Είναι γεγονός πως η μεσογειακή διατροφή αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο για την καλή υγεία των αγγείων της καρδιάς και του εγκεφάλου. Συμβάλλει έτσι τα μέγιστα στην πρωτογενή πρόληψη ενός εμφράγματος του μυοκαρδίου ή ενός αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου. Τί μπορεί να κάνει όμως κάποιος όταν έχει ήδη υποστεί ένα έμφραγμα ή εγκεφαλικό και επιθυμεί να προστατευθεί διατροφικά από ένα δεύτερο παρόμοιο συμβάν (δευτερογενής πρόληψη); Οι πιο πρόσφατες διατροφικές οδηγίες της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας εξακολουθούν να αποτελούν τον χρυσό κανόνα των επιλογών του, αλλά νέα επιστημονικά δεδομένα έρχονται να προστεθούν και να πλουτίσουν τις γνώσεις μας γύρω από τον ρόλο της διατροφής στους ασθενείς με ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου.
Μια πολύ πρόσφατη μελέτη1 που δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας αναδεικνύει τον ρόλο ενός συμπληρώματος διατροφής που είναι πλούσιο σε ισοφλαβόνες. Οι ισοφλαβόνες απαντώνται σε φυσική μορφή σε τρόφιμα όπως η σόγια, τα όσπρια, τα ρεβύθια και τα χόρτα. Οι ερευνητές όμως της συγκεκριμένης μελέτης εξέτασαν τη δράση ενός συμπληρώματος στον τρόπο με τον οποίο διαστέλλεται η κύρια αρτηρία του βραχίονα του χεριού μετά από αυξημένη ροή αίματος. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί δείκτη λειτουργίας των κυττάρων του ενδοθηλίου που επενδύουν τον εσωτερικό χιτώνα των αγγείων. Ως γνωστόν σε ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο το ενδοθήλιο δυσλειτουργεί και συγκεκριμένα παρουσιάζει φλεγμονή.
Οι ερευνητές λοιπόν από το πανεπιστήμιο του Χονγκ Κονγκ, με επικεφαλή τον καθηγητή William MW Mong μελέτησαν 50 ασθενείς που είχαν υποστεί ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και έλαβαν το συμλήρωμα και 52 που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Μετά από χρονικό διάστημα 12 εβδομάδων χορήγησης του συμπληρώματος των ισοφλαβονών βελτιώθηκε κατά 50% η διάμετρος της αρτηρίας και κατ’ επέκταση η ροή του αίματος στους ασθενείς αυτούς. Η δόση στην οποία επιτεύχθηκε το αποτέλεσμα αυτό ήταν στα επίπεδα των 80 mgr ισοφλαβονών.
Φάνηκε πως οι ισοφλαβόνες αντιστρέφουν τη δυσλειτουργία του ενδοθηλίου στη συγκεκριμένη ομάδα ασθενών. Είναι πολύ σημαντικό να παρατηρούνται τέτοιες ευεργετικές δράσεις σε ασθενείς με προηγούμενο καρδιαγγειακό ιστορικό, καρδιαγγειακή νόσο σε εξέλιξη και μεγάλο κίνδυνο για ένα δεύτερο έμφραγμα. Πρέπει όμως να αναφερθεί πως όταν οι ασθενείς χωρίστηκαν σε διαβητικούς και μη διαβητικούς δε φάνηκε σημαντική διαφορά από τη λήψη του συμπληρώματος. Όταν όμως χωρίστηκαν σε καπνίζοντες και μη καπνίζοντες τότε φάνηκε ευεργετική επίδραση του συμπληρώματος σε αυτούς που κάπνιζαν. Η παρατήρηση αυτή εξηγείται από το ότι το κάπνισμα επιβαρύνει τη λειτουργία του ενδοθηλίου των αγγείων και έτσι οι ασθενείς με δυσλειτουργικό ενδοθήλιο εξαιτίας του καπνίσματος ευεργετήθηκαν από το συμπλήρωμα των ισοφλαβονών.
Ένα άλλο εύρημα της μελέτης ήταν πως κατά τη διάρκεια των 12 εβδομάδων λήψης μειώθηκαν τα επίπεδα μιας πρωτεΐνης που θεωρείται ανεξάρτητος προγνωστικός δείκτης καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Πρόκειται για την C-αντιδρώσα πρωτεΐνη και αποτελεί έναν από τους πιο γνωστούς δείκτες δυσλειτουργίας (φλεγμονής) του ενδοθηλίου των αγγείων. Πιθανότατα οι ισοφλαβόνες ανακουφίζουν τα αγγεία που έχουν υποστεί βλάβη από τη φλεγμονή και δυσλειτουργούν. Επιπρόσθετα, οι ισοφλαβόνες αποτελούν μια από τις κυριότερες κλάσσεις των φυτοοιστρογόνων, ουσιών που απαντώναι στα τρόφιμα και μιμούνται τη δράση των οιστρογόνων. Τα τελευταία έχουν γνωστή προστατευτική δράση έναντι των καρδιαγγειακών νοσημάτων.
