγραμμα δίαιτας, φυσικής δραστηριότητας και υγείας. Συνέδρια εξειδικευμένων επιστημόνων για την ανάπτυξη στρατηγικών και τη βελτίωση των σχολικών γευμάτων διεξήχθησαν και εκεί. Έτσι, πλέον είναι υποχρεωτικές 4 ώρες την εβδομάδα φυσικής δραστηριότητας στα σχολεία της Πολωνίας, ενώ η κόκα κόλα απέσυρε τα υδατανθρακούχα αναψυκτικά από τις σχολικές εγκαταστάσεις.
Η Ουγγαρία έδωσε μεγαλύτερη σημασία στη φυσική δραστηριότητα και δημιούργησε το πρόγραμμα εθνικής αθλητικής στρατηγικής. Το τελευταίο εστιάζει στην αύξηση της φυσικής δραστηριότητας στα σχολεία και στη δημιουργία περισσότερων εγκαταστάσεων άθλησης. Ήδη από το 2006 η κυβέρνηση είχε προωθήσει στρατηγικές βελτίωσης των σχολικών καντινών και των μηχανών αυτόματης πώλησης τροφίμων, ενώ έχουν δημιουργηθεί πρότυπα φυσική δραστηριότητας και εκπαίδευσης υγείας στα σχολεία. Οι διαιτητικές οδηγίες προς τον πληθυσμό περιλαμβάνουν την αυξημένη κατανάλωση φρούτων, λαχανικών και δημητριακών και την αποφυγή τροφίμων που είναι πλούσια σε ζάχαρη ή λίπη. Ο κύριος στόχος είναι η παρεμπόδιση της περαιτέρω αύξησης του επιπολασμού της παχυσαρκίας.
Η Φιλανδία ήταν πιο προετοιμασμένη για ένα πρόγραμμα δημόσιας υγείας ενάντια στην παχυσαρκία αφού α) ήδη από το 1970 υπήρχε το πρόγραμμα ‘North Karelia’ που στόχευε στην αντιμετώπιση των χρόνιων ασθενειών και β) όλες οι σκανδιναβικές χώρες είχαν ήδη συντονισμένη πολιτική δημόσιας υγείας. Η έμφαση στη δίαιτα και τη φυσική δραστηριότητα και η ανάλογη εκπαίδευση του προσωπικού υγείας είχε ήδη δοθεί για την αντιμετώπιση του διαβήτη. Υπάρχει Εθνικό Συμβούλιο Διατροφής το οποίο συντονίζει τις πολιτικές ανάμεσα στους διάφορους κυβερνητικούς τομείς, ενώ εθνικά κονδύλια δαπανώνται προκειμένου η βιομηχανία τροφίμων να παράγει υγιεινότερα τρόφιμα.
Τα σχολεία διαθέτουν διατροφικά πρότυπα και υπάρχει πρόσθετος έλεγχος της διαφήμισης προϊόντων στα παιδιά. Μέχρι πρότινος η Φιλανδία είχε φτάσει στο σημείο επιβολής φόρων σε προϊόντα όπως η ζάχαρη, τα ζαχαρωτά και το βούτυρο, στα πλαίσια του προγράμματος προώθησης υγείας. Η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις εναρμονισμένες αγορές την ανάγκασε να αποσύρει τους φόρους αυτούς. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επέβαλε φόρους πωλήσεων για τα διαθέσιμα γεύματα στις καντίνες εργασίας, γεγονός το οποίο συνέβαλε στην αύξηση της κατανάλωσης σνακς ανάμεσα στους εργαζόμενους.
Η Γαλλία το 2004 έλαβε μέτρα για τον περιορισμό της τηλεοπτικής διαφήμισης και την κατάργηση των αυτόματων μηχανών πώλησης βρώσιμων προϊόντων στα σχολεία. Στη συνέχεια η Σύγκλητος εξέτασε πολιτικές για την αντιμετώπιση της παιδικής παχυσαρκίας όπως η λήψη δημοσιονομικών μέτρων για την φορολογία αναψυκτικών ή σνακ καθώς και πιθανό έλεγχο στις διαφημίσεις και ιδιαίτερα σε εκείνες που στόχευαν τα μικρά παιδιά.
Η βιομηχανία τροφίμων από την πλευρά της προσπάθησε να δημιουργήσει ένα εθνικό ίδρυμα για να χρηματοδοτήσει τη διατροφική εκπαίδευση, αλλά η πρόταση αυτή απορρίφθηκε από τις κρατικές αρχές. Οι τελευταίες δημιούργησαν το Εθνικό Πρόγραμμα Υγείας και Διατροφής (PNNS 2001-2005) με στόχο την κατά 20% μείωση των υπέρβαρων ενηλίκων και την μείωση της ολοένα και αυξανόμενης παιδικής παχυσαρκίας. Επίσης δημιουργήθηκε ένα υποπρόγραμμα αυτού για τα έτη 2006-2009, το PNNS2 το οποίο στοχεύει τα μη προνομιούχα μέλη του πληθυσμού και περιέχει δράσεις σε επίπεδο γειτονιάς για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί πως τον Μάρτιο του 2006 το Εθνικό Πρόγραμμα Υγείας και Διατροφής εξέδωσε μια αναφορά με 116 συστάσεις για την αντιμετώπιση της παιδικής παχυσαρκίας.
Το Ηνωμένο Βασίλειο αφού αξιολόγησε το συσχετιζόμενο με την παχυσαρκία κόστος, την ανάγκη για πολιτικές βασισμένες σε ενδείξεις και υπηρεσίες αντιμετώπισης, εξέδωσε το 2004 μια λίστα συστάσεων την οποία ακολούθησε μια Λευκή Βίβλος. Η τελευταία συστήνει εκπαίδευση των εργαζομένων στην Υγεία, καλύτερη εκπαίδευση υγείας στα σχολεία και περιορισμό της διαφήμισης τροφίμων στα παιδιά.
Η Αγγλία έχει θέσει ως στόχο μέχρι το 2010 να μην αυξηθεί περισσότερο η παιδική παχυσαρκία. Το θέμα του ελέγχου των διαφημίσεων αποτελεί αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης, ενώ το μέτρο που χαίρει μεγαλύτερης υποστήριξης είναι η απαγόρευση τηλεοπτικών διαφημίσεων ανθυγιεινών τροφίμων πριν τις 21:00. Η τηλεοπτική εκπομπή του Jamie Oliver με τίτλο: ‘Jamie’s School Dinners’ τόνισε τη σημασία των υγιεινών τροφίμων στα σχολεία και έτσι ήδη, από το Σεπτέμβριο του 2006, στη Σκοτία τα σχολικά διατροφικά πρότυπα έχουν αναβαθμιστεί πιο γρήγορα σε σχέση με αυτά της Αγγλίας.
Επίσης εισάγονται πρότυπα και για τις μηχανές αυτόματης πώλησης τροφίμων. Οι τοπικές πρωτοβουλίες περιλαμβάνουν τη δωρεάν παροχή φρέσκου νερού στα σχολεία, την ελεύθερη χρήση μπουκαλιών νερού μέσα στις σχολικές αίθουσες, τη δημιουργία δρόμων για ποδήλατα και τη φορολογία της αστικής κυκλοφοριακής συμφόρησης.
Η Κύπρος εισήγαγε μια σειρά μέτρων που στοχεύουν στην πρόληψη της παχυσαρκίας. Μεταξύ άλλων αυτά περιλαμβάνουν την ένταξή της στο ευρωπαϊκό δίκτυο σχολείων προαγωγής υγείας. Το δίκτυο αυτό υποστηρίζεται από τον παγκόσμιο οργανισμό υγείας. Έτσι, η Κύπρος προωθεί υγιεινότερα γεύματα στα σχολεία, ενθαρρύνει τη σχολική κατανάλωση φρούτων και λαχανικών, υποστηρίζει το πρότυπο της παραδοσιακής μεσογειακής διατροφής στο γενικό πληθυσμό και ιδιαίτερα στους αγρότες, ενώ έχει καθιερώσει εθνική εβδομάδα δίαιτας.
Επιπρόσθετα υποστηρικτικά μέτρα περιλαμβάνουν σεμινάρια για γονείς σχετικά με την υγεία των παιδιών και εκπαίδευση των δασκάλων στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας σε επίπεδο σχολικής τάξης. Επίσης άνοιξαν εκατοντάδες αθλητικά κέντρα που στοχεύουν πλέον στις ανάγκες των παιδιών και τέλος, για την περίοδο 1995 με 2003 διεξήχθη πρόγραμμα παρακολούθησης της υγείας των παιδιών το οποίο παρείχε αναλυτικές ιατρικές πληροφορίες για το 10% των μαθητών της χώρας.
Η αναφορά του εγχειρήματος porgrow για την Ελλάδα αναφέρει πως τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ασχολούνται εκτενώς με το πρόβλημα της παχυσαρκίας, αλλά συγκεκριμένες στρατηγικές από τις αρμόδιες αρχές υγείας, εκπαίδευσης, αθλητισμού ή καταναλωτών δεν έχουν ανακοινωθεί ακόμα. Πρωτοβουλίες υπάρχουν, π.χ εκπαιδευτικά προγράμματα δημόσιας υγείας υπό εξέλιξη, αλλά θα πρέπει να πυκνώσουν και να επεκταθούν περισσότερο.
Οι πρωταγωνιστές που ρωτήθηκαν (εκπρόσωποι από κρατικούς φορείς όπως το Υπουργείο Υγείας και το Υπουργείο Οικονομίας, από μη κυβερνητικές οργανώσεις, από τη βιομηχανία τροφίμων, από την αγροτική βιομηχανία, από τις φαρμακευτικές εταιρείες, από τις διαφημιστικές εταιρείες, από τους φορείς εκπαίδευσης, από τις ασφαλιστικές εταιρείες, από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης) φάνηκε να συνηγορούν υπέρ μέτρων που θα βοηθήσουν τον καταναλωτή να κάνει υγιεινότερες επιλογές παρά υπέρ επιλογών που θα τροποποιήσουν το περιβάλλον που προάγει την παχυσαρκία.
Έτσι, στην Ελλάδα το βάρος ίσως δοθεί περισσότερο στη διατροφική εκπαίδευση (π.χ σεμινάρια διατροφικής εκπαίδευσης από το Ίδρυμα Αριστείδης Δασκαλόπουλος, του οποίου ένα από τα μόνιμα μέλη του διοικητικού συμβουλίου είναι ο πρόεδρος του συνδέσμου ελληνικών βιομηχανιών) και στην καλύτερη πληροφόρηση (π.χ καλύτερη διατροφική σήμανση), παρά σε πιο δραστικές-παρεμβατικές αλλαγές. Ίσως επίσης στο εγγύς μέλλον μας περιμένουν εκπλήξεις από το υπουργείο Υγείας. Η έκθεση για την Ελλάδα μιλά για Εθνικό Συμβούλιο Δημόσιας Υγείας, για Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τη Δημόσια Υγεία και για Εθνική Διατροφική Πολιτική. Το θέμα είναι πως θα χρειαστεί μια άριστη συνεργασία μεταξύ των υπουργείων και των διάφορων επιστημονικών φορέων αν θέλουμε να επιτευχθεί κάτι ουσιαστικό. Δεν αρκούν μόνο οι προσπάθειες της ελληνικής εταιρείας παχυσαρκίας με σεμινάρια σε σχολεία και στο ευρύ κοινό.
Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Διαιτολόγων και ο Πανελλήνιος Σύλλογος Νοσοκομειακών Διαιτολόγων θα πρέπει να δραστηριοποιηθούν, όχι σε κάποιο γενικό πλαίσιο και ανεξάρτητα, αλλά να συντονιστούν και να εναρμονιστούν με το συνολικό εγχείρημα porgrow. Το κράτος από την πλευρά του θα πρέπει να δείξει την απαραίτητη διάθεση για συνεργασία.
Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι παραγωγοί, οι διάφορες εταιρείες της βιομηχανίας τροφίμων, οι μεταπράτες, τα κέτερινγκ, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και οι εταιρείες μάρκετινγκ, οι εκπαιδευτές των διάφορων βαθμίδων (νηπιαγωγοί, δάσκαλοι, καθηγητές κ.ο.κ), οι επαγγελματίες της δημόσιας υγείας, οι οργανισμοί των καταναλωτών καθώς και οι οργανισμοί προώθησης υγείας αλλά και όλοι κρατικοί λειτουργοί σε καίριες θέσεις που διαμορφώνουν τη διατροφική πολιτική στις διάφορες χώρες.
