Οι δίαιτες χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου φαίνεται επίσης ότι βοηθούν στην καλύτερη αντιμετώπιση του διαβήτη, μειώνοντας τα επίπεδα της γλυκόζης του αίματος και προλαμβάνοντας έτσι την υπογλυκαιμία
ΓΛΥΚΑΙΜΙΚΟΣ ΔΕΙΚΤΗΣ
Στο παρελθόν οι υδατάνθρακες κατηγοριοποιούνταν ως απλοί ή σύνθετοι με βάση τον αριθμό των απλών σακχάρων που περιέχονταν στο μόριό τους. Οι υδατάνθρακες που αποτελούνταν από ένα ή δύο απλά σάκχαρα όπως η φρουτκόζη ή η σουκρόζη (ή σακχαρόζη ή επιτραπέζια ζάχαρη) ονομάζονταν απλά σάκχαρα, ενώ τα αμυλώδη τρόφιμα ονομάζονταν σύνθετοι υδατάνθρακες επειδή το άμυλο αποτελείται από μακριές αλυσίδες του απλού σακχάρου της
γλυκόζης. Η συμβουλή για κατανάλωση λιγότερων απλών και περισσότερων σύνθετων υδατανθράκων βασίζονταν στην υπόθεση ότι η πρόσληψη αμυλούχων τροφίμων θα οδηγούσε σε μικρότερες αυξήσεις των επιπέδων της γλυκόζης σε σχέση με την πρόσληψη τροφίμων που περιείχαν απλούς υδατάνθρακες. Αυτή η υπόθεση φάνηκε ότι ήταν πολύ απλοποιημένη από την στιγμή που η “γλυκαιμική απάντηση” στους σύνθετους υδατάνθρακες παρουσίαζε αξιοσημείωτες διακυμάνσεις. Ένας πιο ακριβής δείκτης της σχετικής γλυκαιμικής απάντησης στους διαιτητικούς υδατάνθρακες αποτελεί ο γλυκαιμικός δείκτης.
ΜΕΤΡΗΣΗ ΤΟΥ ΓΛΥΚΑΙΜΙΚΟΥ ΔΕΙΚΤΗ ΤΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ
Για να προσδιοριστεί ο γλυκαιμικός δείκτης ενός τροφίμου, δίνεται σε
διαφορετικές μέρες στους εθελοντές το υπό εξέταση τρόφιμο το οποίο
παρέχει πενήντα γραμμάρια υδατανθράκων και ένα τρόφιμο ελέγχου (άσπρο ψωμί ή καθαρή γλυκόζη) το οποίο περιέχει το ίδιο ποσό υδατανθράκων. Λαμβάνονται δείγματα αίματος για τον προσδιορισμό των επιπέδων της γλυκόζης αρχικά πριν από την κατανάλωση του τροφίμου και στη συνέχεια μετά την κατανάλωση του τροφίμου σε τακτά χρονικά διαστήματα κατά την διάρκεια των επόμενων ωρών. Οι αλλαγές στα επίπεδα της γλυκόζης με το πέρασμα του χρόνου απεικονίζονται σαν καμπύλη με την βοήθεια γραφικής παράστασης. Ο γλυκαιμικός δείκτης υπολογίζεται ως το πηλίκο των εμβαδών δύο
επιφανειών: α) της περιοχής κάτω από την καμπύλη της γλυκόζης του υπό
εξέταση τροφίμου και β) της περιοχής κάτω από την καμπύλη της γλυκόζης του τροφίμου ελέγχου.Το αποτέλεσμα της διαίρεσης πολλαπλασιάζεται με το εκατό για να αναπαραστήσει το ποσοστό ανύψωσης του σακχάρου του αίματος του τροφίμου υπό εξέταση σε σχέση με το τρόφιμο ελέγχου. Έτσι, η ψητή πατάτα έχει γλυκαιμικό δείκτη 85 σε σχέση με την γλυκόζη και 121 σε σχέση με το άσπρο ψωμί, πράγμα το οποίο σημαίνει πως η γλυκαιμική απάντηση στους υδατάνθρακες της ψητής πατάτας ισούται με το 85% της γλυκαιμικής απάντησης στο ίδιο ποσό υδατανθράκων της καθαρής γλυκόζης και με το 121% της γλυκαιμικής απάντησης στο ίδιο ποσό υδατανθράκων του λευκού ψωμιού.
Αντίθετα, το μαγειρεμένο σκούρο ρύζι (αναποφλοίωτο) παρουσιάζει
γλυκαιμικό δείκτη 55 σε σχέση με την γλυκόζη και 79 σε σχέση με το λευκό ψωμί. Στο παραδοσιακό σύστημα όμως κατηγοριοποίησης των υδατανθράκων και το σκούρο ρύζι και η πατάτα θεωρούνται σύνθετοι υδατάνθρακες παρά την διαφορετική δράση που έχουν στα επίπεδα του σακχάρου του αίματος.