Όπως τόνισαν οι ερευνητές, το αξιοσημείωτο στοιχείο της μελέτης αυτής ήταν πως τα αποτελέσματά της προσομοίαζαν με αυτά που παρατηρούνται α) σε ασθενείς οι οποίοι έχουν κάνει αλλαγές στον τρόπο ζωής τους π.χ υποβάλλονται σε γυμναστικές ασκήσεις αντοχής ή β) σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτική θεραπεία με στατίνες για τη μείωση των λιπιδίων του αίματος. Η μελέτη αυτή θεωρείται πως είναι η πρώτη τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη κλινική δοκιμή που ερευνά τη δράση του συγκεκριμένου συμπληρώματος. Είναι πολύ νωρίς ακόμα για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για τη δράση τέτοιων συμπληρωμάτων. Αν τα αποτελέσματά της μελέτης αυτής επαληθευθούν και από άλλες παρόμοιες μελέτες ίσως έχουν σημασία για τη χρήση του συγκεκριμένου συμπληρώματος ισοφλαβονών στη δευτερογενή πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων σε ασθενείς με ιστορικό εγκεφαλικού. Μέχρι το σημείο της έκδοσης κλινικών οδηγιών που να αφορούν τις ισοφλαβόνες η επιστήμη έχει πολλά ερωτήματα να απαντήσει ακόμη. Οι πιθανές παρενέργειες από μακροχρόνια χρήση τέτοιων συμπληρωμάτων πρέπει να διερευνηθούν. Οι ενδείξεις μέχρι τώρα είναι ενθαρρυντικές και καλό θα ήταν προς το παρόν το πλούσιο φορτίο των ισοφλαβονών να το περιέχουν μόνο τα τρόφιμα της διατροφής μας και τίποτε άλλο.
1): Reduction of C-reactive protein with isoflavone supplement reverses endothelial dysfunction in patients with ischaemic stroke. European Heart Journal. doi:10.1093/eurheartj/ehn409.
Showing posts with label ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ. Show all posts
Showing posts with label ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ. Show all posts
Wednesday, October 01, 2008
Monday, September 29, 2008
ΟΙ ΚΑΙΝΟΥΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΑΡΔΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
Τον Ιούνιο του 2007 η Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρεία ανανέωσε τις οδηγίες για την αντιμετώπιση της υπέρτασης. Ιδιαίτερη αναφορά χρήζουν οι συστάσεις για την αλλαγή του συνολικότερου τρόπου ζωής μια και ο στόχος των καινούριων οδηγιών είναι η μείωση της αρτηριακής υπέρτασης, ο έλεγχος των άλλων παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου και το κυριότερο: η μείωση του αριθμού και των δόσεων των αντιυπερτασικών φαρμάκων που ίσως να χρειάζεται να χρησιμοποιηθούν. Επτά απλές θεωρητικά οδηγίες είναι αυτές που πρέπει να έχουν κατά νου οι ασθενείς: 1) διακοπή του καπνίσματος, 2) μείωση του βάρους αν είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι, 3) μετριασμός στην κατανάλωση του αλκοόλ, 4) στροφή προς τη φυσική δραστηριότητα 5) μείωση της πρόσληψης του διαιτητικού άλατος (προσοχή εδώ στις κρυφές πηγές αλατιού) και 6) αύξηση της κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών με 7) ταυτόχρονη μείωση στην πρόσληψη ολικού και κορεσμένου διατροφικού λίπους. Ας εξετάσουμε όμως τις συστάσεις πιο αναλυτικά. Η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ έχει δειχθεί από πολλές μελέτες πως σχετίζεται μειωμένη θνησιμότητα σε σχέση με εκείνους που δεν έπιναν καθόλου. Τα υψηλά επίπεδα κατανάλωσης αλκοόλ και ιδιαίτερα οι « αιφνίδιες εκρήξεις κατανάλωσης αλκοόλ» έχουν σχετιστεί με αυξημένη πιθανότητα εγκεφαλικού επεισοδίου. Ως μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ νοείται η καθημερινή κατανάλωση άνω των 5 ποτών. Σημαντική παρατήρηση αποτελεί το γεγονός πως το αλκοόλ ελαττώνει την επίδραση της φαρμακευτικής αγωγής κάτι όμως που ευτυχώς είναι αναστρέψιμο με την ελάττωση της κατανάλωσής του. Οι υπερτασικοί ασθενείς παροτρύνονται να μειώσουν την κατανάλωση αλκοόλ στα 20-30 γρ. αιθανόλης οι άντρες και 10-20 γρ. οι γυναίκες. Ακολουθεί η κατανάλωση άλατος η οποία συμβάλλει στην αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Οι πολυάριθμες τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές καταδεικνύουν πως η