Χαρακτηριστικό είναι πως τα αποτελέσματα της ανάλυσης του ερευνητικού αυτού σχεδίου σε συνδυασμό με τις απαντήσεις από την ‘Πράσινη έκθεση της ευρωπαϊκής επιτροπής για την προώθηση υγιεινών διαιτών και φυσικής δραστηριότητας: η Ευρωπαϊκή διάσταση για την πρόληψη του υπέρβαρου, της παχυσαρκίας και των χρόνιων ασθενειών’ θα καθορίσουν τις προτάσεις της Επιτροπής για τον μετέπειτα τρόπο δράσης για το 2007 και τον καθορισμό της ευρωπαϊκής διατροφικής πολιτικής και σχετικής νομοθεσίας.
Στον ερευνητικό σχεδιασμό porgrow συμμετείχαν εννέα κράτη-μέλη: η Ελλάδα, η Κύπρος, η Ουγγαρία, η Ιταλία, η Γαλλία, η Φιλανδία, η Πολωνία, η Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Μια και η παχυσαρκία τείνει να πάρει διαστάσεις επιδημίας, στόχος της έρευνας ήταν να ανιχνεύσει τις προθέσεις όλων αυτών των ‘κύριων παιχτών’ για την αντιμετώπιση του προβλήματος στα πλαίσια εναλλακτικών μέτρων δράσης σε πληθυσμιακό επίπεδο και όχι μόνο σε ατομικό. Τα αποτελέσματα των συνεντεύξεων έδειξαν πως ένα εκτενές πρόγραμμα μέτρων διατροφικής πολιτικής θα μπορούσε να υποστηριχθεί από πολλούς εκ των προαναφερθέντων πρωταγωνιστών που διαμορφώνουν την ροή στον κλάδο τροφίμων.
Οι τελευταίοι φάνηκε πως αναγνωρίζουν την ανάγκη για κινητοποίηση και είναι έτοιμοι να αναλάβουν το κόστος (αλλαγές στις πολιτικές μάρκετινγκ, σχεδιασμού και μεταφοράς τροφίμων) αρκεί οι σχεδιαστές της διατροφικής πολιτικής να τους τεκμηριώσουν τις ενέργειες αυτές στα πλαίσια της προώθησης υγείας και της γενικότερης κοινής ωφέλειας.
Τα αποτελέσματα έδειξαν πως η εκπαίδευση του κοινού σε θέματα υγιεινών διατροφικών επιλογών είναι πολύ σημαντική και πρέπει να ενισχυθεί. Μέρος του ιδιωτικού τομέα θεώρησε πως υπάρχουν τεχνολογικά προβλήματα, όπως για παράδειγμα η αυξημένη χρήση των υποκατάστατων λίπους ή των τεχνητών γλυκαντικών ουσιών. Αυτά θεωρήθηκαν πως είναι αναποτελεσματικά και μη αποδεκτά. Κρίθηκε επίσης αναγκαία η διακρατική πλέον παρακολούθηση του δείκτη μάζας σώματος, της αλλαγής των καταναλωτικών συνηθειών και των επιπέδων φυσικής δραστηριότητας, καθώς μέχρι τώρα δεν υπήρχαν διακρατικές στατιστικές για τον επιπολασμό της παχυσαρκίας στην Ευρώπη.
Τα μέτρα αυτά θα βοηθήσουν την αξιολόγηση της ευρωπαϊκής πολιτικής ώστε, είτε να διατηρηθούν τα μέτρα που φέρνουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, είτε να εισαχθούν επιπρόσθετα αν τα υπάρχοντα αποβούν ανεπαρκή.
Ας εξετάσουμε όμως συνοπτικά ποιες είναι οι πολιτικές που μέχρι τώρα έχει ακολουθήσει η καθεμιά από τις εννιά χώρες που συμμετείχαν. Στην Ιταλία, το εθνικό πρόγραμμα υγείας για το 2003 - 2005 αναγνώρισε τη μάχη ενάντια στην παχυσαρκία ως μία από τις δέκα πρωταρχικές προτεραιότητες. Στη χώρα αυτή προωθείται ο θηλασμός, οι συνθήκες διατροφής στα σχολεία έχουν βελτιωθεί, ενώ έχουν επιτευχθεί συμφωνίες με παραγωγούς και προμηθευτές που στοχεύουν στην παροχή υγιεινότερων μενού σε χώρους όπως σε καντίνες εταιρειών. Οι αθλητικές εγκαταστάσεις έχουν αυξηθεί και η επίγνωση των καταναλωτών του προωθητικού ρόλου της διαφήμισης έχει ενισχυθεί. Τέλος, οι αγροτικοί συνεταιρισμοί προωθούν πλέον τα φρούτα και μέσω μηχανών αυτόματης πώλησης.
Στην Ισπανία, το υπουργείο υγείας ανέλαβε μια σημαντική πρωτοβουλία μέσω του σχεδίου NAOS για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Η φιλοσοφία του ήταν να δεσμεύσει τις εταιρείες τροφίμων, τις τοπικές αρχές και όλους τους εμπλεκόμενους σε εθελοντικές συμφωνίες προκειμένου το τελικό αποτέλεσμα να είναι μια υγιεινότερη διατροφή και περισσότερη δραστηριότητα για τον πληθυσμό.
Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται είναι καμπάνιες ενημέρωσης, εκπαίδευση σε θέματα υγείας, θεσμοθέτηση προτύπων για τις σχολικές καντίνες και τις αυτόματες μηχανές πώλησης τροφίμων καθώς και προσπάθεια για έλεγχο των μερίδων. Το πρωτοποριακό στοιχείο στην Ισπανία όμως είναι υιοθέτηση εξειδικευμένου κώδικα βιομηχανικού μάρκετινγκ (κώδικας PAOS) προκειμένου να περιοριστεί η διαφήμιση ανθυγιεινών προϊόντων στα παιδιά. Η πρόοδος επίτευξης των στόχων παρακολουθείται από μια ειδικά διαμορφωμένη για το σκοπό αυτό υπηρεσία, η οποία καλείται ‘Υπηρεσία Παρακολούθησης Παχυσαρκίας’. Αξιοσημείωτο είναι πως πιθανή μη επίτευξη των επιθυμητών αποτελεσμάτων μπορεί να επιφέρει δημόσια κριτική.
Στην Πολωνία, δημιουργήθηκε το 2005 το εθνικό πρόγραμμα δίαιτας, φυσικής δραστηριότητας και υγείας. Συνέδρια εξειδικευμένων επιστημόνων για την ανάπτυξη στρατηγικών και τη βελτίωση των σχολικών γευμάτων διεξήχθησαν και εκεί. Έτσι, πλέον είναι υποχρεωτικές 4 ώρες την εβδομάδα φυσικής δραστηριότητας στα σχολεία της Πολωνίας, ενώ η κόκα κόλα απέσυρε τα υδατανθρακούχα αναψυκτικά από τις σχολικές εγκαταστάσεις.
Η Ουγγαρία έδωσε μεγαλύτερη σημασία στη φυσική δραστηριότητα και δημιούργησε το πρόγραμμα εθνικής αθλητικής στρατηγικής. Το τελευταίο εστιάζει στην αύξηση της φυσικής δραστηριότητας στα σχολεία και στη δημιουργία περισσότερων εγκαταστάσεων άθλησης. Ήδη από το 2006 η κυβέρνηση είχε προωθήσει στρατηγικές βελτίωσης των σχολικών καντινών και των μηχανών αυτόματης πώλησης τροφίμων, ενώ έχουν δημιουργηθεί πρότυπα φυσική δραστηριότητας και εκπαίδευσης υγείας στα σχολεία. Οι διαιτητικές οδηγίες προς τον πληθυσμό περιλαμβάνουν την αυξημένη κατανάλωση φρούτων, λαχανικών και δημητριακών και την αποφυγή τροφίμων που είναι πλούσια σε ζάχαρη ή λίπη. Ο κύριος στόχος είναι η παρεμπόδιση της περαιτέρω αύξησης του επιπολασμού της παχυσαρκίας.
Η Φιλανδία ήταν πιο προετοιμασμένη για ένα πρόγραμμα δημόσιας υγείας ενάντια στην παχυσαρκία αφού α) ήδη από το 1970 υπήρχε το πρόγραμμα ‘North Karelia’ που στόχευε στην αντιμετώπιση των χρόνιων ασθενειών και β) όλες οι σκανδιναβικές χώρες είχαν ήδη συντονισμένη πολιτική δημόσιας υγείας. Η έμφαση στη δίαιτα και τη φυσική δραστηριότητα και η ανάλογη εκπαίδευση του προσωπικού υγείας είχε ήδη δοθεί για την αντιμετώπιση του διαβήτη. Υπάρχει Εθνικό Συμβούλιο Διατροφής το οποίο συντονίζει τις πολιτικές ανάμεσα στους διάφορους κυβερνητικούς τομείς, ενώ εθνικά κονδύλια δαπανώνται προκειμένου η βιομηχανία τροφίμων να παράγει υγιεινότερα τρόφιμα.
Τα σχολεία διαθέτουν διατροφικά πρότυπα και υπάρχει πρόσθετος έλεγχος της διαφήμισης προϊόντων στα παιδιά. Μέχρι πρότινος η Φιλανδία είχε φτάσει στο σημείο επιβολής φόρων σε προϊόντα όπως η ζάχαρη, τα ζαχαρωτά και το βούτυρο, στα πλαίσια του προγράμματος προώθησης υγείας. Η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις εναρμονισμένες αγορές την ανάγκασε να αποσύρει τους φόρους αυτούς. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επέβαλε φόρους πωλήσεων για τα διαθέσιμα γεύματα στις καντίνες εργασίας, γεγονός το οποίο συνέβαλε στην αύξηση της κατανάλωσης σνακς ανάμεσα στους εργαζόμενους.
Η Γαλλία το 2004 έλαβε μέτρα για τον περιορισμό της τηλεοπτικής διαφήμισης και την κατάργηση των αυτόματων μηχανών πώλησης βρώσιμων προϊόντων στα σχολεία. Στη συνέχεια η Σύγκλητος εξέτασε πολιτικές για την αντιμετώπιση της παιδικής παχυσαρκίας όπως η λήψη δημοσιονομικών μέτρων για την φορολογία αναψυκτικών ή σνακ καθώς και πιθανό έλεγχο στις διαφημίσεις και ιδιαίτερα σε εκείνες που στόχευαν τα μικρά παιδιά.
Η βιομηχανία τροφίμων από την πλευρά της προσπάθησε να δημιουργήσει ένα εθνικό ίδρυμα για να χρηματοδοτήσει τη διατροφική εκπαίδευση, αλλά η πρόταση αυτή απορρίφθηκε από τις κρατικές αρχές. Οι τελευταίες δημιούργησαν το Εθνικό Πρόγραμμα Υγείας και Διατροφής (PNNS 2001-2005) με στόχο την κατά 20% μείωση των υπέρβαρων ενηλίκων και την μείωση της ολοένα και αυξανόμενης παιδικής παχυσαρκίας. Επίσης δημιουργήθηκε ένα υποπρόγραμμα αυτού για τα έτη 2006-2009, το PNNS2 το οποίο στοχεύει τα μη προνομιούχα μέλη του πληθυσμού και περιέχει δράσεις σε επίπεδο γειτονιάς για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί πως τον Μάρτιο του 2006 το Εθνικό Πρόγραμμα Υγείας και Διατροφής εξέδωσε μια αναφορά με 116 συστάσεις για την αντιμετώπιση της παιδικής παχυσαρκίας.
Το Ηνωμένο Βασίλειο αφού αξιολόγησε το συσχετιζόμενο με την παχυσαρκία κόστος, την ανάγκη για πολιτικές βασισμένες σε ενδείξεις και υπηρεσίες αντιμετώπισης, εξέδωσε το 2004 μια λίστα συστάσεων την οποία ακολούθησε μια Λευκή Βίβλος. Η τελευταία συστήνει εκπαίδευση των εργαζομένων στην Υγεία, καλύτερη εκπαίδευση υγείας στα σχολεία και περιορισμό της διαφήμισης τροφίμων στα παιδιά.