ΟΙ ΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΣΕ ΤΡΟΦΙΜΑ ΥΨΗΛΟΥ ΚΑΙ ΧΑΜΗΛΟΥ ΓΛΥΚΑΙΜΙΚΟΥ ΔΕΙΚΤΗ
Εξ' ορισμού, η κατανάλωση τροφίμων υψηλού γλυκαιμικού δείκτη έχει σαν αποτέλεσμα υψηλότερη και γρηγορότερη αύξηση των επιπέδων του σακχάρου του αίματος σε σχέση με την κατανάλωση τροφίμων χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη. Απότομες αυξήσεις του σακχάρου του αίματος αποτελούν ισχυρά σήματα στα β κύτταρα του παγκρέατος για αύξηση της έκκρισης ινσουλίνης. Στο διάστημα που θα ακολουθήσει τα υψηλά επίπεδα της εκκρινόμενης ινσουλίνης που δημιουργήθηκαν από την κατανάλωση τροφίμων υψηλού γλυκαιμικού δείκτη, μπορούν να δημιουργήσουν μια απότομη μείωση στα επίπεδα του σακχάρου του αίματος (υπογλυκαιμία). Αντίθετα, η κατανάλωση τροφίμων χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη έχει σαν αποτέλεσμα χαμηλότερη, με βραδύτερους ρυθμούς άυξηση των επιπέδων σακχάρου του αίματος και ως εκ τούτου μικρότερες απαιτήσεις σε ινσουλίνη από τα β-κύτταρα του παγκρέατος.
ΓΛΥΙΚΑΙΜΙΚΟ ΦΟΡΤΙΟ
Ο γλυκαιμικός δείκτης συγκρίνει ποιοτικά την ικανότητα των τροφίμων που περιέχουν ίσα ποσά υδατανθράκων να ανεβάζουν τα επιπέδα του σακχάρου του αίματος. Όμως τα διάφορα τρόφιμα που καταναλώνουμε δεν περιέχουν ίσες ποσότητες υδατανθράκων και εκτός από την ποιότητα είναι η ποσότητα των υδατανθράκων που καταναλώνονται η οποία επηρεάζει επιπρόσθετα την απόκριση του οργανισμού σε έκκριση ινσουλίνης. Ο γλυκαιμικός δείκτης δεν λέει τίποτα για την ποσότητα των υδατανθράκων που περιέχονται σε μια μερίδα τροφίμου. Για παράδειγμα κάποιος μπορεί εσφαλμένα να υποθέσει πως θα πρέπει να αποκλείσει τα καρότα από την ημερήσια κατανάλωση επειδή αυτά έχουν υψηλό γλυκαιμικό δείκτη ίσο με 131 (σε σχέση με το λευκό ψωμί). Όμως ένα καρρότο περιέχει 4 γραμμάρια υδατάνθρακα και για να εξισωθούν τα 50 γραμμάρια υδατανθράκων στα οποία αναφέρεται ο γλυκαιμικός δείκτης θα πρέπει να καταναλωθούν γύρω στα 750 γραμμάρια καρότων.
Για να ξεπεραστούν τέτοιου είδους πρακτικά προβλήματα και να
τοποθετηθούν οι υπολογισμοί που κάνουν οι διαιτολόγοι στα πλαίσια των
πραγματικών ποσοτήτων που καταναλώνοναι από κάθε τρόφιμο, ήρθε στο
προσκήνιο η έννοια του γλυκαιμικού φορτίου. Το γλυκαιμικό φορτίο ενός τροφίμου υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας τον γλυκαιμικό του δείκτη με την ποσότητα των υδατανθράκων σε γραμμάρια που παρέχονται από το τρόφιμο και διαιρώντας το αποτέλεσμα με το 100. Στο παράδειγμα με τα καρότα, ενώ ο γλυκαιμικός τους δείκτης είναι 131%, το γλυκαιμικό φορτίο ενός καρότου (που περιέχει 4 γραμμάρια υδατάνθρακα) είναι ίσο με 5. Ουσιαστικά, κάθε μονάδα του γλυκαιμικού φορτίου αντιπροσωπεύει την ισοδύναμη ανυψωτική επίδραση στα επίπεδα του σακχάρου του αίματος ενός γραμμαρίου καθαρής γλυκόζης ή άσπρου ψωμιού. Η σύλληψη της έννοιας του γλυκαιμικού φορτίου αναπτύχθηκε από τους επιστήμονες για να περιγράψει ταυτόχρονα την ποιότητα (γλυκαιμικός δείκτης) αλλά και την ποσότητα των υδατανθράκων ενός γεύματος ή μιας δίαιτας. Το 1988 ο Jenkins άρχισε την έρευνα πάνω στο γλυκαιμικό φορτίο και τον έλεγχο της γλυκόζης του αίματος, ενώ το 2002 ο Willet και οι συνεργάτες του συνέχισαν την έρευνα και συμπέραναν ότι η αντικατάσταση της δίαιτας υψηλού γλυκαιμικού φορτίου με δίαιτα χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου είχε ως αποτέλεσμα την μείωση του κινδύνου εμφάνισης διαβήτη τύπου 2.
ΠΟΙΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΕΠΗΡΕΑΖΟΥΝ ΤΟΥΣ 2 ΔΕΙΚΤΕΣ
Από την στιγμή που οι τιμές των 2 δεικτών σχετίζονται με τους υδατάνθρακες, οι διαφοροποιήσεις των τιμών εξαρτώνται από την ποσότητα των γραμμαρίων των υδατανθράκων που περιέχονται σε κάθε μερίδα τροφίμου και από το πόσο γρήγορα οι υδατάνθρακες αυτοί διασπώνται σε γλυκόζη. Διάφοροι παράγοντες έχουν σημασία:
α) Βαθμός μαγειρέματος: Το άμυλο στις τροφές διογκώνεται με το μαγείρεμα αλλά από τρόφιμο σε τρόφιμο ο βαθμός διόγκωσης ποικίλει. Έτσι, το άμυλο της ψητής πατάτας διογκώνεται σε μεγάλο βαθμό, ενώ το άμυλο του σκούρου ρυζιού παραμένει σχεδόν αμετάβλητο μια και παρουσιάζει σταθερότερη δομή.
β) Βαθμός επεξεργασίας: Όταν οι κόκοι ενός αμυλούχου τροφίμου π.χ
πολτοποιούνται ή αλέθονται, το προστατευτικό σκληρό και δύσπεπτο
εξωτερικό τους περίβλημα αφαιρείται με αποτέλεσμα το άμυλο που
περιέχεται να μετατρέπεται πιο εύκολα και γρήγορα σε γλυκόζη.
γ) Ποσότητα περιεχόμενων φυτικών ινών: Μερικά τρόφιμα όπως τα φασόλια και τα όσπρια περιέχουν μεγαλύτερες ποσότητες φυτικών ινών από κάποια άλλα. Γενικότερα τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα (σκούρο ρύζι) περιέχουν περισσότερες φυτικές ίνες από τα επεξεργασμένα (λευκό ρύζι).
δ) Ποσότητα περιεχόμενου λίπους: Όσο πιο πολύ λίπος περιέχει ένα τρόφιμο τόσο περισσότερη ώρα απαιτείται για την πέψη του.
Παρά την χρησιμότητά του, πρέπει να αναφερθεί πως, σαν δείκτης, το
γλυκαιμικό φορτίο δεν παρέχει καμιά πληροφορία για τις υπάρχουσες
βιταμίνες, μέταλλα και ιχνοστοιχεία ενός τροφίμου, ενώ οι τιμές του για
τα διάφορα τρόφιμα υπάρχουν σε περιορισμένη βάση.
ΓΛΥΚΑΙΜΙΚΟ ΦΟΡΤΙΟ ΚΑΙ ΠΡΟΛΗΨΗ ΑΣΘΕΝΕΙΩΝ
ΔΙΑΒΗΤΗΣ
Μετά από ένα γεύμα υψηλού γλυκαιμικού φορτίου, τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα και οι απαιτήσεις σε ινσουλίνη αυξάνουν γρηγορότερα σε σχέση με την κατανάλωση ενός γεύματος χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου. Τα υψηλά επίπεδα σακχάρου και η υπερβολική έκκριση ινσουλίνης θεωρούνται ότι συμβάλλουν στην απώλεια της ινσουλινο-εκκριτικής ικανότητας των β-κυττάρων του παγκρέατος, γεγονός το οποίο οδηγεί σε μη αναστρέψιμο διαβήτη. Οι δίαιτες υψηλού γλυκαιμικού φορτίου έχουν συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη σε διάφορες μεγάλες προοπτικές μελέτες. Στην μελέτη των νοσοκόμων, οι γυναίκες των οποίων οι δίαιτες παρείχαν υψηλά γλυκαιμικά φορτία είχαν 37% μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξουν διαβήτη τύπου 2 στα επόμενα 6 χρόνια σε σχέση με τις γυναίκες των οποίων οι δίαιτες παρείχαν χαμηλότερα γλυκαιμικά φορτία. Επιπρόσθετα, οι γυναίκες που ακολουθούσαν δίαιτες υψηλού γλυκαιμικού φορτίου και φτωχές σε φυτικές ίνες δημητριακών, είχαν μεγαλύτερη από διπλάσια πιθανότητα ανάπτυξης διαβήτη τύπου 2 σε σχέση με αυτές που κατανάλωναν δίαιτες χαμηλού γλυκαιμικου φορτίου και πλούσιες σε φυτικές ίνες δημητριακών. Τα αποτελέσματα μιας άλλης μεγάλης προοπτικής μελέτης που παρακολούθησε επί 6 χρόνια επαγγελματίες άντρες του τομέα της υγείας ήταν παρόμοια. Τα τρόφιμα που συσχετίστηκαν περισσότερο με κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη τύπου 2 σε αυτές τις μελέτες ήταν οι πατάτες (μαγειρεμένες ή τηγανιτές), το άσπρο ρύζι, το άσπρο ψωμί και τα
ανθρακούχα ποτά. Οι δίαιτες χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου φαίνεται επίσης ότι βοηθούν στην καλύτερη αντιμετώπιση του διαβήτη, μειώνοντας τα επίπεδα της γλυκόζης του αίματος και προλαμβάνοντας έτσι την υπογλυκαιμία. Μια μετα-ανάλυση 14 τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων δοκιμών βρήκε ότι οι δίαιτες χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου βελτίωσαν βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα τον έλεγχο των επιπέδων σακχάρου στο αίμα, όπως φάνηκε από τις κλινικά σημαντικές μειώσεις των επιπέδων φρουκτοζαμίνης και αιμοσφαιρίνης Α1C. Ακόμα και σε άτομα που είχαν διαβήτη τύπου 1 και στα οποία τα επεισόδια σοβαρών υπογλυκαιμιών αποτελούν σημαντικό πρόβλημα, η τυχαιοποιημένη
χορήγηση δίαιτας χαμηλού γλυκαιμικού φορτίο και υψηλής περιεκτικότητας σε φυτικές ίνες είχε σαν αποτέλεσμα λιγότερα επεισόδια υπογλυκαιμίας σε σχέση με τους διαβητικούς στους οποίους χορηγήθηκε δίαιτα υψηλού γλυκαιμικού φορτίου και χαμηλής περιεκτικότητας σε φυτικές ίνες.
ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΕΣ ΠΑΘΗΣΕΙΣ
Η δυσανοχή στην γλυκόζη και η ινσουλινοαντοχή αποτελούν γνωστούς
παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακές παθήσεις καθώς και για διαβήτη
τύπου 2. Επιπρόσθετα στην πρόκληση υψηλότερων επιπέδων σακχάρου αίματος και ινσουλίνης, οι δίαιτες υψηλού γλυκαιμικού φορτίου συσχετίστηκαν με 2 παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακές παθήσεις, δηλαδή αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων ορού και μειωμένα επίπεδα της “καλής χοληστερόλης” (HDL). Συσχετίστηκαν επίσης με αυξημένα επίπεδα της C αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP) η οποία αποτελεί ευαίσθητο “οιωνό” κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου. Μάλιστα, μια πολύ πρόσφατα δημοσιευμένη μελέτη που εξέτασε ενήλικους οι οποίοι χαρακτηρίζονταν από υπέρβαροι μέχρι παχύσακροι βρήκε ότι η συνδυασμένη δίαιτα χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου και περιορισμού θερμίδων έχει μικρότερη μέση μείωση της ενεργειακής δαπάνης σε κατάσταση ανάπαυσης (REE) (γεγονός που έκανε αυτούς που την ακολουθούσαν να νιώθουν λιγότερη κούραση, κρύο και πείνα) και μεγαλύτερη μέση μείωση των παραγόντων κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου όπως των τριγλυκεριδίων, της μέσης αρτηριακής πίεσης, των επιπέδων της CRP και της ινσουλινοαντοχής
συγκριτικά με μια δίαιτα μόνο περιορισμού θερμίδων και χαμηλών λιπαρών. Στην μελέτη των νοσοκόμων, οι γυναίκες που ακολουθούσαν δίαιτες υψηλού γλυκαιμικού φορτίου είχαν σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου σε σχέση με αυτές που ακολουθούσαν δίαιτες χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου. Η σχέση μεταξύ γλυκαιμικού φορτίου και καρδιαγγειακής νόσου ήταν πιο έντονη στις υπέρβαρες γυναίκες, υπονοώντας ότι τα άτομα με ινσουλινοαντοχή είναι πιο ευάλωτα στις αρνητικές επιδράσεις για το καρδιαγγειακό μια δίαιτας υψηλού γλυκαιμικού φορτίου. Έτσι, αν ληφθεί υπόψη η έννοια του γλυκαιμικού φορτίου, οι συστάσεις για αντικατάσταση του λίπους της διατροφής με υδατάνθρακες μπορεί να μην είναι τόσο «υγιεινή για την καρδιά»
μια και η υψηλή κατανάλωση υδατανθράκων μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις των τριγλυκεριδίων και μειωμένες συγκεντρώσεις των λιποπρωτεϊνών υψηλής πυκνότητας [HDL] (που δρουν προστατευτικά στην εμφάνιση καρδιαγγειακών παθήσεων) του πλάσματος σε κατάσταση νηστείας. Τελικά φαίνεται ότι είναι η ποιότητα των υδατανθράκων οι οποίοι πρέπει να αντικαθιστούν το λίπος
της διατροφής μας.
ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ
Στις 2 πρώτες ώρες που ακολουθούν την κατανάλωση γεύματος υψηλού
γλυκαιμικού φορτίου, τα επίπεδα γλυκόζης και ινσουλίνης αυξάνουν
περισσότερο απ' ότι στην περίπτωση κατανάλωσης γέυματος χαμηλού
γλυκαιμικού φορτίου.Σε απόκριση όμως προς τα υψηλά επίπεδα ινσουλίνης, τα επίπεδα γλυκόζης με την σειρά τους μειώνονται περισσότερο στις επόμενες ώρες, στην περίπτωση του γεύματος υψηλού γλυκαιμικού φορτίου. Η μεγαλύτερη μείωση των επιπέδων γλυκόζης προκαλεί επιστροφή εντονότερου αισθήματος πείνας. Ίσως το γεγονός αυτό να εξηγεί το ότι οι περισσότερες μελέτες βρίσκουν ότι η κατανάλωση τροφίμων χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη καθυστερεί την
επιστροφή της πείνας, μειώνει την επακόλουθη επαναπρόσληψη τροφής και αυξάνει το αίσθημα κορεσμού και πληρότητας σε σχέση με την κατανάλωση τροφίμων υψηλού γλυκαιμικού δείκτη. Τα αποτελέσματα μικρών και σύντομων δοκιμών (διάρκειας 1-4 μηνών) έχουν δείξει ότι οι δίαιτες χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου έχουν σαν αποτέλεσμα , μεγαλύτερη απώλεια βάρους ή λίπους σε σχέση με , τις δίαιτες υψηλού , γλυκαιμικού φορτίου. Έχει φανεί επίσης ότι οι δίαιτες χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου μπορεί να αποδειχτούν χρήσιμες στην μακροπρόθεσμη απώλεια βάρους.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Απ' όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω φαίνεται ότι πλέον πρέπει να αποτελεί επιδίωξη του καθενός η μείωση του γλυκαιμικού φορτίου της καθημερινής του διατροφής. Μένει λοιπόν να διευκρινιστεί ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να επιτευχθεί αυτό. Κάποιες γενικές κατευθύνσεις θα μπορούσαν να είναι οι παρακάτω:
1) Αύξηση κατανάλωσης φρούτων, λαχανικών, οσπρίων (μπιζέλια και
φασόλια), καρυδιών και δημητριακών ολικής αλέσεως και γενικότερα
τροφίμων που είναι πλούσια σε φυτικές ίνες.
2) Μείωση της κατανάλωσης αμυλούχων τροφίμων με υψηλό γλυκαιμικό φορτίο όπως οι γλυκοπατάτες, τα μακαρόνια, το άσπρο ρύζι.
3) Μείωση της κατανάλωσης ζαχαρούχων τροφίμων όπως τα μπισκότα, τα κέικ,οι καραμέλες και τα αναψυκτικά.
4) Κατανάλωση του φαγητού στο σπίτι μαζί με την οικογένεια και όχι
κατανάλωση γρήγορου φαγητού έξω από το σπίτι. Υπάρχουν μελέτες που
έδειξαν ότι η τάση του να γευματίζει κάποιος μαζί με όλη την οικογένεια
εκτός των άλλων ευεργετικών για την υγεία επιδράσεων, έχει και την
μείωση του γλυκαιμικού φορτίου των γευμάτων, από την στιγμή αυτά
τείνουν να είναι υγιεινότερα, φτιαγμένα με φροντίδα από τη νοικοκυρά του σπιτιού και όχι προορισμένα για απρόσωπη μαζική κατανάλωση.
Showing posts with label ΣΑΚΧΑΡΟ. Show all posts
Showing posts with label ΣΑΚΧΑΡΟ. Show all posts
Saturday, September 20, 2008
Wednesday, September 17, 2008
Οι νέες διατροφικές συστάσεις για την αντιμετώπιση του διαβήτη από την Αμερικάνικη Διαβητολογική Εταιρεία
Τον Ιανουάριο του 2007, η αμερικάνικη διαβητολογική εταιρεία εξέδωσε τις καινούριες διατροφικές οδηγίες για τους ασθενείς με διαβήτη. Τα κυριότερα σημεία τους σχολιάζονται στο παρακάτω κείμενο. Οι καινούριες διατροφικές οδηγίες κάνουν διαχωρισμό στις διάφορες ομάδες με διαβήτη. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούν να εξατομικεύσουν τις συστάσεις για τα άτομα με διαβήτη τύπου Ι (νεανικός διαβήτης), για τα άτομα με διαβήτη τύπου ΙΙ (διαβήτης των ενηλίκων), για τις εγκυμονούσες και θηλάζουσες γυναίκες με διαβήτη και για τα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα με διαβήτη.
Έτσι, ενώ στο παρελθόν ο διαβητικός τύπου Ι προσπαθούσε να προσαρμόσει τη διατροφική του συμπεριφορά στο σχήμα ινσουλίνης που λάμβανε, τώρα συμβαίνει το αντίθετο.