μείωση του άλατος από αρχική κατανάλωση 10 γρ. χλωριούχου νατρίου (μαγειρικό αλάτι) / ημέρα στη μισή ποσότητα μπορούν να ελαττώσουν κατά μέσο όρο την αρτηριακή πίεση κατά 4 – 6 mm της στήλης υδραργύρου. Χαρακτηριστικό όμως είναι πως η μείωση του διαιτητικού άλατος μπορεί να αποδώσει τα μέγιστα όταν συνδυάζεται με έναν γενικότερα υγιεινό τρόπο διατροφής. Τα ευεργετικά αποτελέσματά της δε μπορεί να είναι τέτοια που μπορούν να μειωθούν ο αριθμός και οι δόσεις των αντιυπερτασικών φαρμάκων που χορηγούνται στον ασθενή. Προσοχή λοιπόν στο προστιθέμενο αλάτι στο φαγητό και στα επεξεργασμένα τρόφιμα που είναι πλούσια σε αλάτι (π.χ παστά ψάρια και κρέατα, αλλαντικά, φαγητό από ταχυφαγεία, κύβοι μαγειρέματος, γαριδάκια, πατατάκια, αλατισμένοι ξηροί καρποί). Στο σημείο αυτό πρέπει να ξεκαθαριστεί πως η αυξημένη πρόσληψη άλατος μπορεί να αποτελέσει αιτία ανθεκτικής σε φαρμακευτική αγωγή υπέρτασης και πως είναι τελικά προτιμότερο τα φαγητά να μαγειρεύονται από αγνά υλικά πλούσια σε κάλιο όπως τα λαχανικά, τα φασολάκια, οι μπάμιες. Η πρόσληψη φρούτων πρέπει επίσης να είναι επαρκής δηλαδή 2-3 διαφορετικά φρούτα / ημέρα. Η γενική οδηγία για το αλάτι λοιπόν είναι γύρω στα 4 γρ./ημέρα ή καλύτερα μικρότερη των 5 γρ./ημέρα. Οι διατροφικές συστάσεις όμως δε σταματούν εδώ. Ο ρόλος του προαναφερόμενου καλίου είναι σημαντικός και η δίαιτα DASH (διατροφή πλούσια σε φρούτα, λαχανικά και σε γαλακτοκομικά προϊόντα χαμηλών λιπαρών με ταυτόχρονα χαμηλά επίπεδα διαιτητικής χοληστερόλης, κορεσμένων και συνολικών λιπαρών) αποτελεί την καλύτερο τρόπο διατροφής για μια πλούσια πρόσληψη καλίου. Οι μελέτες έχουν δείξει πως ο συγκεκριμένος τρόπος διατροφής έχει αντιυπερτασική δράση. Λόγος επίσης γίνεται για τη χορήγηση συμπληρωμάτων ω-3 πολυακόρεστων λιπαρών οξέων, αλλά αυτά φαίνεται πως έχουν αντιυπερτασική δράση μόνο όταν χορηγούνται σε δόσεις μεγαλύτερες των 3 γρ./ημέρα. Οι ενδείξεις για τις διαιτητικές φυτικές ίνες και για τα συμπληρώματα ασβεστίου και μαγνήσιου ακόμα δεν είναι επαρκείς για να συστηθούν αυτά στους υπερτασικούς ασθενείς. Συνοπτικά, οι υπερτασικοί παροτρύνονται να καταναλώνουν 4-5 μερίδες φρούτων και λαχανικών καθημερινά, να καταναλώνουν συχνά ψάρι και να μειώσουν τη διαιτητική πρόσληψη χοληστερόλης και κορεσμένων λιπαρών. Η εκπαίδευσή τους από εξειδικευμένους διαιτολόγους κρίνεται χρήσιμη με βάση τις καινούριες οδηγίες της ευρωπαϊκής καρδιολογικής εταιρείας. Η επίσης συνιστώμενη απώλεια βάρους για υπέρβαρους ή παχύσαρκους υπερτασικούς ασθενείς έρχεται να ενισχύσει τον καθοριστικό ρόλο του διαιτολόγου στην αντιμετώπιση του υπερτασικού ασθενή. Τα δεδομένα είναι ξεκάθαρα. Το σωματικό βάρος σχετίζεται άμεσα με την αρτηριακή πίεση. Η περίσσεια σωματικού λίπους προδιαθέτει για αυξημένη πίεση και υπέρταση. Αντίστροφα, η μείωση του σωματικού βάρους σε παχύσαρκους ασθενείς μείωσε την αρτηριακής τους πίεση και είχε ευεργετική δράση στα επίπεδα σακχάρου τους, στην ινσουλινοαντίσταση, στην υπερλιπιδαιμία και στην αποφρακτική υπνική άπνοια. Για κάθε 5 κιλά απώλεια βάρους αναμένεται περίπου μείωση της συστολικής και διαστολικής πίεσης κατά 4,4 και 3,6 mm της στήλης υδραργύρου αντίστοιχα. Όσο μεγαλύτερη η απώλεια βάρους τόσο μεγαλύτερη και η πτώση της πίεσης, ενώ η μέτρια απώλεια βάρους, με ή χωρίς περιορισμό άλατος, μπορεί ακόμα κα να προλάβει την εμφάνιση της υπέρτασης σε υπέρβαρα άτομα με επίπεδα πίεσης στα ανώτατα φυσιολογικά όρια. Κάτι τέτοιο μπορεί να μειώσει ή ακόμα και να εξαλείψει την φαρμακευτική αγωγή σε τέτοιες περιπτώσεις. Τέλος, επειδή οι μεσήλικες εμφανίζουν αυξητική τάση του σωματικού βάρους, ακόμα και η σταθεροποίησή του αποτελεί στόχο προς επιδίωξη. Τέλος, από τις οδηγίες της ευρωπαϊκής καρδιολογικής εταιρείας δε θα μπορούσε να απουσιάζει η φυσική δραστηριότητα. Η έλλειψή της αποτελεί ισχυρό προγνωστικό δείκτη καρδιαγγειακής θνησιμότητας ανεξάρτητα από την ύπαρξη υπέρτασης ή άλλων παραγόντων κινδύνου. Φαίνεται λοιπόν πως η έντονη