Η Αγγλία έχει θέσει ως στόχο μέχρι το 2010 να μην αυξηθεί περισσότερο η παιδική παχυσαρκία. Το θέμα του ελέγχου των διαφημίσεων αποτελεί αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης, ενώ το μέτρο που χαίρει μεγαλύτερης υποστήριξης είναι η απαγόρευση τηλεοπτικών διαφημίσεων ανθυγιεινών τροφίμων πριν τις 21:00. Η τηλεοπτική εκπομπή του Jamie Oliver με τίτλο: ‘Jamie’s School Dinners’ τόνισε τη σημασία των υγιεινών τροφίμων στα σχολεία και έτσι ήδη, από το Σεπτέμβριο του 2006, στη Σκοτία τα σχολικά διατροφικά πρότυπα έχουν αναβαθμιστεί πιο γρήγορα σε σχέση με αυτά της Αγγλίας.
Επίσης εισάγονται πρότυπα και για τις μηχανές αυτόματης πώλησης τροφίμων. Οι τοπικές πρωτοβουλίες περιλαμβάνουν τη δωρεάν παροχή φρέσκου νερού στα σχολεία, την ελεύθερη χρήση μπουκαλιών νερού μέσα στις σχολικές αίθουσες, τη δημιουργία δρόμων για ποδήλατα και τη φορολογία της αστικής κυκλοφοριακής συμφόρησης.
Η Κύπρος εισήγαγε μια σειρά μέτρων που στοχεύουν στην πρόληψη της παχυσαρκίας. Μεταξύ άλλων αυτά περιλαμβάνουν την ένταξή της στο ευρωπαϊκό δίκτυο σχολείων προαγωγής υγείας. Το δίκτυο αυτό υποστηρίζεται από τον παγκόσμιο οργανισμό υγείας. Έτσι, η Κύπρος προωθεί υγιεινότερα γεύματα στα σχολεία, ενθαρρύνει τη σχολική κατανάλωση φρούτων και λαχανικών, υποστηρίζει το πρότυπο της παραδοσιακής μεσογειακής διατροφής στο γενικό πληθυσμό και ιδιαίτερα στους αγρότες, ενώ έχει καθιερώσει εθνική εβδομάδα δίαιτας.
Επιπρόσθετα υποστηρικτικά μέτρα περιλαμβάνουν σεμινάρια για γονείς σχετικά με την υγεία των παιδιών και εκπαίδευση των δασκάλων στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας σε επίπεδο σχολικής τάξης. Επίσης άνοιξαν εκατοντάδες αθλητικά κέντρα που στοχεύουν πλέον στις ανάγκες των παιδιών και τέλος, για την περίοδο 1995 με 2003 διεξήχθη πρόγραμμα παρακολούθησης της υγείας των παιδιών το οποίο παρείχε αναλυτικές ιατρικές πληροφορίες για το 10% των μαθητών της χώρας.
Η αναφορά του εγχειρήματος porgrow για την Ελλάδα αναφέρει πως τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ασχολούνται εκτενώς με το πρόβλημα της παχυσαρκίας, αλλά συγκεκριμένες στρατηγικές από τις αρμόδιες αρχές υγείας, εκπαίδευσης, αθλητισμού ή καταναλωτών δεν έχουν ανακοινωθεί ακόμα. Πρωτοβουλίες υπάρχουν, π.χ εκπαιδευτικά προγράμματα δημόσιας υγείας υπό εξέλιξη, αλλά θα πρέπει να πυκνώσουν και να επεκταθούν περισσότερο.
Οι πρωταγωνιστές που ρωτήθηκαν (εκπρόσωποι από κρατικούς φορείς όπως το Υπουργείο Υγείας και το Υπουργείο Οικονομίας, από μη κυβερνητικές οργανώσεις, από τη βιομηχανία τροφίμων, από την αγροτική βιομηχανία, από τις φαρμακευτικές εταιρείες, από τις διαφημιστικές εταιρείες, από τους φορείς εκπαίδευσης, από τις ασφαλιστικές εταιρείες, από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης) φάνηκε να συνηγορούν υπέρ μέτρων που θα βοηθήσουν τον καταναλωτή να κάνει υγιεινότερες επιλογές παρά υπέρ επιλογών που θα τροποποιήσουν το περιβάλλον που προάγει την παχυσαρκία.
Έτσι, στην Ελλάδα το βάρος ίσως δοθεί περισσότερο στη διατροφική εκπαίδευση (π.χ σεμινάρια διατροφικής εκπαίδευσης από το Ίδρυμα Αριστείδης Δασκαλόπουλος, του οποίου ένα από τα μόνιμα μέλη του διοικητικού συμβουλίου είναι ο πρόεδρος του συνδέσμου ελληνικών βιομηχανιών) και στην καλύτερη πληροφόρηση (π.χ καλύτερη διατροφική σήμανση), παρά σε πιο δραστικές-παρεμβατικές αλλαγές. Ίσως επίσης στο εγγύς μέλλον μας περιμένουν εκπλήξεις από το υπουργείο Υγείας. Η έκθεση για την Ελλάδα μιλά για Εθνικό Συμβούλιο Δημόσιας Υγείας, για Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τη Δημόσια Υγεία και για Εθνική Διατροφική Πολιτική. Το θέμα είναι πως θα χρειαστεί μια άριστη συνεργασία μεταξύ των υπουργείων και των διάφορων επιστημονικών φορέων αν θέλουμε να επιτευχθεί κάτι ουσιαστικό. Δεν αρκούν μόνο οι προσπάθειες της ελληνικής εταιρείας παχυσαρκίας με σεμινάρια σε σχολεία και στο ευρύ κοινό.
Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Διαιτολόγων και ο Πανελλήνιος Σύλλογος Νοσοκομειακών Διαιτολόγων θα πρέπει να δραστηριοποιηθούν, όχι σε κάποιο γενικό πλαίσιο και ανεξάρτητα, αλλά να συντονιστούν και να εναρμονιστούν με το συνολικό εγχείρημα porgrow. Το κράτος από την πλευρά του θα πρέπει να δείξει την απαραίτητη διάθεση για συνεργασία.
Labels:
PORGROW,
αδυνατισμα,
ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΓΕΙΑ,
διαιτα,
διατροφη,
ΕΥΡΩΠΗ,
παχυσαρκια,
ΠΡΟΛΗΨΗ,
υγεια
ΔΥΟ ΝΕΟΙ ΟΡΟΙ ΣΤΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΜΑΣ: ΓΛΥΚΑΙΜΙΚΟΣ ΔΕΙΚΤΗΣ ΚΑΙ ΓΛΥΚΑΙΜΙΚΟ ΦΟΡΤΙΟ
Οι δίαιτες χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου φαίνεται επίσης ότι βοηθούν στην καλύτερη αντιμετώπιση του διαβήτη, μειώνοντας τα επίπεδα της γλυκόζης του αίματος και προλαμβάνοντας έτσι την υπογλυκαιμία
ΓΛΥΚΑΙΜΙΚΟΣ ΔΕΙΚΤΗΣ
Στο παρελθόν οι υδατάνθρακες κατηγοριοποιούνταν ως απλοί ή σύνθετοι με βάση τον αριθμό των απλών σακχάρων που περιέχονταν στο μόριό τους. Οι υδατάνθρακες που αποτελούνταν από ένα ή δύο απλά σάκχαρα όπως η φρουτκόζη ή η σουκρόζη (ή σακχαρόζη ή επιτραπέζια ζάχαρη) ονομάζονταν απλά σάκχαρα, ενώ τα αμυλώδη τρόφιμα ονομάζονταν σύνθετοι υδατάνθρακες επειδή το άμυλο αποτελείται από μακριές αλυσίδες του απλού σακχάρου της
γλυκόζης. Η συμβουλή για κατανάλωση λιγότερων απλών και περισσότερων σύνθετων υδατανθράκων βασίζονταν στην υπόθεση ότι η πρόσληψη αμυλούχων τροφίμων θα οδηγούσε σε μικρότερες αυξήσεις των επιπέδων της γλυκόζης σε σχέση με την πρόσληψη τροφίμων που περιείχαν απλούς υδατάνθρακες. Αυτή η υπόθεση φάνηκε ότι ήταν πολύ απλοποιημένη από την στιγμή που η “γλυκαιμική απάντηση” στους σύνθετους υδατάνθρακες παρουσίαζε αξιοσημείωτες διακυμάνσεις. Ένας πιο ακριβής δείκτης της σχετικής γλυκαιμικής απάντησης στους διαιτητικούς υδατάνθρακες αποτελεί ο γλυκαιμικός δείκτης.
ΜΕΤΡΗΣΗ ΤΟΥ ΓΛΥΚΑΙΜΙΚΟΥ ΔΕΙΚΤΗ ΤΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ
Για να προσδιοριστεί ο γλυκαιμικός δείκτης ενός τροφίμου, δίνεται σε
διαφορετικές μέρες στους εθελοντές το υπό εξέταση τρόφιμο το οποίο
παρέχει πενήντα γραμμάρια υδατανθράκων και ένα τρόφιμο ελέγχου (άσπρο ψωμί ή καθαρή γλυκόζη) το οποίο περιέχει το ίδιο ποσό υδατανθράκων. Λαμβάνονται δείγματα αίματος για τον προσδιορισμό των επιπέδων της γλυκόζης αρχικά πριν από την κατανάλωση του τροφίμου και στη συνέχεια μετά την κατανάλωση του τροφίμου σε τακτά χρονικά διαστήματα κατά την διάρκεια των επόμενων ωρών. Οι αλλαγές στα επίπεδα της γλυκόζης με το πέρασμα του χρόνου απεικονίζονται σαν καμπύλη με την βοήθεια γραφικής παράστασης. Ο γλυκαιμικός δείκτης υπολογίζεται ως το πηλίκο των εμβαδών δύο
επιφανειών: α) της περιοχής κάτω από την καμπύλη της γλυκόζης του υπό
εξέταση τροφίμου και β) της περιοχής κάτω από την καμπύλη της γλυκόζης του τροφίμου ελέγχου.Το αποτέλεσμα της διαίρεσης πολλαπλασιάζεται με το εκατό για να αναπαραστήσει το ποσοστό ανύψωσης του σακχάρου του αίματος του τροφίμου υπό εξέταση σε σχέση με το τρόφιμο ελέγχου. Έτσι, η ψητή πατάτα έχει γλυκαιμικό δείκτη 85 σε σχέση με την γλυκόζη και 121 σε σχέση με το άσπρο ψωμί, πράγμα το οποίο σημαίνει πως η γλυκαιμική απάντηση στους υδατάνθρακες της ψητής πατάτας ισούται με το 85% της γλυκαιμικής απάντησης στο ίδιο ποσό υδατανθράκων της καθαρής γλυκόζης και με το 121% της γλυκαιμικής απάντησης στο ίδιο ποσό υδατανθράκων του λευκού ψωμιού.
Αντίθετα, το μαγειρεμένο σκούρο ρύζι (αναποφλοίωτο) παρουσιάζει
γλυκαιμικό δείκτη 55 σε σχέση με την γλυκόζη και 79 σε σχέση με το λευκό ψωμί. Στο παραδοσιακό σύστημα όμως κατηγοριοποίησης των υδατανθράκων και το σκούρο ρύζι και η πατάτα θεωρούνται σύνθετοι υδατάνθρακες παρά την διαφορετική δράση που έχουν στα επίπεδα του σακχάρου του αίματος.
ΟΙ ΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΣΕ ΤΡΟΦΙΜΑ ΥΨΗΛΟΥ ΚΑΙ ΧΑΜΗΛΟΥ ΓΛΥΚΑΙΜΙΚΟΥ ΔΕΙΚΤΗ
Εξ' ορισμού, η κατανάλωση τροφίμων υψηλού γλυκαιμικού δείκτη έχει σαν αποτέλεσμα υψηλότερη και γρηγορότερη αύξηση των επιπέδων του σακχάρου του αίματος σε σχέση με την κατανάλωση τροφίμων χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη. Απότομες αυξήσεις του σακχάρου του αίματος αποτελούν ισχυρά σήματα στα β κύτταρα του παγκρέατος για αύξηση της έκκρισης ινσουλίνης. Στο διάστημα που θα ακολουθήσει τα υψηλά επίπεδα της εκκρινόμενης ινσουλίνης που δημιουργήθηκαν από την κατανάλωση τροφίμων υψηλού γλυκαιμικού δείκτη, μπορούν να δημιουργήσουν μια απότομη μείωση στα επίπεδα του σακχάρου του αίματος (υπογλυκαιμία). Αντίθετα, η κατανάλωση τροφίμων χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη έχει σαν αποτέλεσμα χαμηλότερη, με βραδύτερους ρυθμούς άυξηση των επιπέδων σακχάρου του αίματος και ως εκ τούτου μικρότερες απαιτήσεις σε ινσουλίνη από τα β-κύτταρα του παγκρέατος.