Τα σχήματα ινσουλίνης έχουν γίνει τόσο ευέλικτα που μπορούν και προσαρμόζονται αυτά στον τρόπο ζωής (γεύματα και φυσική δραστηριότητα) του ατόμου. Αρκεί από την πλευρά του ασθενούς να υπάρχει οργάνωση, συστηματικότητα και καλή συνεργασία με το διαιτολόγο και το γιατρό που τον παρακολουθούν. Η συνολική ποσότητα υδατανθράκων του γεύματος παραμένει ο κύριος προσδιοριστικός παράγοντας της δόσης της ινσουλίνης πριν το γεύμα και για τους ασθενείς που λαμβάνουν σχήμα ημερήσιας κάλυψης, αλλά και γι’ αυτούς που ακολουθούν σχήματα ινσουλίνης ταχείας δράσης. Ο υπολογισμός των δόσεων ινσουλίνης στα γεύματα μπορεί να γίνει με τη βοήθεια των λόγων ινσουλίνης προς υδατάνθρακες, ενώ ο υπολογισμός των υδατανθράκων των γευμάτων μπορεί να γίνει με το σύστημα των ισοδύναμων τροφίμων, της μέτρησης των υδατανθράκων και με το σύστημα του εμπειρικού υπολογισμού. Η συχνή παρακολούθηση του σακχάρου είναι επίσης σημαντική για την προσαρμογή των δόσεων με στόχο την ευγλυκαιμία ή την αποφυγή των υπογλυκαιμιών. Όταν επίκειται μη προγραμματισμένη άσκηση συνήθως συνίσταται επιπρόσθετη λήψη υδατανθράκων η οποία ποικίλει ανάλογα με την ηλικία και το βάρος του ατόμου καθώς και από την ένταση και τη διάρκεια της άσκησης.
Οι ασθενείς με διαβήτη τύπου ΙΙ παροτρύνονται να στρέψουν την προσοχή τους στον τρόπο ζωής και να κάνουν τις απαραίτητες αλλαγές (στην πλειονότητά τους είναι υπέρβαροι και εμφανίζουν ινσουλινοαντοχή) στην πρόσληψη ενέργειας, των κορεσμένων και των τρανς λιπαρών οξέων, της χοληστερόλης και του αλατιού μέσω της τροφής ώστε να βελτιώσουν τον γλυκαιμικό έλεγχο, το λιπιδαιμικό προφίλ τους (συνήθως έχουν δυσλιπιδαιμία) και τις τιμές της αρτηριακής πίεσης. Η αύξηση της φυσικής δραστηριότητας οφείλει να αποτελεί πάγιο στόχο, ενώ η συχνή παρακολούθηση των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα θα αξιολογεί την εκάστοτε διατροφική συμπεριφορά και φαρμακευτική αγωγή. Ο ρόλος της διατροφής είναι καίριος αφού μπορεί να βελτιώσει την ινσουλινοαντίσταση, ακόμα και να προλάβει την εμφάνιση της ασθένειας. Επειδή δε ο σύγχρονος διαβητικός ασθενής θεωρείται και «καρδιολογικός» άρρωστος, η σωστή διατροφική συμπεριφορά μπορεί να ελαττώσει τους παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο. Σε αυτό μπορεί να συμβάλλει και η συχνή (3 φορές την εβδομάδα) φυσική αερόβια (αερόμπικ) και αναερόβια (ασκήσεις αντίστασης και ανύψωσης βάρους) σωματική δραστηριότητα μέτριας έντασης.
Κατά τη διάρκεια της κύησης ο μη ελεγχόμενος διαβήτης μπορεί να έχει συνέπειες κυρίως για τη μητέρα. Η τελευταία, όταν εμφανίζει διαβήτη κύησης κινδυνεύει να παρουσιάσει διαβήτη τύπου ΙΙ μετά τη γέννα. Γι’ αυτό ακριβώς στις διαβητικές υπέρβαρες και παχύσαρκες γυναίκες ενδείκνυται ο μέτριος περιορισμός των θερμίδων και των υδατανθράκων, αλλά οι υποθερμιδικές δίαιτες θα πρέπει να αποφεύγονται. Η μέτρια φυσική δραστηριότητα μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στη βελτίωση των επιπέδων της γλυκόζης, τόσο σε περίοδο νηστείας όσο και μετά τα γεύματα. Μετά τη γέννα, η φυσική δραστηριότητα μπορεί να βοηθήσει στην αποφυγή εμφάνισης διαβήτη τύπου ΙΙ σε γυναίκες που είχαν εμφανίσει διαβήτη κυήσεως.
Στους ηλικιωμένους με διαβήτη τα δεδομένα αλλάζουν. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν μειωμένες ενεργειακές ανάγκες λόγω ηλικίας αλλά και μειωμένη φυσική δραστηριότητα. Αν επιπρόσθετα είναι και υπέρβαροι ή παχύσαρκοι τότε ο περιορισμός των θερμίδων και μια μικρή αύξηση της φυσικής δραστηριότητας μπορούν να αποβούν ευεργετικοί στη ρύθμιση του διαβήτη. Η φυσική δραστηριότητα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή αφού στους ηλικιωμένους ενέχει τον κίνδυνο τραυματισμού και καρδιακής ισχαιμίας. Παρ’ όλ’ αυτά, βελτιώνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη και επιβραδύνει το φαινόμενο της σαρκοπενίας (μείωση τη μυϊκής μάζας με την αύξηση της ηλικίας).