αεροβική άσκηση μειώνει τη συστολική και διαστολική πίεση ηρεμίας κατά 3 και 2,4 mm της στήλης υδραργύρου αντίστοιχα με μεγαλύτερες μειώσεις να παρατηρούνται στους υπερτασικούς ασθενείς. Ακόμα και μέτριου βαθμού σωματική άσκηση φαίνεται να μειώνει την πίεση, το σωματικό βάρος και λίπος, την περιφέρεια μέσης (δείκτης συσσώρευσης ενδοκοιλιακού λίπους) και να αυξάνει την καλή χοληστερίνη και την ευαισθησία στην ινσουλίνη. Από την άλλη πλευρά, η άσκηση αντίστασης φαίνεται να μειώνει τη συστολική και διαστολική πίεση ηρεμίας κατά 3,5 και 3,2 mm της στήλης υδραργύρου αντίστοιχα. Έτσι, όσοι δεν ασκούνται και διάγουν βίο καθιστικό παροτρύνονται να ασκούνται 30-45 λεπτά ημερησίως. Το είδος της άσκησης πρέπει να είναι πρωτευόντως άσκηση αύξησης αντοχής δηλαδή περπάτημα, τζόκινγκ, κολύμβηση η οποία θα συμπληρώνεται από ασκήσεις αντίστασης. Ιδιαίτερη προσοχή όμως και εκτίμηση θα πρέπει να γίνει στο ποιος και πόσο μπορεί να ασκηθεί. Η μεγάλης έντασης ανύψωση βαρών δεν ενδείκνυται ενώ οι υπερτασικοί ασθενείς καλό είναι να αποφεύγουν τις ακραίες ασκήσεις φυσικής δραστηριότητας. Περισσότερες λεπτομέρειες θα πρέπει να αναζητηθούν από τον εξειδικευμένο εκπαιδευτή. Ανακεφαλαιώνοντας λοιπόν, οι καινούριες υγιεινοδιαιτητικές οδηγίες της καρδιολογικής εταιρείας για την υπέρταση προσπαθούν να λάβουν υπόψη τους όλα τα υπάρχοντα επιστημονικά δεδομένα και να ωθήσουν τον πληθυσμό σε έναν υγιεινότερο τρόπο ζωής. Προτρέπουν όλους μας να μην καπνίζουμε, να τρώμε περισσότερα φρούτα, λαχανικά, ψάρια και λιγότερο αλάτι, ζωικά και κορεσμένα λίπη. Όλα αυτά πάντα μέσα στο πλαίσιο ενός δραστήριου τρόπου ζωής με μισή ώρα ελεγχόμενης άσκησης κάθε μέρα. Έτσι, θα πετύχουμε ένα όσο το δυνατόν καλύτερο σωματικό βάρος και ποσοστό λίπους και αρτηρίες που δε θα καταπονούνται από την υψηλή πίεση του αίματος που κυκλοφορεί μέσα τους.
Βασίλειος Α. Παπαμίκος (κινητό: 6977867138)M.Med.Sci Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Πανεπιστημίου ΓλασκώβηςMSc Οργάνωσης και Διοίκησης Υπηρεσιών Υγείας, Καποδιστριακού Πανεπιστημίου ΑθηνώνΠτυχιούχος Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Χαροκοπείου ΠανεπιστημίουΜέλος Υποτρόφων Κοινωφελούς Ιδρύματος Αλέξανδρος ΩνάσηςΜέλος Υποτρόφων Χαροκόπειου ΠανεπιστήμιουΣυνεργάτης Πανελληνίου Συλλόγου Νοσοκομειακών Διαιτολόγων (www.pasinod.gr)Μέλος Πανελληνίου Συλλόγου Διαιτολόγων - Διατροφολόγων
Βασίλειος Α. Παπαμίκος (κινητό: 6977867138)M.Med.Sci Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Πανεπιστημίου ΓλασκώβηςMSc Οργάνωσης και Διοίκησης Υπηρεσιών Υγείας, Καποδιστριακού Πανεπιστημίου ΑθηνώνΠτυχιούχος Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Χαροκοπείου ΠανεπιστημίουΜέλος Υποτρόφων Κοινωφελούς Ιδρύματος Αλέξανδρος ΩνάσηςΜέλος Υποτρόφων Χαροκόπειου ΠανεπιστήμιουΣυνεργάτης Πανελληνίου Συλλόγου Νοσοκομειακών Διαιτολόγων (www.pasinod.gr)Μέλος Πανελληνίου Συλλόγου Διαιτολόγων - Διατροφολόγων
Labels:
ΑΛΚΟΟΛ,
διατροφη,
ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ,
ΚΑΠΝΙΣΜΑ,
παχυσαρκια,
υγεια,
υπερταση
Wednesday, September 17, 2008
Οι νέες διατροφικές συστάσεις για την αντιμετώπιση του διαβήτη από την Αμερικάνικη Διαβητολογική Εταιρεία
Τον Ιανουάριο του 2007, η αμερικάνικη διαβητολογική εταιρεία εξέδωσε τις καινούριες διατροφικές οδηγίες για τους ασθενείς με διαβήτη. Τα κυριότερα σημεία τους σχολιάζονται στο παρακάτω κείμενο. Οι καινούριες διατροφικές οδηγίες κάνουν διαχωρισμό στις διάφορες ομάδες με διαβήτη. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούν να εξατομικεύσουν τις συστάσεις για τα άτομα με διαβήτη τύπου Ι (νεανικός διαβήτης), για τα άτομα με διαβήτη τύπου ΙΙ (διαβήτης των ενηλίκων), για τις εγκυμονούσες και θηλάζουσες γυναίκες με διαβήτη και για τα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα με διαβήτη.
Έτσι, ενώ στο παρελθόν ο διαβητικός τύπου Ι προσπαθούσε να προσαρμόσει τη διατροφική του συμπεριφορά στο σχήμα ινσουλίνης που λάμβανε, τώρα συμβαίνει το αντίθετο.