ΓΛΥΙΚΑΙΜΙΚΟ ΦΟΡΤΙΟ
Ο γλυκαιμικός δείκτης συγκρίνει ποιοτικά την ικανότητα των τροφίμων που περιέχουν ίσα ποσά υδατανθράκων να ανεβάζουν τα επιπέδα του σακχάρου του αίματος. Όμως τα διάφορα τρόφιμα που καταναλώνουμε δεν περιέχουν ίσες ποσότητες υδατανθράκων και εκτός από την ποιότητα είναι η ποσότητα των υδατανθράκων που καταναλώνονται η οποία επηρεάζει επιπρόσθετα την απόκριση του οργανισμού σε έκκριση ινσουλίνης. Ο γλυκαιμικός δείκτης δεν λέει τίποτα για την ποσότητα των υδατανθράκων που περιέχονται σε μια μερίδα τροφίμου. Για παράδειγμα κάποιος μπορεί εσφαλμένα να υποθέσει πως θα πρέπει να αποκλείσει τα καρότα από την ημερήσια κατανάλωση επειδή αυτά έχουν υψηλό γλυκαιμικό δείκτη ίσο με 131 (σε σχέση με το λευκό ψωμί). Όμως ένα καρρότο περιέχει 4 γραμμάρια υδατάνθρακα και για να εξισωθούν τα 50 γραμμάρια υδατανθράκων στα οποία αναφέρεται ο γλυκαιμικός δείκτης θα πρέπει να καταναλωθούν γύρω στα 750 γραμμάρια καρότων.
Για να ξεπεραστούν τέτοιου είδους πρακτικά προβλήματα και να
τοποθετηθούν οι υπολογισμοί που κάνουν οι διαιτολόγοι στα πλαίσια των
πραγματικών ποσοτήτων που καταναλώνοναι από κάθε τρόφιμο, ήρθε στο
προσκήνιο η έννοια του γλυκαιμικού φορτίου. Το γλυκαιμικό φορτίο ενός τροφίμου υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας τον γλυκαιμικό του δείκτη με την ποσότητα των υδατανθράκων σε γραμμάρια που παρέχονται από το τρόφιμο και διαιρώντας το αποτέλεσμα με το 100. Στο παράδειγμα με τα καρότα, ενώ ο γλυκαιμικός τους δείκτης είναι 131%, το γλυκαιμικό φορτίο ενός καρότου (που περιέχει 4 γραμμάρια υδατάνθρακα) είναι ίσο με 5. Ουσιαστικά, κάθε μονάδα του γλυκαιμικού φορτίου αντιπροσωπεύει την ισοδύναμη ανυψωτική επίδραση στα επίπεδα του σακχάρου του αίματος ενός γραμμαρίου καθαρής γλυκόζης ή άσπρου ψωμιού. Η σύλληψη της έννοιας του γλυκαιμικού φορτίου αναπτύχθηκε από τους επιστήμονες για να περιγράψει ταυτόχρονα την ποιότητα (γλυκαιμικός δείκτης) αλλά και την ποσότητα των υδατανθράκων ενός γεύματος ή μιας δίαιτας. Το 1988 ο Jenkins άρχισε την έρευνα πάνω στο γλυκαιμικό φορτίο και τον έλεγχο της γλυκόζης του αίματος, ενώ το 2002 ο Willet και οι συνεργάτες του συνέχισαν την έρευνα και συμπέραναν ότι η αντικατάσταση της δίαιτας υψηλού γλυκαιμικού φορτίου με δίαιτα χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου είχε ως αποτέλεσμα την μείωση του κινδύνου εμφάνισης διαβήτη τύπου 2.
ΠΟΙΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΕΠΗΡΕΑΖΟΥΝ ΤΟΥΣ 2 ΔΕΙΚΤΕΣ
Από την στιγμή που οι τιμές των 2 δεικτών σχετίζονται με τους υδατάνθρακες, οι διαφοροποιήσεις των τιμών εξαρτώνται από την ποσότητα των γραμμαρίων των υδατανθράκων που περιέχονται σε κάθε μερίδα τροφίμου και από το πόσο γρήγορα οι υδατάνθρακες αυτοί διασπώνται σε γλυκόζη. Διάφοροι παράγοντες έχουν σημασία:
α) Βαθμός μαγειρέματος: Το άμυλο στις τροφές διογκώνεται με το μαγείρεμα αλλά από τρόφιμο σε τρόφιμο ο βαθμός διόγκωσης ποικίλει. Έτσι, το άμυλο της ψητής πατάτας διογκώνεται σε μεγάλο βαθμό, ενώ το άμυλο του σκούρου ρυζιού παραμένει σχεδόν αμετάβλητο μια και παρουσιάζει σταθερότερη δομή.
β) Βαθμός επεξεργασίας: Όταν οι κόκοι ενός αμυλούχου τροφίμου π.χ
πολτοποιούνται ή αλέθονται, το προστατευτικό σκληρό και δύσπεπτο
εξωτερικό τους περίβλημα αφαιρείται με αποτέλεσμα το άμυλο που
περιέχεται να μετατρέπεται πιο εύκολα και γρήγορα σε γλυκόζη.
γ) Ποσότητα περιεχόμενων φυτικών ινών: Μερικά τρόφιμα όπως τα φασόλια και τα όσπρια περιέχουν μεγαλύτερες ποσότητες φυτικών ινών από κάποια άλλα. Γενικότερα τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα (σκούρο ρύζι) περιέχουν περισσότερες φυτικές ίνες από τα επεξεργασμένα (λευκό ρύζι).
δ) Ποσότητα περιεχόμενου λίπους: Όσο πιο πολύ λίπος περιέχει ένα τρόφιμο τόσο περισσότερη ώρα απαιτείται για την πέψη του.
Παρά την χρησιμότητά του, πρέπει να αναφερθεί πως, σαν δείκτης, το
γλυκαιμικό φορτίο δεν παρέχει καμιά πληροφορία για τις υπάρχουσες
βιταμίνες, μέταλλα και ιχνοστοιχεία ενός τροφίμου, ενώ οι τιμές του για
τα διάφορα τρόφιμα υπάρχουν σε περιορισμένη βάση.
ΓΛΥΚΑΙΜΙΚΟ ΦΟΡΤΙΟ ΚΑΙ ΠΡΟΛΗΨΗ ΑΣΘΕΝΕΙΩΝ
ΔΙΑΒΗΤΗΣ
Μετά από ένα γεύμα υψηλού γλυκαιμικού φορτίου, τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα και οι απαιτήσεις σε ινσουλίνη αυξάνουν γρηγορότερα σε σχέση με την κατανάλωση ενός γεύματος χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου. Τα υψηλά επίπεδα σακχάρου και η υπερβολική έκκριση ινσουλίνης θεωρούνται ότι συμβάλλουν στην απώλεια της ινσουλινο-εκκριτικής ικανότητας των β-κυττάρων του παγκρέατος, γεγονός το οποίο οδηγεί σε μη αναστρέψιμο διαβήτη. Οι δίαιτες υψηλού γλυκαιμικού φορτίου έχουν συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη σε διάφορες μεγάλες προοπτικές μελέτες. Στην μελέτη των νοσοκόμων, οι γυναίκες των οποίων οι δίαιτες παρείχαν υψηλά γλυκαιμικά φορτία είχαν 37% μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξουν διαβήτη τύπου 2 στα επόμενα 6 χρόνια σε σχέση με τις γυναίκες των οποίων οι δίαιτες παρείχαν χαμηλότερα γλυκαιμικά φορτία. Επιπρόσθετα, οι γυναίκες που ακολουθούσαν δίαιτες υψηλού γλυκαιμικού φορτίου και φτωχές σε φυτικές ίνες δημητριακών, είχαν μεγαλύτερη από διπλάσια πιθανότητα ανάπτυξης διαβήτη τύπου 2 σε σχέση με αυτές που κατανάλωναν δίαιτες χαμηλού γλυκαιμικου φορτίου και πλούσιες σε φυτικές ίνες δημητριακών. Τα αποτελέσματα μιας άλλης μεγάλης προοπτικής μελέτης που παρακολούθησε επί 6 χρόνια επαγγελματίες άντρες του τομέα της υγείας ήταν παρόμοια. Τα τρόφιμα που συσχετίστηκαν περισσότερο με κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη τύπου 2 σε αυτές τις μελέτες ήταν οι πατάτες (μαγειρεμένες ή τηγανιτές), το άσπρο ρύζι, το άσπρο ψωμί και τα
ανθρακούχα ποτά. Οι δίαιτες χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου φαίνεται επίσης ότι βοηθούν στην καλύτερη αντιμετώπιση του διαβήτη, μειώνοντας τα επίπεδα της γλυκόζης του αίματος και προλαμβάνοντας έτσι την υπογλυκαιμία. Μια μετα-ανάλυση 14 τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων δοκιμών βρήκε ότι οι δίαιτες χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου βελτίωσαν βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα τον έλεγχο των επιπέδων σακχάρου στο αίμα, όπως φάνηκε από τις κλινικά σημαντικές μειώσεις των επιπέδων φρουκτοζαμίνης και αιμοσφαιρίνης Α1C. Ακόμα και σε άτομα που είχαν διαβήτη τύπου 1 και στα οποία τα επεισόδια σοβαρών υπογλυκαιμιών αποτελούν σημαντικό πρόβλημα, η τυχαιοποιημένη
χορήγηση δίαιτας χαμηλού γλυκαιμικού φορτίο και υψηλής περιεκτικότητας σε φυτικές ίνες είχε σαν αποτέλεσμα λιγότερα επεισόδια υπογλυκαιμίας σε σχέση με τους διαβητικούς στους οποίους χορηγήθηκε δίαιτα υψηλού γλυκαιμικού φορτίου και χαμηλής περιεκτικότητας σε φυτικές ίνες.
ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΕΣ ΠΑΘΗΣΕΙΣ
Η δυσανοχή στην γλυκόζη και η ινσουλινοαντοχή αποτελούν γνωστούς
παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακές παθήσεις καθώς και για διαβήτη
τύπου 2. Επιπρόσθετα στην πρόκληση υψηλότερων επιπέδων σακχάρου αίματος και ινσουλίνης, οι δίαιτες υψηλού γλυκαιμικού φορτίου συσχετίστηκαν με 2 παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακές παθήσεις, δηλαδή αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων ορού και μειωμένα επίπεδα της “καλής χοληστερόλης” (HDL). Συσχετίστηκαν επίσης με αυξημένα επίπεδα της C αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP) η οποία αποτελεί ευαίσθητο “οιωνό” κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου. Μάλιστα, μια πολύ πρόσφατα δημοσιευμένη μελέτη που εξέτασε ενήλικους οι οποίοι χαρακτηρίζονταν από υπέρβαροι μέχρι παχύσακροι βρήκε ότι η συνδυασμένη δίαιτα χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου και περιορισμού θερμίδων έχει μικρότερη μέση μείωση της ενεργειακής δαπάνης σε κατάσταση ανάπαυσης (REE) (γεγονός που έκανε αυτούς που την ακολουθούσαν να νιώθουν λιγότερη κούραση, κρύο και πείνα) και μεγαλύτερη μέση μείωση των παραγόντων κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου όπως των τριγλυκεριδίων, της μέσης αρτηριακής πίεσης, των επιπέδων της CRP και της ινσουλινοαντοχής
συγκριτικά με μια δίαιτα μόνο περιορισμού θερμίδων και χαμηλών λιπαρών. Στην μελέτη των νοσοκόμων, οι γυναίκες που ακολουθούσαν δίαιτες υψηλού γλυκαιμικού φορτίου είχαν σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου σε σχέση με αυτές που ακολουθούσαν δίαιτες χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου. Η σχέση μεταξύ γλυκαιμικού φορτίου και καρδιαγγειακής νόσου ήταν πιο έντονη στις υπέρβαρες γυναίκες, υπονοώντας ότι τα άτομα με ινσουλινοαντοχή είναι πιο ευάλωτα στις αρνητικές επιδράσεις για το καρδιαγγειακό μια δίαιτας υψηλού γλυκαιμικού φορτίου. Έτσι, αν ληφθεί υπόψη η έννοια του γλυκαιμικού φορτίου, οι συστάσεις για αντικατάσταση του λίπους της διατροφής με υδατάνθρακες μπορεί να μην είναι τόσο «υγιεινή για την καρδιά»
μια και η υψηλή κατανάλωση υδατανθράκων μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις των τριγλυκεριδίων και μειωμένες συγκεντρώσεις των λιποπρωτεϊνών υψηλής πυκνότητας [HDL] (που δρουν προστατευτικά στην εμφάνιση καρδιαγγειακών παθήσεων) του πλάσματος σε κατάσταση νηστείας. Τελικά φαίνεται ότι είναι η ποιότητα των υδατανθράκων οι οποίοι πρέπει να αντικαθιστούν το λίπος
της διατροφής μας.
ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ
Στις 2 πρώτες ώρες που ακολουθούν την κατανάλωση γεύματος υψηλού
γλυκαιμικού φορτίου, τα επίπεδα γλυκόζης και ινσουλίνης αυξάνουν
περισσότερο απ' ότι στην περίπτωση κατανάλωσης γέυματος χαμηλού
γλυκαιμικού φορτίου.Σε απόκριση όμως προς τα υψηλά επίπεδα ινσουλίνης, τα επίπεδα γλυκόζης με την σειρά τους μειώνονται περισσότερο στις επόμενες ώρες, στην περίπτωση του γεύματος υψηλού γλυκαιμικού φορτίου. Η μεγαλύτερη μείωση των επιπέδων γλυκόζης προκαλεί επιστροφή εντονότερου αισθήματος πείνας. Ίσως το γεγονός αυτό να εξηγεί το ότι οι περισσότερες μελέτες βρίσκουν ότι η κατανάλωση τροφίμων χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη καθυστερεί την
επιστροφή της πείνας, μειώνει την επακόλουθη επαναπρόσληψη τροφής και αυξάνει το αίσθημα κορεσμού και πληρότητας σε σχέση με την κατανάλωση τροφίμων υψηλού γλυκαιμικού δείκτη. Τα αποτελέσματα μικρών και σύντομων δοκιμών (διάρκειας 1-4 μηνών) έχουν δείξει ότι οι δίαιτες χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου έχουν σαν αποτέλεσμα , μεγαλύτερη απώλεια βάρους ή λίπους σε σχέση με , τις δίαιτες υψηλού , γλυκαιμικού φορτίου. Έχει φανεί επίσης ότι οι δίαιτες χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου μπορεί να αποδειχτούν χρήσιμες στην μακροπρόθεσμη απώλεια βάρους.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Απ' όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω φαίνεται ότι πλέον πρέπει να αποτελεί επιδίωξη του καθενός η μείωση του γλυκαιμικού φορτίου της καθημερινής του διατροφής. Μένει λοιπόν να διευκρινιστεί ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να επιτευχθεί αυτό. Κάποιες γενικές κατευθύνσεις θα μπορούσαν να είναι οι παρακάτω:
1) Αύξηση κατανάλωσης φρούτων, λαχανικών, οσπρίων (μπιζέλια και
φασόλια), καρυδιών και δημητριακών ολικής αλέσεως και γενικότερα
τροφίμων που είναι πλούσια σε φυτικές ίνες.
2) Μείωση της κατανάλωσης αμυλούχων τροφίμων με υψηλό γλυκαιμικό φορτίο όπως οι γλυκοπατάτες, τα μακαρόνια, το άσπρο ρύζι.
3) Μείωση της κατανάλωσης ζαχαρούχων τροφίμων όπως τα μπισκότα, τα κέικ,οι καραμέλες και τα αναψυκτικά.
4) Κατανάλωση του φαγητού στο σπίτι μαζί με την οικογένεια και όχι
κατανάλωση γρήγορου φαγητού έξω από το σπίτι. Υπάρχουν μελέτες που
έδειξαν ότι η τάση του να γευματίζει κάποιος μαζί με όλη την οικογένεια
εκτός των άλλων ευεργετικών για την υγεία επιδράσεων, έχει και την
μείωση του γλυκαιμικού φορτίου των γευμάτων, από την στιγμή αυτά
τείνουν να είναι υγιεινότερα, φτιαγμένα με φροντίδα από τη νοικοκυρά του σπιτιού και όχι προορισμένα για απρόσωπη μαζική κατανάλωση.
ΓΛΥΚΑΙΜΙΚΟΣ ΔΕΙΚΤΗΣ
Στο παρελθόν οι υδατάνθρακες κατηγοριοποιούνταν ως απλοί ή σύνθετοι με βάση τον αριθμό των απλών σακχάρων που περιέχονταν στο μόριό τους. Οι υδατάνθρακες που αποτελούνταν από ένα ή δύο απλά σάκχαρα όπως η φρουτκόζη ή η σουκρόζη (ή σακχαρόζη ή επιτραπέζια ζάχαρη) ονομάζονταν απλά σάκχαρα, ενώ τα αμυλώδη τρόφιμα ονομάζονταν σύνθετοι υδατάνθρακες επειδή το άμυλο αποτελείται από μακριές αλυσίδες του απλού σακχάρου της
γλυκόζης. Η συμβουλή για κατανάλωση λιγότερων απλών και περισσότερων σύνθετων υδατανθράκων βασίζονταν στην υπόθεση ότι η πρόσληψη αμυλούχων τροφίμων θα οδηγούσε σε μικρότερες αυξήσεις των επιπέδων της γλυκόζης σε σχέση με την πρόσληψη τροφίμων που περιείχαν απλούς υδατάνθρακες. Αυτή η υπόθεση φάνηκε ότι ήταν πολύ απλοποιημένη από την στιγμή που η “γλυκαιμική απάντηση” στους σύνθετους υδατάνθρακες παρουσίαζε αξιοσημείωτες διακυμάνσεις. Ένας πιο ακριβής δείκτης της σχετικής γλυκαιμικής απάντησης στους διαιτητικούς υδατάνθρακες αποτελεί ο γλυκαιμικός δείκτης.
ΜΕΤΡΗΣΗ ΤΟΥ ΓΛΥΚΑΙΜΙΚΟΥ ΔΕΙΚΤΗ ΤΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ
Για να προσδιοριστεί ο γλυκαιμικός δείκτης ενός τροφίμου, δίνεται σε
διαφορετικές μέρες στους εθελοντές το υπό εξέταση τρόφιμο το οποίο
παρέχει πενήντα γραμμάρια υδατανθράκων και ένα τρόφιμο ελέγχου (άσπρο ψωμί ή καθαρή γλυκόζη) το οποίο περιέχει το ίδιο ποσό υδατανθράκων. Λαμβάνονται δείγματα αίματος για τον προσδιορισμό των επιπέδων της γλυκόζης αρχικά πριν από την κατανάλωση του τροφίμου και στη συνέχεια μετά την κατανάλωση του τροφίμου σε τακτά χρονικά διαστήματα κατά την διάρκεια των επόμενων ωρών. Οι αλλαγές στα επίπεδα της γλυκόζης με το πέρασμα του χρόνου απεικονίζονται σαν καμπύλη με την βοήθεια γραφικής παράστασης. Ο γλυκαιμικός δείκτης υπολογίζεται ως το πηλίκο των εμβαδών δύο
επιφανειών: α) της περιοχής κάτω από την καμπύλη της γλυκόζης του υπό
εξέταση τροφίμου και β) της περιοχής κάτω από την καμπύλη της γλυκόζης του τροφίμου ελέγχου.Το αποτέλεσμα της διαίρεσης πολλαπλασιάζεται με το εκατό για να αναπαραστήσει το ποσοστό ανύψωσης του σακχάρου του αίματος του τροφίμου υπό εξέταση σε σχέση με το τρόφιμο ελέγχου. Έτσι, η ψητή πατάτα έχει γλυκαιμικό δείκτη 85 σε σχέση με την γλυκόζη και 121 σε σχέση με το άσπρο ψωμί, πράγμα το οποίο σημαίνει πως η γλυκαιμική απάντηση στους υδατάνθρακες της ψητής πατάτας ισούται με το 85% της γλυκαιμικής απάντησης στο ίδιο ποσό υδατανθράκων της καθαρής γλυκόζης και με το 121% της γλυκαιμικής απάντησης στο ίδιο ποσό υδατανθράκων του λευκού ψωμιού.
Αντίθετα, το μαγειρεμένο σκούρο ρύζι (αναποφλοίωτο) παρουσιάζει
γλυκαιμικό δείκτη 55 σε σχέση με την γλυκόζη και 79 σε σχέση με το λευκό ψωμί. Στο παραδοσιακό σύστημα όμως κατηγοριοποίησης των υδατανθράκων και το σκούρο ρύζι και η πατάτα θεωρούνται σύνθετοι υδατάνθρακες παρά την διαφορετική δράση που έχουν στα επίπεδα του σακχάρου του αίματος.
ΟΙ ΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΣΕ ΤΡΟΦΙΜΑ ΥΨΗΛΟΥ ΚΑΙ ΧΑΜΗΛΟΥ ΓΛΥΚΑΙΜΙΚΟΥ ΔΕΙΚΤΗ
Εξ' ορισμού, η κατανάλωση τροφίμων υψηλού γλυκαιμικού δείκτη έχει σαν αποτέλεσμα υψηλότερη και γρηγορότερη αύξηση των επιπέδων του σακχάρου του αίματος σε σχέση με την κατανάλωση τροφίμων χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη. Απότομες αυξήσεις του σακχάρου του αίματος αποτελούν ισχυρά σήματα στα β κύτταρα του παγκρέατος για αύξηση της έκκρισης ινσουλίνης. Στο διάστημα που θα ακολουθήσει τα υψηλά επίπεδα της εκκρινόμενης ινσουλίνης που δημιουργήθηκαν από την κατανάλωση τροφίμων υψηλού γλυκαιμικού δείκτη, μπορούν να δημιουργήσουν μια απότομη μείωση στα επίπεδα του σακχάρου του αίματος (υπογλυκαιμία). Αντίθετα, η κατανάλωση τροφίμων χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη έχει σαν αποτέλεσμα χαμηλότερη, με βραδύτερους ρυθμούς άυξηση των επιπέδων σακχάρου του αίματος και ως εκ τούτου μικρότερες απαιτήσεις σε ινσουλίνη από τα β-κύτταρα του παγκρέατος.
ΓΛΥΙΚΑΙΜΙΚΟ ΦΟΡΤΙΟ
Ο γλυκαιμικός δείκτης συγκρίνει ποιοτικά την ικανότητα των τροφίμων που περιέχουν ίσα ποσά υδατανθράκων να ανεβάζουν τα επιπέδα του σακχάρου του αίματος. Όμως τα διάφορα τρόφιμα που καταναλώνουμε δεν περιέχουν ίσες ποσότητες υδατανθράκων και εκτός από την ποιότητα είναι η ποσότητα των υδατανθράκων που καταναλώνονται η οποία επηρεάζει επιπρόσθετα την απόκριση του οργανισμού σε έκκριση ινσουλίνης. Ο γλυκαιμικός δείκτης δεν λέει τίποτα για την ποσότητα των υδατανθράκων που περιέχονται σε μια μερίδα τροφίμου. Για παράδειγμα κάποιος μπορεί εσφαλμένα να υποθέσει πως θα πρέπει να αποκλείσει τα καρότα από την ημερήσια κατανάλωση επειδή αυτά έχουν υψηλό γλυκαιμικό δείκτη ίσο με 131 (σε σχέση με το λευκό ψωμί). Όμως ένα καρρότο περιέχει 4 γραμμάρια υδατάνθρακα και για να εξισωθούν τα 50 γραμμάρια υδατανθράκων στα οποία αναφέρεται ο γλυκαιμικός δείκτης θα πρέπει να καταναλωθούν γύρω στα 750 γραμμάρια καρότων.