Ο έλεγχος του διαβήτη μέσω της διατροφής μειώνει τις επιπλοκές του ίδιου του διαβήτη τόσο τις βραχείες όσο και τις μακροπρόθεσμες. Έτσι, υπάρχει η δυνατότητα ευεργετικής επίδρασης στη μείωση της νεφρικής λειτουργίας, στη μικρο- και μακροαλβουμινουρία. Όμως τα μεγάλα οφέλη της διατροφής μπορούν να φανούν στη μείωση των παραγόντων κινδύνου για στεφανιαία νόσο. Μια διατροφή πλούσια σε φρούτα, λαχανικά και δημητριακά ολικής άλεσης και ταυτόχρονα φτωχή σε κορεσμένα, τρανς λιπαρά και χοληστερόλη φαίνεται πως μειώνει αυτόν τον κίνδυνο, ενώ σε ασθενείς στους οποίους συνυπάρχει αρτηριακή υπέρταση, οφέλη μπορούν να φανούν από διατροφικά σχήματα χαμηλής περιεκτικότητας σε νάτριο (αλάτι), πλούσια σε φρούτα, λαχανικά και γαλακτοκομικά προϊόντα χαμηλών λιπαρών και μέτριας κατανάλωσης αλκοόλ. Η δίαιτα DASH φαίνεται πως συνδυάζει όλα αυτά και επιπρόσθετα περιλαμβάνει τα πουλερικά, τα ψάρια και τους ξηρούς καρπούς, ενώ είναι φτωχή σε κόκκινο κρέας, γλυκά και σε ποτά που περιέχουν ζάχαρη.
Αξιοσημείωτο είναι πως στόχος της αλλαγής της διατροφικής συμπεριφοράς είναι η μείωση του σωματικού βάρους, η αποφυγή των υπογλυκαιμιών και η διατήρηση των επιπέδων της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης όσο το δυνατόν πιο κοντά στις φυσιολογικές τιμές. Το τελευταίο έχει μεγάλη σημασία αφού από μεγάλες μελέτες φάνηκε πως σε ασθενείς με διαβήτη ο καρδιαγγειακός κίνδυνος ήταν ανάλογος των αυξημένων επιπέδων της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης.
Τέλος, οι καινούριες διατροφικές συστάσεις κάνουν αναφορά στο χειρισμό του διαβήτη στις νοσοκομειακές εγκαταστάσεις. Σύμφωνα με την αμερικάνικη διαβητολογική εταιρεία, στους περισσότερους ασθενείς παρατηρείται υπεργλυκαιμία, η οποία αποτελεί ένδειξη δείκτη κακής νοσοκομειακής περίθαλψης. Γίνεται λοιπόν κατανοητή η σημασία δύο πραγμάτων: α) μιας διεπιστημονικής ομάδας που θα προσπαθεί για την όσο δυνατό καλύτερη διατροφική φροντίδα του ασθενή και β) ενός συστήματος διαβητικών γευμάτων σε κάθε νοσοκομείο που θα επικεντρώνει στο σωστό χειρισμό του περιεχομένου των υδατανθράκων. Μέσα σε όλα αυτά δε θα πρέπει να παραληφθεί η δια βίου εκπαίδευση του διαβητικού ασθενή από τη διεπιστημονική ομάδα. Αυτή θα πρέπει να αρχίζει από το νοσοκομείο και να συνεχίζεται και εκτός αυτού μέχρι να επιτευχθεί τέτοιο επίπεδο κατάρτισης που να εξασφαλίζει τη νορμογλυκαιμία.
Ανακεφαλαιώνοντας, θα μπορούσε να ειπωθεί πως δεν υπάρχει ένα σχήμα για όλους τους διαβητικούς ασθενείς. Οι παράγοντες επηρεάζουν τη νόσο και που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι τόσοι πολλοί που ο όρος «εξατομικευμένη προσέγγιση» πρέπει να καθημερινή πρακτική σε όλους τους επιστήμονες που ασχολούνται με την αντιμετώπιση του διαβήτη. Η έρευνα συνεχίζεται και οι κλινικές οδηγίες ανανεώνονται συχνά. Είναι χρέος του κάθε επιστήμονα να ενημερώνεται και να τις κάνει πράξη με το δικό του ξεχωριστό τρόπο.
ΓΡΑΦΕΙ Ο:
Βασίλειος Α. Παπαμίκος (κινητό: 6977867138)
Νοσοκομειακός Διαιτολόγος ΓΝΑ Κοργιαλένειο Μπενάκειο
Υποψήφιος διδάκτωρ διατροφογενωμικής - διατροφογενετικής Χαροκοπείου Πανεπιστημίου ΑΘηνών
M.Med.Sci Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Πανεπιστημίου Γλασκώβης
MSc Οργάνωσης και Διοίκησης Υπηρεσιών Υγείας, Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Πτυχιούχος Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Χαροκοπείου Πανεπιστημίου
Μέλος Υποτρόφων Κοινωφελούς Ιδρύματος Αλέξανδρος Ωνάσης
Μέλος Υποτρόφων Χαροκόπειου Πανεπιστήμιου
Συνεργάτης Πανελληνίου Συλλόγου Νοσοκομειακών Διαιτολόγων (www.pasinod.gr)
Μέλος Πανελληνίου Συλλόγου Διαιτολόγων - Διατροφολόγων
Έτσι, ενώ στο παρελθόν ο διαβητικός τύπου Ι προσπαθούσε να προσαρμόσει τη διατροφική του συμπεριφορά στο σχήμα ινσουλίνης που λάμβανε, τώρα συμβαίνει το αντίθετο.