Τα σχήματα ινσουλίνης έχουν γίνει τόσο ευέλικτα που μπορούν και προσαρμόζονται αυτά στον τρόπο ζωής (γεύματα και φυσική δραστηριότητα) του ατόμου. Αρκεί από την πλευρά του ασθενούς να υπάρχει οργάνωση, συστηματικότητα και καλή συνεργασία με το διαιτολόγο και το γιατρό που τον παρακολουθούν. Η συνολική ποσότητα υδατανθράκων του γεύματος παραμένει ο κύριος προσδιοριστικός παράγοντας της δόσης της ινσουλίνης πριν το γεύμα και για τους ασθενείς που λαμβάνουν σχήμα ημερήσιας κάλυψης, αλλά και γι’ αυτούς που ακολουθούν σχήματα ινσουλίνης ταχείας δράσης. Ο υπολογισμός των δόσεων ινσουλίνης στα γεύματα μπορεί να γίνει με τη βοήθεια των λόγων ινσουλίνης προς υδατάνθρακες, ενώ ο υπολογισμός των υδατανθράκων των γευμάτων μπορεί να γίνει με το σύστημα των ισοδύναμων τροφίμων, της μέτρησης των υδατανθράκων και με το σύστημα του εμπειρικού υπολογισμού. Η συχνή παρακολούθηση του σακχάρου είναι επίσης σημαντική για την προσαρμογή των δόσεων με στόχο την ευγλυκαιμία ή την αποφυγή των υπογλυκαιμιών. Όταν επίκειται μη προγραμματισμένη άσκηση συνήθως συνίσταται επιπρόσθετη λήψη υδατανθράκων η οποία ποικίλει ανάλογα με την ηλικία και το βάρος του ατόμου καθώς και από την ένταση και τη διάρκεια της άσκησης.
Οι ασθενείς με διαβήτη τύπου ΙΙ παροτρύνονται να στρέψουν την προσοχή τους στον τρόπο ζωής και να κάνουν τις απαραίτητες αλλαγές (στην πλειονότητά τους είναι υπέρβαροι και εμφανίζουν ινσουλινοαντοχή) στην πρόσληψη ενέργειας, των κορεσμένων και των τρανς λιπαρών οξέων, της χοληστερόλης και του αλατιού μέσω της τροφής ώστε να βελτιώσουν τον γλυκαιμικό έλεγχο, το λιπιδαιμικό προφίλ τους (συνήθως έχουν δυσλιπιδαιμία) και τις τιμές της αρτηριακής πίεσης. Η αύξηση της φυσικής δραστηριότητας οφείλει να αποτελεί πάγιο στόχο, ενώ η συχνή παρακολούθηση των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα θα αξιολογεί την εκάστοτε διατροφική συμπεριφορά και φαρμακευτική αγωγή. Ο ρόλος της διατροφής είναι καίριος αφού μπορεί να βελτιώσει την ινσουλινοαντίσταση, ακόμα και να προλάβει την εμφάνιση της ασθένειας. Επειδή δε ο σύγχρονος διαβητικός ασθενής θεωρείται και «καρδιολογικός» άρρωστος, η σωστή διατροφική συμπεριφορά μπορεί να ελαττώσει τους παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο. Σε αυτό μπορεί να συμβάλλει και η συχνή (3 φορές την εβδομάδα) φυσική αερόβια (αερόμπικ) και αναερόβια (ασκήσεις αντίστασης και ανύψωσης βάρους) σωματική δραστηριότητα μέτριας έντασης.
Κατά τη διάρκεια της κύησης ο μη ελεγχόμενος διαβήτης μπορεί να έχει συνέπειες κυρίως για τη μητέρα. Η τελευταία, όταν εμφανίζει διαβήτη κύησης κινδυνεύει να παρουσιάσει διαβήτη τύπου ΙΙ μετά τη γέννα. Γι’ αυτό ακριβώς στις διαβητικές υπέρβαρες και παχύσαρκες γυναίκες ενδείκνυται ο μέτριος περιορισμός των θερμίδων και των υδατανθράκων, αλλά οι υποθερμιδικές δίαιτες θα πρέπει να αποφεύγονται. Η μέτρια φυσική δραστηριότητα μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στη βελτίωση των επιπέδων της γλυκόζης, τόσο σε περίοδο νηστείας όσο και μετά τα γεύματα. Μετά τη γέννα, η φυσική δραστηριότητα μπορεί να βοηθήσει στην αποφυγή εμφάνισης διαβήτη τύπου ΙΙ σε γυναίκες που είχαν εμφανίσει διαβήτη κυήσεως.
Στους ηλικιωμένους με διαβήτη τα δεδομένα αλλάζουν. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν μειωμένες ενεργειακές ανάγκες λόγω ηλικίας αλλά και μειωμένη φυσική δραστηριότητα. Αν επιπρόσθετα είναι και υπέρβαροι ή παχύσαρκοι τότε ο περιορισμός των θερμίδων και μια μικρή αύξηση της φυσικής δραστηριότητας μπορούν να αποβούν ευεργετικοί στη ρύθμιση του διαβήτη. Η φυσική δραστηριότητα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή αφού στους ηλικιωμένους ενέχει τον κίνδυνο τραυματισμού και καρδιακής ισχαιμίας. Παρ’ όλ’ αυτά, βελτιώνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη και επιβραδύνει το φαινόμενο της σαρκοπενίας (μείωση τη μυϊκής μάζας με την αύξηση της ηλικίας).