Για να ξεπεραστούν τέτοιου είδους πρακτικά προβλήματα και να
τοποθετηθούν οι υπολογισμοί που κάνουν οι διαιτολόγοι στα πλαίσια των
πραγματικών ποσοτήτων που καταναλώνοναι από κάθε τρόφιμο, ήρθε στο
προσκήνιο η έννοια του γλυκαιμικού φορτίου. Το γλυκαιμικό φορτίο ενός τροφίμου υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας τον γλυκαιμικό του δείκτη με την ποσότητα των υδατανθράκων σε γραμμάρια που παρέχονται από το τρόφιμο και διαιρώντας το αποτέλεσμα με το 100. Στο παράδειγμα με τα καρότα, ενώ ο γλυκαιμικός τους δείκτης είναι 131%, το γλυκαιμικό φορτίο ενός καρότου (που περιέχει 4 γραμμάρια υδατάνθρακα) είναι ίσο με 5. Ουσιαστικά, κάθε μονάδα του γλυκαιμικού φορτίου αντιπροσωπεύει την ισοδύναμη ανυψωτική επίδραση στα επίπεδα του σακχάρου του αίματος ενός γραμμαρίου καθαρής γλυκόζης ή άσπρου ψωμιού. Η σύλληψη της έννοιας του γλυκαιμικού φορτίου αναπτύχθηκε από τους επιστήμονες για να περιγράψει ταυτόχρονα την ποιότητα (γλυκαιμικός δείκτης) αλλά και την ποσότητα των υδατανθράκων ενός γεύματος ή μιας δίαιτας. Το 1988 ο Jenkins άρχισε την έρευνα πάνω στο γλυκαιμικό φορτίο και τον έλεγχο της γλυκόζης του αίματος, ενώ το 2002 ο Willet και οι συνεργάτες του συνέχισαν την έρευνα και συμπέραναν ότι η αντικατάσταση της δίαιτας υψηλού γλυκαιμικού φορτίου με δίαιτα χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου είχε ως αποτέλεσμα την μείωση του κινδύνου εμφάνισης διαβήτη τύπου 2.
ΠΟΙΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΕΠΗΡΕΑΖΟΥΝ ΤΟΥΣ 2 ΔΕΙΚΤΕΣ
Από την στιγμή που οι τιμές των 2 δεικτών σχετίζονται με τους υδατάνθρακες, οι διαφοροποιήσεις των τιμών εξαρτώνται από την ποσότητα των γραμμαρίων των υδατανθράκων που περιέχονται σε κάθε μερίδα τροφίμου και από το πόσο γρήγορα οι υδατάνθρακες αυτοί διασπώνται σε γλυκόζη. Διάφοροι παράγοντες έχουν σημασία:
α) Βαθμός μαγειρέματος: Το άμυλο στις τροφές διογκώνεται με το μαγείρεμα αλλά από τρόφιμο σε τρόφιμο ο βαθμός διόγκωσης ποικίλει. Έτσι, το άμυλο της ψητής πατάτας διογκώνεται σε μεγάλο βαθμό, ενώ το άμυλο του σκούρου ρυζιού παραμένει σχεδόν αμετάβλητο μια και παρουσιάζει σταθερότερη δομή.
β) Βαθμός επεξεργασίας: Όταν οι κόκοι ενός αμυλούχου τροφίμου π.χ
πολτοποιούνται ή αλέθονται, το προστατευτικό σκληρό και δύσπεπτο
εξωτερικό τους περίβλημα αφαιρείται με αποτέλεσμα το άμυλο που
περιέχεται να μετατρέπεται πιο εύκολα και γρήγορα σε γλυκόζη.
γ) Ποσότητα περιεχόμενων φυτικών ινών: Μερικά τρόφιμα όπως τα φασόλια και τα όσπρια περιέχουν μεγαλύτερες ποσότητες φυτικών ινών από κάποια άλλα. Γενικότερα τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα (σκούρο ρύζι) περιέχουν περισσότερες φυτικές ίνες από τα επεξεργασμένα (λευκό ρύζι).
δ) Ποσότητα περιεχόμενου λίπους: Όσο πιο πολύ λίπος περιέχει ένα τρόφιμο τόσο περισσότερη ώρα απαιτείται για την πέψη του.
Παρά την χρησιμότητά του, πρέπει να αναφερθεί πως, σαν δείκτης, το
γλυκαιμικό φορτίο δεν παρέχει καμιά πληροφορία για τις υπάρχουσες
βιταμίνες, μέταλλα και ιχνοστοιχεία ενός τροφίμου, ενώ οι τιμές του για
τα διάφορα τρόφιμα υπάρχουν σε περιορισμένη βάση.
ΓΛΥΚΑΙΜΙΚΟ ΦΟΡΤΙΟ ΚΑΙ ΠΡΟΛΗΨΗ ΑΣΘΕΝΕΙΩΝ
ΔΙΑΒΗΤΗΣ
Μετά από ένα γεύμα υψηλού γλυκαιμικού φορτίου, τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα και οι απαιτήσεις σε ινσουλίνη αυξάνουν γρηγορότερα σε σχέση με την κατανάλωση ενός γεύματος χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου. Τα υψηλά επίπεδα σακχάρου και η υπερβολική έκκριση ινσουλίνης θεωρούνται ότι συμβάλλουν στην απώλεια της ινσουλινο-εκκριτικής ικανότητας των β-κυττάρων του παγκρέατος, γεγονός το οποίο οδηγεί σε μη αναστρέψιμο διαβήτη. Οι δίαιτες υψηλού γλυκαιμικού φορτίου έχουν συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη σε διάφορες μεγάλες προοπτικές μελέτες. Στην μελέτη των νοσοκόμων, οι γυναίκες των οποίων οι δίαιτες παρείχαν υψηλά γλυκαιμικά φορτία είχαν 37% μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξουν διαβήτη τύπου 2 στα επόμενα 6 χρόνια σε σχέση με τις γυναίκες των οποίων οι δίαιτες παρείχαν χαμηλότερα γλυκαιμικά φορτία. Επιπρόσθετα, οι γυναίκες που ακολουθούσαν δίαιτες υψηλού γλυκαιμικού φορτίου και φτωχές σε φυτικές ίνες δημητριακών, είχαν μεγαλύτερη από διπλάσια πιθανότητα ανάπτυξης διαβήτη τύπου 2 σε σχέση με αυτές που κατανάλωναν δίαιτες χαμηλού γλυκαιμικου φορτίου και πλούσιες σε φυτικές ίνες δημητριακών. Τα αποτελέσματα μιας άλλης μεγάλης προοπτικής μελέτης που παρακολούθησε επί 6 χρόνια επαγγελματίες άντρες του τομέα της υγείας ήταν παρόμοια. Τα τρόφιμα που συσχετίστηκαν περισσότερο με κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη τύπου 2 σε αυτές τις μελέτες ήταν οι πατάτες (μαγειρεμένες ή τηγανιτές), το άσπρο ρύζι, το άσπρο ψωμί και τα
ανθρακούχα ποτά. Οι δίαιτες χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου φαίνεται επίσης ότι βοηθούν στην καλύτερη αντιμετώπιση του διαβήτη, μειώνοντας τα επίπεδα της γλυκόζης του αίματος και προλαμβάνοντας έτσι την υπογλυκαιμία. Μια μετα-ανάλυση 14 τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων δοκιμών βρήκε ότι οι δίαιτες χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου βελτίωσαν βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα τον έλεγχο των επιπέδων σακχάρου στο αίμα, όπως φάνηκε από τις κλινικά σημαντικές μειώσεις των επιπέδων φρουκτοζαμίνης και αιμοσφαιρίνης Α1C. Ακόμα και σε άτομα που είχαν διαβήτη τύπου 1 και στα οποία τα επεισόδια σοβαρών υπογλυκαιμιών αποτελούν σημαντικό πρόβλημα, η τυχαιοποιημένη
χορήγηση δίαιτας χαμηλού γλυκαιμικού φορτίο και υψηλής περιεκτικότητας σε φυτικές ίνες είχε σαν αποτέλεσμα λιγότερα επεισόδια υπογλυκαιμίας σε σχέση με τους διαβητικούς στους οποίους χορηγήθηκε δίαιτα υψηλού γλυκαιμικού φορτίου και χαμηλής περιεκτικότητας σε φυτικές ίνες.
ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΕΣ ΠΑΘΗΣΕΙΣ
Η δυσανοχή στην γλυκόζη και η ινσουλινοαντοχή αποτελούν γνωστούς
παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακές παθήσεις καθώς και για διαβήτη
τύπου 2. Επιπρόσθετα στην πρόκληση υψηλότερων επιπέδων σακχάρου αίματος και ινσουλίνης, οι δίαιτες υψηλού γλυκαιμικού φορτίου συσχετίστηκαν με 2 παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακές παθήσεις, δηλαδή αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων ορού και μειωμένα επίπεδα της “καλής χοληστερόλης” (HDL). Συσχετίστηκαν επίσης με αυξημένα επίπεδα της C αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP) η οποία αποτελεί ευαίσθητο “οιωνό” κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου. Μάλιστα, μια πολύ πρόσφατα δημοσιευμένη μελέτη που εξέτασε ενήλικους οι οποίοι χαρακτηρίζονταν από υπέρβαροι μέχρι παχύσακροι βρήκε ότι η συνδυασμένη δίαιτα χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου και περιορισμού θερμίδων έχει μικρότερη μέση μείωση της ενεργειακής δαπάνης σε κατάσταση ανάπαυσης (REE) (γεγονός που έκανε αυτούς που την ακολουθούσαν να νιώθουν λιγότερη κούραση, κρύο και πείνα) και μεγαλύτερη μέση μείωση των παραγόντων κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου όπως των τριγλυκεριδίων, της μέσης αρτηριακής πίεσης, των επιπέδων της CRP και της ινσουλινοαντοχής
συγκριτικά με μια δίαιτα μόνο περιορισμού θερμίδων και χαμηλών λιπαρών. Στην μελέτη των νοσοκόμων, οι γυναίκες που ακολουθούσαν δίαιτες υψηλού γλυκαιμικού φορτίου είχαν σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου σε σχέση με αυτές που ακολουθούσαν δίαιτες χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου. Η σχέση μεταξύ γλυκαιμικού φορτίου και καρδιαγγειακής νόσου ήταν πιο έντονη στις υπέρβαρες γυναίκες, υπονοώντας ότι τα άτομα με ινσουλινοαντοχή είναι πιο ευάλωτα στις αρνητικές επιδράσεις για το καρδιαγγειακό μια δίαιτας υψηλού γλυκαιμικού φορτίου. Έτσι, αν ληφθεί υπόψη η έννοια του γλυκαιμικού φορτίου, οι συστάσεις για αντικατάσταση του λίπους της διατροφής με υδατάνθρακες μπορεί να μην είναι τόσο «υγιεινή για την καρδιά»
μια και η υψηλή κατανάλωση υδατανθράκων μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις των τριγλυκεριδίων και μειωμένες συγκεντρώσεις των λιποπρωτεϊνών υψηλής πυκνότητας [HDL] (που δρουν προστατευτικά στην εμφάνιση καρδιαγγειακών παθήσεων) του πλάσματος σε κατάσταση νηστείας. Τελικά φαίνεται ότι είναι η ποιότητα των υδατανθράκων οι οποίοι πρέπει να αντικαθιστούν το λίπος
της διατροφής μας.
ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ
Στις 2 πρώτες ώρες που ακολουθούν την κατανάλωση γεύματος υψηλού
γλυκαιμικού φορτίου, τα επίπεδα γλυκόζης και ινσουλίνης αυξάνουν
περισσότερο απ' ότι στην περίπτωση κατανάλωσης γέυματος χαμηλού
γλυκαιμικού φορτίου.Σε απόκριση όμως προς τα υψηλά επίπεδα ινσουλίνης, τα επίπεδα γλυκόζης με την σειρά τους μειώνονται περισσότερο στις επόμενες ώρες, στην περίπτωση του γεύματος υψηλού γλυκαιμικού φορτίου. Η μεγαλύτερη μείωση των επιπέδων γλυκόζης προκαλεί επιστροφή εντονότερου αισθήματος πείνας. Ίσως το γεγονός αυτό να εξηγεί το ότι οι περισσότερες μελέτες βρίσκουν ότι η κατανάλωση τροφίμων χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη καθυστερεί την
επιστροφή της πείνας, μειώνει την επακόλουθη επαναπρόσληψη τροφής και αυξάνει το αίσθημα κορεσμού και πληρότητας σε σχέση με την κατανάλωση τροφίμων υψηλού γλυκαιμικού δείκτη. Τα αποτελέσματα μικρών και σύντομων δοκιμών (διάρκειας 1-4 μηνών) έχουν δείξει ότι οι δίαιτες χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου έχουν σαν αποτέλεσμα , μεγαλύτερη απώλεια βάρους ή λίπους σε σχέση με , τις δίαιτες υψηλού , γλυκαιμικού φορτίου. Έχει φανεί επίσης ότι οι δίαιτες χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου μπορεί να αποδειχτούν χρήσιμες στην μακροπρόθεσμη απώλεια βάρους.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Απ' όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω φαίνεται ότι πλέον πρέπει να αποτελεί επιδίωξη του καθενός η μείωση του γλυκαιμικού φορτίου της καθημερινής του διατροφής. Μένει λοιπόν να διευκρινιστεί ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να επιτευχθεί αυτό. Κάποιες γενικές κατευθύνσεις θα μπορούσαν να είναι οι παρακάτω:
1) Αύξηση κατανάλωσης φρούτων, λαχανικών, οσπρίων (μπιζέλια και
φασόλια), καρυδιών και δημητριακών ολικής αλέσεως και γενικότερα
τροφίμων που είναι πλούσια σε φυτικές ίνες.