Ο έλεγχος του διαβήτη μέσω της διατροφής μειώνει τις επιπλοκές του ίδιου του διαβήτη τόσο τις βραχείες όσο και τις μακροπρόθεσμες. Έτσι, υπάρχει η δυνατότητα ευεργετικής επίδρασης στη μείωση της νεφρικής λειτουργίας, στη μικρο- και μακροαλβουμινουρία. Όμως τα μεγάλα οφέλη της διατροφής μπορούν να φανούν στη μείωση των παραγόντων κινδύνου για στεφανιαία νόσο. Μια διατροφή πλούσια σε φρούτα, λαχανικά και δημητριακά ολικής άλεσης και ταυτόχρονα φτωχή σε κορεσμένα, τρανς λιπαρά και χοληστερόλη φαίνεται πως μειώνει αυτόν τον κίνδυνο, ενώ σε ασθενείς στους οποίους συνυπάρχει αρτηριακή υπέρταση, οφέλη μπορούν να φανούν από διατροφικά σχήματα χαμηλής περιεκτικότητας σε νάτριο (αλάτι), πλούσια σε φρούτα, λαχανικά και γαλακτοκομικά προϊόντα χαμηλών λιπαρών και μέτριας κατανάλωσης αλκοόλ. Η δίαιτα DASH φαίνεται πως συνδυάζει όλα αυτά και επιπρόσθετα περιλαμβάνει τα πουλερικά, τα ψάρια και τους ξηρούς καρπούς, ενώ είναι φτωχή σε κόκκινο κρέας, γλυκά και σε ποτά που περιέχουν ζάχαρη.
Αξιοσημείωτο είναι πως στόχος της αλλαγής της διατροφικής συμπεριφοράς είναι η μείωση του σωματικού βάρους, η αποφυγή των υπογλυκαιμιών και η διατήρηση των επιπέδων της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης όσο το δυνατόν πιο κοντά στις φυσιολογικές τιμές. Το τελευταίο έχει μεγάλη σημασία αφού από μεγάλες μελέτες φάνηκε πως σε ασθενείς με διαβήτη ο καρδιαγγειακός κίνδυνος ήταν ανάλογος των αυξημένων επιπέδων της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης.
Τέλος, οι καινούριες διατροφικές συστάσεις κάνουν αναφορά στο χειρισμό του διαβήτη στις νοσοκομειακές εγκαταστάσεις. Σύμφωνα με την αμερικάνικη διαβητολογική εταιρεία, στους περισσότερους ασθενείς παρατηρείται υπεργλυκαιμία, η οποία αποτελεί ένδειξη δείκτη κακής νοσοκομειακής περίθαλψης. Γίνεται λοιπόν κατανοητή η σημασία δύο πραγμάτων: α) μιας διεπιστημονικής ομάδας που θα προσπαθεί για την όσο δυνατό καλύτερη διατροφική φροντίδα του ασθενή και β) ενός συστήματος διαβητικών γευμάτων σε κάθε νοσοκομείο που θα επικεντρώνει στο σωστό χειρισμό του περιεχομένου των υδατανθράκων. Μέσα σε όλα αυτά δε θα πρέπει να παραληφθεί η δια βίου εκπαίδευση του διαβητικού ασθενή από τη διεπιστημονική ομάδα. Αυτή θα πρέπει να αρχίζει από το νοσοκομείο και να συνεχίζεται και εκτός αυτού μέχρι να επιτευχθεί τέτοιο επίπεδο κατάρτισης που να εξασφαλίζει τη νορμογλυκαιμία.
Ανακεφαλαιώνοντας, θα μπορούσε να ειπωθεί πως δεν υπάρχει ένα σχήμα για όλους τους διαβητικούς ασθενείς. Οι παράγοντες επηρεάζουν τη νόσο και που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι τόσοι πολλοί που ο όρος «εξατομικευμένη προσέγγιση» πρέπει να καθημερινή πρακτική σε όλους τους επιστήμονες που ασχολούνται με την αντιμετώπιση του διαβήτη. Η έρευνα συνεχίζεται και οι κλινικές οδηγίες ανανεώνονται συχνά. Είναι χρέος του κάθε επιστήμονα να ενημερώνεται και να τις κάνει πράξη με το δικό του ξεχωριστό τρόπο.
ΓΡΑΦΕΙ Ο:
Βασίλειος Α. Παπαμίκος (κινητό: 6977867138)
Νοσοκομειακός Διαιτολόγος ΓΝΑ Κοργιαλένειο Μπενάκειο
Υποψήφιος διδάκτωρ διατροφογενωμικής - διατροφογενετικής Χαροκοπείου Πανεπιστημίου ΑΘηνών
M.Med.Sci Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Πανεπιστημίου Γλασκώβης
MSc Οργάνωσης και Διοίκησης Υπηρεσιών Υγείας, Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Πτυχιούχος Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Χαροκοπείου Πανεπιστημίου
Μέλος Υποτρόφων Κοινωφελούς Ιδρύματος Αλέξανδρος Ωνάσης
Μέλος Υποτρόφων Χαροκόπειου Πανεπιστήμιου
Συνεργάτης Πανελληνίου Συλλόγου Νοσοκομειακών Διαιτολόγων (www.pasinod.gr)
Μέλος Πανελληνίου Συλλόγου Διαιτολόγων - Διατροφολόγων
Έτσι, ενώ στο παρελθόν ο διαβητικός τύπου Ι προσπαθούσε να προσαρμόσει τη διατροφική του συμπεριφορά στο σχήμα ινσουλίνης που λάμβανε, τώρα συμβαίνει το αντίθετο.
Τα σχήματα ινσουλίνης έχουν γίνει τόσο ευέλικτα που μπορούν και προσαρμόζονται αυτά στον τρόπο ζωής (γεύματα και φυσική δραστηριότητα) του ατόμου. Αρκεί από την πλευρά του ασθενούς να υπάρχει οργάνωση, συστηματικότητα και καλή συνεργασία με το διαιτολόγο και το γιατρό που τον παρακολουθούν. Η συνολική ποσότητα υδατανθράκων του γεύματος παραμένει ο κύριος προσδιοριστικός παράγοντας της δόσης της ινσουλίνης πριν το γεύμα και για τους ασθενείς που λαμβάνουν σχήμα ημερήσιας κάλυψης, αλλά και γι’ αυτούς που ακολουθούν σχήματα ινσουλίνης ταχείας δράσης. Ο υπολογισμός των δόσεων ινσουλίνης στα γεύματα μπορεί να γίνει με τη βοήθεια των λόγων ινσουλίνης προς υδατάνθρακες, ενώ ο υπολογισμός των υδατανθράκων των γευμάτων μπορεί να γίνει με το σύστημα των ισοδύναμων τροφίμων, της μέτρησης των υδατανθράκων και με το σύστημα του εμπειρικού υπολογισμού. Η συχνή παρακολούθηση του σακχάρου είναι επίσης σημαντική για την προσαρμογή των δόσεων με στόχο την ευγλυκαιμία ή την αποφυγή των υπογλυκαιμιών. Όταν επίκειται μη προγραμματισμένη άσκηση συνήθως συνίσταται επιπρόσθετη λήψη υδατανθράκων η οποία ποικίλει ανάλογα με την ηλικία και το βάρος του ατόμου καθώς και από την ένταση και τη διάρκεια της άσκησης.
Οι ασθενείς με διαβήτη τύπου ΙΙ παροτρύνονται να στρέψουν την προσοχή τους στον τρόπο ζωής και να κάνουν τις απαραίτητες αλλαγές (στην πλειονότητά τους είναι υπέρβαροι και εμφανίζουν ινσουλινοαντοχή) στην πρόσληψη ενέργειας, των κορεσμένων και των τρανς λιπαρών οξέων, της χοληστερόλης και του αλατιού μέσω της τροφής ώστε να βελτιώσουν τον γλυκαιμικό έλεγχο, το λιπιδαιμικό προφίλ τους (συνήθως έχουν δυσλιπιδαιμία) και τις τιμές της αρτηριακής πίεσης. Η αύξηση της φυσικής δραστηριότητας οφείλει να αποτελεί πάγιο στόχο, ενώ η συχνή παρακολούθηση των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα θα αξιολογεί την εκάστοτε διατροφική συμπεριφορά και φαρμακευτική αγωγή. Ο ρόλος της διατροφής είναι καίριος αφού μπορεί να βελτιώσει την ινσουλινοαντίσταση, ακόμα και να προλάβει την εμφάνιση της ασθένειας. Επειδή δε ο σύγχρονος διαβητικός ασθενής θεωρείται και «καρδιολογικός» άρρωστος, η σωστή διατροφική συμπεριφορά μπορεί να ελαττώσει τους παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο. Σε αυτό μπορεί να συμβάλλει και η συχνή (3 φορές την εβδομάδα) φυσική αερόβια (αερόμπικ) και αναερόβια (ασκήσεις αντίστασης και ανύψωσης βάρους) σωματική δραστηριότητα μέτριας έντασης.
Κατά τη διάρκεια της κύησης ο μη ελεγχόμενος διαβήτης μπορεί να έχει συνέπειες κυρίως για τη μητέρα. Η τελευταία, όταν εμφανίζει διαβήτη κύησης κινδυνεύει να παρουσιάσει διαβήτη τύπου ΙΙ μετά τη γέννα. Γι’ αυτό ακριβώς στις διαβητικές υπέρβαρες και παχύσαρκες γυναίκες ενδείκνυται ο μέτριος περιορισμός των θερμίδων και των υδατανθράκων, αλλά οι υποθερμιδικές δίαιτες θα πρέπει να αποφεύγονται. Η μέτρια φυσική δραστηριότητα μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στη βελτίωση των επιπέδων της γλυκόζης, τόσο σε περίοδο νηστείας όσο και μετά τα γεύματα. Μετά τη γέννα, η φυσική δραστηριότητα μπορεί να βοηθήσει στην αποφυγή εμφάνισης διαβήτη τύπου ΙΙ σε γυναίκες που είχαν εμφανίσει διαβήτη κυήσεως.
Στους ηλικιωμένους με διαβήτη τα δεδομένα αλλάζουν. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν μειωμένες ενεργειακές ανάγκες λόγω ηλικίας αλλά και μειωμένη φυσική δραστηριότητα. Αν επιπρόσθετα είναι και υπέρβαροι ή παχύσαρκοι τότε ο περιορισμός των θερμίδων και μια μικρή αύξηση της φυσικής δραστηριότητας μπορούν να αποβούν ευεργετικοί στη ρύθμιση του διαβήτη. Η φυσική δραστηριότητα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή αφού στους ηλικιωμένους ενέχει τον κίνδυνο τραυματισμού και καρδιακής ισχαιμίας. Παρ’ όλ’ αυτά, βελτιώνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη και επιβραδύνει το φαινόμενο της σαρκοπενίας (μείωση τη μυϊκής μάζας με την αύξηση της ηλικίας).