2) Μείωση της κατανάλωσης αμυλούχων τροφίμων με υψηλό γλυκαιμικό φορτίο όπως οι γλυκοπατάτες, τα μακαρόνια, το άσπρο ρύζι.
3) Μείωση της κατανάλωσης ζαχαρούχων τροφίμων όπως τα μπισκότα, τα κέικ,οι καραμέλες και τα αναψυκτικά.
4) Κατανάλωση του φαγητού στο σπίτι μαζί με την οικογένεια και όχι
κατανάλωση γρήγορου φαγητού έξω από το σπίτι. Υπάρχουν μελέτες που
έδειξαν ότι η τάση του να γευματίζει κάποιος μαζί με όλη την οικογένεια
εκτός των άλλων ευεργετικών για την υγεία επιδράσεων, έχει και την
μείωση του γλυκαιμικού φορτίου των γευμάτων, από την στιγμή αυτά
τείνουν να είναι υγιεινότερα, φτιαγμένα με φροντίδα από τη νοικοκυρά του σπιτιού και όχι προορισμένα για απρόσωπη μαζική κατανάλωση.
Labels:
ΓΛΥΚΑΙΜΙΚΟ ΦΟΡΤΙΟ,
ΓΛΥΚΑΙΜΙΚΟΣ ΔΕΙΚΤΗΣ,
διατροφη,
παχυσαρκια,
ΣΑΚΧΑΡΟ,
υγεια
Wednesday, September 17, 2008
Οι νέες διατροφικές συστάσεις για την αντιμετώπιση του διαβήτη από την Αμερικάνικη Διαβητολογική Εταιρεία
Τον Ιανουάριο του 2007, η αμερικάνικη διαβητολογική εταιρεία εξέδωσε τις καινούριες διατροφικές οδηγίες για τους ασθενείς με διαβήτη. Τα κυριότερα σημεία τους σχολιάζονται στο παρακάτω κείμενο. Οι καινούριες διατροφικές οδηγίες κάνουν διαχωρισμό στις διάφορες ομάδες με διαβήτη. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούν να εξατομικεύσουν τις συστάσεις για τα άτομα με διαβήτη τύπου Ι (νεανικός διαβήτης), για τα άτομα με διαβήτη τύπου ΙΙ (διαβήτης των ενηλίκων), για τις εγκυμονούσες και θηλάζουσες γυναίκες με διαβήτη και για τα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα με διαβήτη.
Έτσι, ενώ στο παρελθόν ο διαβητικός τύπου Ι προσπαθούσε να προσαρμόσει τη διατροφική του συμπεριφορά στο σχήμα ινσουλίνης που λάμβανε, τώρα συμβαίνει το αντίθετο.
Τα σχήματα ινσουλίνης έχουν γίνει τόσο ευέλικτα που μπορούν και προσαρμόζονται αυτά στον τρόπο ζωής (γεύματα και φυσική δραστηριότητα) του ατόμου. Αρκεί από την πλευρά του ασθενούς να υπάρχει οργάνωση, συστηματικότητα και καλή συνεργασία με το διαιτολόγο και το γιατρό που τον παρακολουθούν. Η συνολική ποσότητα υδατανθράκων του γεύματος παραμένει ο κύριος προσδιοριστικός παράγοντας της δόσης της ινσουλίνης πριν το γεύμα και για τους ασθενείς που λαμβάνουν σχήμα ημερήσιας κάλυψης, αλλά και γι’ αυτούς που ακολουθούν σχήματα ινσουλίνης ταχείας δράσης. Ο υπολογισμός των δόσεων ινσουλίνης στα γεύματα μπορεί να γίνει με τη βοήθεια των λόγων ινσουλίνης προς υδατάνθρακες, ενώ ο υπολογισμός των υδατανθράκων των γευμάτων μπορεί να γίνει με το σύστημα των ισοδύναμων τροφίμων, της μέτρησης των υδατανθράκων και με το σύστημα του εμπειρικού υπολογισμού. Η συχνή παρακολούθηση του σακχάρου είναι επίσης σημαντική για την προσαρμογή των δόσεων με στόχο την ευγλυκαιμία ή την αποφυγή των υπογλυκαιμιών. Όταν επίκειται μη προγραμματισμένη άσκηση συνήθως συνίσταται επιπρόσθετη λήψη υδατανθράκων η οποία ποικίλει ανάλογα με την ηλικία και το βάρος του ατόμου καθώς και από την ένταση και τη διάρκεια της άσκησης.
Οι ασθενείς με διαβήτη τύπου ΙΙ παροτρύνονται να στρέψουν την προσοχή τους στον τρόπο ζωής και να κάνουν τις απαραίτητες αλλαγές (στην πλειονότητά τους είναι υπέρβαροι και εμφανίζουν ινσουλινοαντοχή) στην πρόσληψη ενέργειας, των κορεσμένων και των τρανς λιπαρών οξέων, της χοληστερόλης και του αλατιού μέσω της τροφής ώστε να βελτιώσουν τον γλυκαιμικό έλεγχο, το λιπιδαιμικό προφίλ τους (συνήθως έχουν δυσλιπιδαιμία) και τις τιμές της αρτηριακής πίεσης. Η αύξηση της φυσικής δραστηριότητας οφείλει να αποτελεί πάγιο στόχο, ενώ η συχνή παρακολούθηση των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα θα αξιολογεί την εκάστοτε διατροφική συμπεριφορά και φαρμακευτική αγωγή. Ο ρόλος της διατροφής είναι καίριος αφού μπορεί να βελτιώσει την ινσουλινοαντίσταση, ακόμα και να προλάβει την εμφάνιση της ασθένειας. Επειδή δε ο σύγχρονος διαβητικός ασθενής θεωρείται και «καρδιολογικός» άρρωστος, η σωστή διατροφική συμπεριφορά μπορεί να ελαττώσει τους παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο. Σε αυτό μπορεί να συμβάλλει και η συχνή (3 φορές την εβδομάδα) φυσική αερόβια (αερόμπικ) και αναερόβια (ασκήσεις αντίστασης και ανύψωσης βάρους) σωματική δραστηριότητα μέτριας έντασης.
Κατά τη διάρκεια της κύησης ο μη ελεγχόμενος διαβήτης μπορεί να έχει συνέπειες κυρίως για τη μητέρα. Η τελευταία, όταν εμφανίζει διαβήτη κύησης κινδυνεύει να παρουσιάσει διαβήτη τύπου ΙΙ μετά τη γέννα. Γι’ αυτό ακριβώς στις διαβητικές υπέρβαρες και παχύσαρκες γυναίκες ενδείκνυται ο μέτριος περιορισμός των θερμίδων και των υδατανθράκων, αλλά οι υποθερμιδικές δίαιτες θα πρέπει να αποφεύγονται. Η μέτρια φυσική δραστηριότητα μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στη βελτίωση των επιπέδων της γλυκόζης, τόσο σε περίοδο νηστείας όσο και μετά τα γεύματα. Μετά τη γέννα, η φυσική δραστηριότητα μπορεί να βοηθήσει στην αποφυγή εμφάνισης διαβήτη τύπου ΙΙ σε γυναίκες που είχαν εμφανίσει διαβήτη κυήσεως.
Στους ηλικιωμένους με διαβήτη τα δεδομένα αλλάζουν. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν μειωμένες ενεργειακές ανάγκες λόγω ηλικίας αλλά και μειωμένη φυσική δραστηριότητα. Αν επιπρόσθετα είναι και υπέρβαροι ή παχύσαρκοι τότε ο περιορισμός των θερμίδων και μια μικρή αύξηση της φυσικής δραστηριότητας μπορούν να αποβούν ευεργετικοί στη ρύθμιση του διαβήτη. Η φυσική δραστηριότητα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή αφού στους ηλικιωμένους ενέχει τον κίνδυνο τραυματισμού και καρδιακής ισχαιμίας. Παρ’ όλ’ αυτά, βελτιώνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη και επιβραδύνει το φαινόμενο της σαρκοπενίας (μείωση τη μυϊκής μάζας με την αύξηση της ηλικίας).
Ο έλεγχος του διαβήτη μέσω της διατροφής μειώνει τις επιπλοκές του ίδιου του διαβήτη τόσο τις βραχείες όσο και τις μακροπρόθεσμες. Έτσι, υπάρχει η δυνατότητα ευεργετικής επίδρασης στη μείωση της νεφρικής λειτουργίας, στη μικρο- και μακροαλβουμινουρία. Όμως τα μεγάλα οφέλη της διατροφής μπορούν να φανούν στη μείωση των παραγόντων κινδύνου για στεφανιαία νόσο. Μια διατροφή πλούσια σε φρούτα, λαχανικά και δημητριακά ολικής άλεσης και ταυτόχρονα φτωχή σε κορεσμένα, τρανς λιπαρά και χοληστερόλη φαίνεται πως μειώνει αυτόν τον κίνδυνο, ενώ σε ασθενείς στους οποίους συνυπάρχει αρτηριακή υπέρταση, οφέλη μπορούν να φανούν από διατροφικά σχήματα χαμηλής περιεκτικότητας σε νάτριο (αλάτι), πλούσια σε φρούτα, λαχανικά και γαλακτοκομικά προϊόντα χαμηλών λιπαρών και μέτριας κατανάλωσης αλκοόλ. Η δίαιτα DASH φαίνεται πως συνδυάζει όλα αυτά και επιπρόσθετα περιλαμβάνει τα πουλερικά, τα ψάρια και τους ξηρούς καρπούς, ενώ είναι φτωχή σε κόκκινο κρέας, γλυκά και σε ποτά που περιέχουν ζάχαρη.
Αξιοσημείωτο είναι πως στόχος της αλλαγής της διατροφικής συμπεριφοράς είναι η μείωση του σωματικού βάρους, η αποφυγή των υπογλυκαιμιών και η διατήρηση των επιπέδων της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης όσο το δυνατόν πιο κοντά στις φυσιολογικές τιμές. Το τελευταίο έχει μεγάλη σημασία αφού από μεγάλες μελέτες φάνηκε πως σε ασθενείς με διαβήτη ο καρδιαγγειακός κίνδυνος ήταν ανάλογος των αυξημένων επιπέδων της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης.
Τέλος, οι καινούριες διατροφικές συστάσεις κάνουν αναφορά στο χειρισμό του διαβήτη στις νοσοκομειακές εγκαταστάσεις. Σύμφωνα με την αμερικάνικη διαβητολογική εταιρεία, στους περισσότερους ασθενείς παρατηρείται υπεργλυκαιμία, η οποία αποτελεί ένδειξη δείκτη κακής νοσοκομειακής περίθαλψης. Γίνεται λοιπόν κατανοητή η σημασία δύο πραγμάτων: α) μιας διεπιστημονικής ομάδας που θα προσπαθεί για την όσο δυνατό καλύτερη διατροφική φροντίδα του ασθενή και β) ενός συστήματος διαβητικών γευμάτων σε κάθε νοσοκομείο που θα επικεντρώνει στο σωστό χειρισμό του περιεχομένου των υδατανθράκων. Μέσα σε όλα αυτά δε θα πρέπει να παραληφθεί η δια βίου εκπαίδευση του διαβητικού ασθενή από τη διεπιστημονική ομάδα. Αυτή θα πρέπει να αρχίζει από το νοσοκομείο και να συνεχίζεται και εκτός αυτού μέχρι να επιτευχθεί τέτοιο επίπεδο κατάρτισης που να εξασφαλίζει τη νορμογλυκαιμία.
Ανακεφαλαιώνοντας, θα μπορούσε να ειπωθεί πως δεν υπάρχει ένα σχήμα για όλους τους διαβητικούς ασθενείς. Οι παράγοντες επηρεάζουν τη νόσο και που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι τόσοι πολλοί που ο όρος «εξατομικευμένη προσέγγιση» πρέπει να καθημερινή πρακτική σε όλους τους επιστήμονες που ασχολούνται με την αντιμετώπιση του διαβήτη. Η έρευνα συνεχίζεται και οι κλινικές οδηγίες ανανεώνονται συχνά. Είναι χρέος του κάθε επιστήμονα να ενημερώνεται και να τις κάνει πράξη με το δικό του ξεχωριστό τρόπο.
ΓΡΑΦΕΙ Ο:
Βασίλειος Α. Παπαμίκος (κινητό: 6977867138)
Νοσοκομειακός Διαιτολόγος ΓΝΑ Κοργιαλένειο Μπενάκειο
Υποψήφιος διδάκτωρ διατροφογενωμικής - διατροφογενετικής Χαροκοπείου Πανεπιστημίου ΑΘηνών
M.Med.Sci Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Πανεπιστημίου Γλασκώβης
MSc Οργάνωσης και Διοίκησης Υπηρεσιών Υγείας, Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Πτυχιούχος Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Χαροκοπείου Πανεπιστημίου
Μέλος Υποτρόφων Κοινωφελούς Ιδρύματος Αλέξανδρος Ωνάσης
Μέλος Υποτρόφων Χαροκόπειου Πανεπιστήμιου
Συνεργάτης Πανελληνίου Συλλόγου Νοσοκομειακών Διαιτολόγων (www.pasinod.gr)
Μέλος Πανελληνίου Συλλόγου Διαιτολόγων - Διατροφολόγων
Έτσι, ενώ στο παρελθόν ο διαβητικός τύπου Ι προσπαθούσε να προσαρμόσει τη διατροφική του συμπεριφορά στο σχήμα ινσουλίνης που λάμβανε, τώρα συμβαίνει το αντίθετο.
Τα σχήματα ινσουλίνης έχουν γίνει τόσο ευέλικτα που μπορούν και προσαρμόζονται αυτά στον τρόπο ζωής (γεύματα και φυσική δραστηριότητα) του ατόμου. Αρκεί από την πλευρά του ασθενούς να υπάρχει οργάνωση, συστηματικότητα και καλή συνεργασία με το διαιτολόγο και το γιατρό που τον παρακολουθούν. Η συνολική ποσότητα υδατανθράκων του γεύματος παραμένει ο κύριος προσδιοριστικός παράγοντας της δόσης της ινσουλίνης πριν το γεύμα και για τους ασθενείς που λαμβάνουν σχήμα ημερήσιας κάλυψης, αλλά και γι’ αυτούς που ακολουθούν σχήματα ινσουλίνης ταχείας δράσης. Ο υπολογισμός των δόσεων ινσουλίνης στα γεύματα μπορεί να γίνει με τη βοήθεια των λόγων ινσουλίνης προς υδατάνθρακες, ενώ ο υπολογισμός των υδατανθράκων των γευμάτων μπορεί να γίνει με το σύστημα των ισοδύναμων τροφίμων, της μέτρησης των υδατανθράκων και με το σύστημα του εμπειρικού υπολογισμού. Η συχνή παρακολούθηση του σακχάρου είναι επίσης σημαντική για την προσαρμογή των δόσεων με στόχο την ευγλυκαιμία ή την αποφυγή των υπογλυκαιμιών. Όταν επίκειται μη προγραμματισμένη άσκηση συνήθως συνίσταται επιπρόσθετη λήψη υδατανθράκων η οποία ποικίλει ανάλογα με την ηλικία και το βάρος του ατόμου καθώς και από την ένταση και τη διάρκεια της άσκησης.
Οι ασθενείς με διαβήτη τύπου ΙΙ παροτρύνονται να στρέψουν την προσοχή τους στον τρόπο ζωής και να κάνουν τις απαραίτητες αλλαγές (στην πλειονότητά τους είναι υπέρβαροι και εμφανίζουν ινσουλινοαντοχή) στην πρόσληψη ενέργειας, των κορεσμένων και των τρανς λιπαρών οξέων, της χοληστερόλης και του αλατιού μέσω της τροφής ώστε να βελτιώσουν τον γλυκαιμικό έλεγχο, το λιπιδαιμικό προφίλ τους (συνήθως έχουν δυσλιπιδαιμία) και τις τιμές της αρτηριακής πίεσης. Η αύξηση της φυσικής δραστηριότητας οφείλει να αποτελεί πάγιο στόχο, ενώ η συχνή παρακολούθηση των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα θα αξιολογεί την εκάστοτε διατροφική συμπεριφορά και φαρμακευτική αγωγή. Ο ρόλος της διατροφής είναι καίριος αφού μπορεί να βελτιώσει την ινσουλινοαντίσταση, ακόμα και να προλάβει την εμφάνιση της ασθένειας. Επειδή δε ο σύγχρονος διαβητικός ασθενής θεωρείται και «καρδιολογικός» άρρωστος, η σωστή διατροφική συμπεριφορά μπορεί να ελαττώσει τους παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο. Σε αυτό μπορεί να συμβάλλει και η συχνή (3 φορές την εβδομάδα) φυσική αερόβια (αερόμπικ) και αναερόβια (ασκήσεις αντίστασης και ανύψωσης βάρους) σωματική δραστηριότητα μέτριας έντασης.
Κατά τη διάρκεια της κύησης ο μη ελεγχόμενος διαβήτης μπορεί να έχει συνέπειες κυρίως για τη μητέρα. Η τελευταία, όταν εμφανίζει διαβήτη κύησης κινδυνεύει να παρουσιάσει διαβήτη τύπου ΙΙ μετά τη γέννα. Γι’ αυτό ακριβώς στις διαβητικές υπέρβαρες και παχύσαρκες γυναίκες ενδείκνυται ο μέτριος περιορισμός των θερμίδων και των υδατανθράκων, αλλά οι υποθερμιδικές δίαιτες θα πρέπει να αποφεύγονται. Η μέτρια φυσική δραστηριότητα μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στη βελτίωση των επιπέδων της γλυκόζης, τόσο σε περίοδο νηστείας όσο και μετά τα γεύματα. Μετά τη γέννα, η φυσική δραστηριότητα μπορεί να βοηθήσει στην αποφυγή εμφάνισης διαβήτη τύπου ΙΙ σε γυναίκες που είχαν εμφανίσει διαβήτη κυήσεως.
Στους ηλικιωμένους με διαβήτη τα δεδομένα αλλάζουν. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν μειωμένες ενεργειακές ανάγκες λόγω ηλικίας αλλά και μειωμένη φυσική δραστηριότητα. Αν επιπρόσθετα είναι και υπέρβαροι ή παχύσαρκοι τότε ο περιορισμός των θερμίδων και μια μικρή αύξηση της φυσικής δραστηριότητας μπορούν να αποβούν ευεργετικοί στη ρύθμιση του διαβήτη. Η φυσική δραστηριότητα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή αφού στους ηλικιωμένους ενέχει τον κίνδυνο τραυματισμού και καρδιακής ισχαιμίας. Παρ’ όλ’ αυτά, βελτιώνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη και επιβραδύνει το φαινόμενο της σαρκοπενίας (μείωση τη μυϊκής μάζας με την αύξηση της ηλικίας).
Ο έλεγχος του διαβήτη μέσω της διατροφής μειώνει τις επιπλοκές του ίδιου του διαβήτη τόσο τις βραχείες όσο και τις μακροπρόθεσμες. Έτσι, υπάρχει η δυνατότητα ευεργετικής επίδρασης στη μείωση της νεφρικής λειτουργίας, στη μικρο- και μακροαλβουμινουρία. Όμως τα μεγάλα οφέλη της διατροφής μπορούν να φανούν στη μείωση των παραγόντων κινδύνου για στεφανιαία νόσο. Μια διατροφή πλούσια σε φρούτα, λαχανικά και δημητριακά ολικής άλεσης και ταυτόχρονα φτωχή σε κορεσμένα, τρανς λιπαρά και χοληστερόλη φαίνεται πως μειώνει αυτόν τον κίνδυνο, ενώ σε ασθενείς στους οποίους συνυπάρχει αρτηριακή υπέρταση, οφέλη μπορούν να φανούν από διατροφικά σχήματα χαμηλής περιεκτικότητας σε νάτριο (αλάτι), πλούσια σε φρούτα, λαχανικά και γαλακτοκομικά προϊόντα χαμηλών λιπαρών και μέτριας κατανάλωσης αλκοόλ. Η δίαιτα DASH φαίνεται πως συνδυάζει όλα αυτά και επιπρόσθετα περιλαμβάνει τα πουλερικά, τα ψάρια και τους ξηρούς καρπούς, ενώ είναι φτωχή σε κόκκινο κρέας, γλυκά και σε ποτά που περιέχουν ζάχαρη.
Αξιοσημείωτο είναι πως στόχος της αλλαγής της διατροφικής συμπεριφοράς είναι η μείωση του σωματικού βάρους, η αποφυγή των υπογλυκαιμιών και η διατήρηση των επιπέδων της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης όσο το δυνατόν πιο κοντά στις φυσιολογικές τιμές. Το τελευταίο έχει μεγάλη σημασία αφού από μεγάλες μελέτες φάνηκε πως σε ασθενείς με διαβήτη ο καρδιαγγειακός κίνδυνος ήταν ανάλογος των αυξημένων επιπέδων της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης.
Τέλος, οι καινούριες διατροφικές συστάσεις κάνουν αναφορά στο χειρισμό του διαβήτη στις νοσοκομειακές εγκαταστάσεις. Σύμφωνα με την αμερικάνικη διαβητολογική εταιρεία, στους περισσότερους ασθενείς παρατηρείται υπεργλυκαιμία, η οποία αποτελεί ένδειξη δείκτη κακής νοσοκομειακής περίθαλψης. Γίνεται λοιπόν κατανοητή η σημασία δύο πραγμάτων: α) μιας διεπιστημονικής ομάδας που θα προσπαθεί για την όσο δυνατό καλύτερη διατροφική φροντίδα του ασθενή και β) ενός συστήματος διαβητικών γευμάτων σε κάθε νοσοκομείο που θα επικεντρώνει στο σωστό χειρισμό του περιεχομένου των υδατανθράκων. Μέσα σε όλα αυτά δε θα πρέπει να παραληφθεί η δια βίου εκπαίδευση του διαβητικού ασθενή από τη διεπιστημονική ομάδα. Αυτή θα πρέπει να αρχίζει από το νοσοκομείο και να συνεχίζεται και εκτός αυτού μέχρι να επιτευχθεί τέτοιο επίπεδο κατάρτισης που να εξασφαλίζει τη νορμογλυκαιμία.
Ανακεφαλαιώνοντας, θα μπορούσε να ειπωθεί πως δεν υπάρχει ένα σχήμα για όλους τους διαβητικούς ασθενείς. Οι παράγοντες επηρεάζουν τη νόσο και που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι τόσοι πολλοί που ο όρος «εξατομικευμένη προσέγγιση» πρέπει να καθημερινή πρακτική σε όλους τους επιστήμονες που ασχολούνται με την αντιμετώπιση του διαβήτη. Η έρευνα συνεχίζεται και οι κλινικές οδηγίες ανανεώνονται συχνά. Είναι χρέος του κάθε επιστήμονα να ενημερώνεται και να τις κάνει πράξη με το δικό του ξεχωριστό τρόπο.
ΓΡΑΦΕΙ Ο:
Βασίλειος Α. Παπαμίκος (κινητό: 6977867138)
Νοσοκομειακός Διαιτολόγος ΓΝΑ Κοργιαλένειο Μπενάκειο
Υποψήφιος διδάκτωρ διατροφογενωμικής - διατροφογενετικής Χαροκοπείου Πανεπιστημίου ΑΘηνών
M.Med.Sci Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Πανεπιστημίου Γλασκώβης
MSc Οργάνωσης και Διοίκησης Υπηρεσιών Υγείας, Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Πτυχιούχος Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Χαροκοπείου Πανεπιστημίου
Μέλος Υποτρόφων Κοινωφελούς Ιδρύματος Αλέξανδρος Ωνάσης
Μέλος Υποτρόφων Χαροκόπειου Πανεπιστήμιου
Συνεργάτης Πανελληνίου Συλλόγου Νοσοκομειακών Διαιτολόγων (www.pasinod.gr)
Μέλος Πανελληνίου Συλλόγου Διαιτολόγων - Διατροφολόγων
Labels:
ΔΙΑΒΗΤΗΣ,
διατροφη,
ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ,
ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΑ,
μεταβολικο συνδρομο,
παχυσαρκια,
ΣΑΚΧΑΡΟ,
υγεια,
υπερταση
Subscribe to:
Posts (Atom)