Ο έλεγχος του διαβήτη μέσω της διατροφής μειώνει τις επιπλοκές του ίδιου του διαβήτη τόσο τις βραχείες όσο και τις μακροπρόθεσμες. Έτσι, υπάρχει η δυνατότητα ευεργετικής επίδρασης στη μείωση της νεφρικής λειτουργίας, στη μικρο- και μακροαλβουμινουρία. Όμως τα μεγάλα οφέλη της διατροφής μπορούν να φανούν στη μείωση των παραγόντων κινδύνου για στεφανιαία νόσο. Μια διατροφή πλούσια σε φρούτα, λαχανικά και δημητριακά ολικής άλεσης και ταυτόχρονα φτωχή σε κορεσμένα, τρανς λιπαρά και χοληστερόλη φαίνεται πως μειώνει αυτόν τον κίνδυνο, ενώ σε ασθενείς στους οποίους συνυπάρχει αρτηριακή υπέρταση, οφέλη μπορούν να φανούν από διατροφικά σχήματα χαμηλής περιεκτικότητας σε νάτριο (αλάτι), πλούσια σε φρούτα, λαχανικά και γαλακτοκομικά προϊόντα χαμηλών λιπαρών και μέτριας κατανάλωσης αλκοόλ. Η δίαιτα DASH φαίνεται πως συνδυάζει όλα αυτά και επιπρόσθετα περιλαμβάνει τα πουλερικά, τα ψάρια και τους ξηρούς καρπούς, ενώ είναι φτωχή σε κόκκινο κρέας, γλυκά και σε ποτά που περιέχουν ζάχαρη.
Αξιοσημείωτο είναι πως στόχος της αλλαγής της διατροφικής συμπεριφοράς είναι η μείωση του σωματικού βάρους, η αποφυγή των υπογλυκαιμιών και η διατήρηση των επιπέδων της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης όσο το δυνατόν πιο κοντά στις φυσιολογικές τιμές. Το τελευταίο έχει μεγάλη σημασία αφού από μεγάλες μελέτες φάνηκε πως σε ασθενείς με διαβήτη ο καρδιαγγειακός κίνδυνος ήταν ανάλογος των αυξημένων επιπέδων της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης.
Τέλος, οι καινούριες διατροφικές συστάσεις κάνουν αναφορά στο χειρισμό του διαβήτη στις νοσοκομειακές εγκαταστάσεις. Σύμφωνα με την αμερικάνικη διαβητολογική εταιρεία, στους περισσότερους ασθενείς παρατηρείται υπεργλυκαιμία, η οποία αποτελεί ένδειξη δείκτη κακής νοσοκομειακής περίθαλψης. Γίνεται λοιπόν κατανοητή η σημασία δύο πραγμάτων: α) μιας διεπιστημονικής ομάδας που θα προσπαθεί για την όσο δυνατό καλύτερη διατροφική φροντίδα του ασθενή και β) ενός συστήματος διαβητικών γευμάτων σε κάθε νοσοκομείο που θα επικεντρώνει στο σωστό χειρισμό του περιεχομένου των υδατανθράκων. Μέσα σε όλα αυτά δε θα πρέπει να παραληφθεί η δια βίου εκπαίδευση του διαβητικού ασθενή από τη διεπιστημονική ομάδα. Αυτή θα πρέπει να αρχίζει από το νοσοκομείο και να συνεχίζεται και εκτός αυτού μέχρι να επιτευχθεί τέτοιο επίπεδο κατάρτισης που να εξασφαλίζει τη νορμογλυκαιμία.
Ανακεφαλαιώνοντας, θα μπορούσε να ειπωθεί πως δεν υπάρχει ένα σχήμα για όλους τους διαβητικούς ασθενείς. Οι παράγοντες επηρεάζουν τη νόσο και που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι τόσοι πολλοί που ο όρος «εξατομικευμένη προσέγγιση» πρέπει να καθημερινή πρακτική σε όλους τους επιστήμονες που ασχολούνται με την αντιμετώπιση του διαβήτη. Η έρευνα συνεχίζεται και οι κλινικές οδηγίες ανανεώνονται συχνά. Είναι χρέος του κάθε επιστήμονα να ενημερώνεται και να τις κάνει πράξη με το δικό του ξεχωριστό τρόπο.
ΓΡΑΦΕΙ Ο:
Βασίλειος Α. Παπαμίκος (κινητό: 6977867138)
Νοσοκομειακός Διαιτολόγος ΓΝΑ Κοργιαλένειο Μπενάκειο
Υποψήφιος διδάκτωρ διατροφογενωμικής - διατροφογενετικής Χαροκοπείου Πανεπιστημίου ΑΘηνών
M.Med.Sci Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Πανεπιστημίου Γλασκώβης
MSc Οργάνωσης και Διοίκησης Υπηρεσιών Υγείας, Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Πτυχιούχος Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Χαροκοπείου Πανεπιστημίου
Μέλος Υποτρόφων Κοινωφελούς Ιδρύματος Αλέξανδρος Ωνάσης
Μέλος Υποτρόφων Χαροκόπειου Πανεπιστήμιου
Συνεργάτης Πανελληνίου Συλλόγου Νοσοκομειακών Διαιτολόγων (www.pasinod.gr)
Μέλος Πανελληνίου Συλλόγου Διαιτολόγων - Διατροφολόγων
Labels:
ΔΙΑΒΗΤΗΣ,
διατροφη,
ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ,
ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΑ,
μεταβολικο συνδρομο,
παχυσαρκια,
ΣΑΚΧΑΡΟ,
υγεια,
υπερταση
Subscribe to:
Posts (Atom)