Τα σχήματα ινσουλίνης έχουν γίνει τόσο ευέλικτα που μπορούν και προσαρμόζονται αυτά στον τρόπο ζωής (γεύματα και φυσική δραστηριότητα) του ατόμου. Αρκεί από την πλευρά του ασθενούς να υπάρχει οργάνωση, συστηματικότητα και καλή συνεργασία με το διαιτολόγο και το γιατρό που τον παρακολουθούν. Η συνολική ποσότητα υδατανθράκων του γεύματος παραμένει ο κύριος προσδιοριστικός παράγοντας της δόσης της ινσουλίνης πριν το γεύμα και για τους ασθενείς που λαμβάνουν σχήμα ημερήσιας κάλυψης, αλλά και γι’ αυτούς που ακολουθούν σχήματα ινσουλίνης ταχείας δράσης. Ο υπολογισμός των δόσεων ινσουλίνης στα γεύματα μπορεί να γίνει με τη βοήθεια των λόγων ινσουλίνης προς υδατάνθρακες, ενώ ο υπολογισμός των υδατανθράκων των γευμάτων μπορεί να γίνει με το σύστημα των ισοδύναμων τροφίμων, της μέτρησης των υδατανθράκων και με το σύστημα του εμπειρικού υπολογισμού. Η συχνή παρακολούθηση του σακχάρου είναι επίσης σημαντική για την προσαρμογή των δόσεων με στόχο την ευγλυκαιμία ή την αποφυγή των υπογλυκαιμιών. Όταν επίκειται μη προγραμματισμένη άσκηση συνήθως συνίσταται επιπρόσθετη λήψη υδατανθράκων η οποία ποικίλει ανάλογα με την ηλικία και το βάρος του ατόμου καθώς και από την ένταση και τη διάρκεια της άσκησης.
Οι ασθενείς με διαβήτη τύπου ΙΙ παροτρύνονται να στρέψουν την προσοχή τους στον τρόπο ζωής και να κάνουν τις απαραίτητες αλλαγές (στην πλειονότητά τους είναι υπέρβαροι και εμφανίζουν ινσουλινοαντοχή) στην πρόσληψη ενέργειας, των κορεσμένων και των τρανς λιπαρών οξέων, της χοληστερόλης και του αλατιού μέσω της τροφής ώστε να βελτιώσουν τον γλυκαιμικό έλεγχο, το λιπιδαιμικό προφίλ τους (συνήθως έχουν δυσλιπιδαιμία) και τις τιμές της αρτηριακής πίεσης. Η αύξηση της φυσικής δραστηριότητας οφείλει να αποτελεί πάγιο στόχο, ενώ η συχνή παρακολούθηση των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα θα αξιολογεί την εκάστοτε διατροφική συμπεριφορά και φαρμακευτική αγωγή. Ο ρόλος της διατροφής είναι καίριος αφού μπορεί να βελτιώσει την ινσουλινοαντίσταση, ακόμα και να προλάβει την εμφάνιση της ασθένειας. Επειδή δε ο σύγχρονος διαβητικός ασθενής θεωρείται και «καρδιολογικός» άρρωστος, η σωστή διατροφική συμπεριφορά μπορεί να ελαττώσει τους παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο. Σε αυτό μπορεί να συμβάλλει και η συχνή (3 φορές την εβδομάδα) φυσική αερόβια (αερόμπικ) και αναερόβια (ασκήσεις αντίστασης και ανύψωσης βάρους) σωματική δραστηριότητα μέτριας έντασης.
Κατά τη διάρκεια της κύησης ο μη ελεγχόμενος διαβήτης μπορεί να έχει συνέπειες κυρίως για τη μητέρα. Η τελευταία, όταν εμφανίζει διαβήτη κύησης κινδυνεύει να παρουσιάσει διαβήτη τύπου ΙΙ μετά τη γέννα. Γι’ αυτό ακριβώς στις διαβητικές υπέρβαρες και παχύσαρκες γυναίκες ενδείκνυται ο μέτριος περιορισμός των θερμίδων και των υδατανθράκων, αλλά οι υποθερμιδικές δίαιτες θα πρέπει να αποφεύγονται. Η μέτρια φυσική δραστηριότητα μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στη βελτίωση των επιπέδων της γλυκόζης, τόσο σε περίοδο νηστείας όσο και μετά τα γεύματα. Μετά τη γέννα, η φυσική δραστηριότητα μπορεί να βοηθήσει στην αποφυγή εμφάνισης διαβήτη τύπου ΙΙ σε γυναίκες που είχαν εμφανίσει διαβήτη κυήσεως.
Στους ηλικιωμένους με διαβήτη τα δεδομένα αλλάζουν. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν μειωμένες ενεργειακές ανάγκες λόγω ηλικίας αλλά και μειωμένη φυσική δραστηριότητα. Αν επιπρόσθετα είναι και υπέρβαροι ή παχύσαρκοι τότε ο περιορισμός των θερμίδων και μια μικρή αύξηση της φυσικής δραστηριότητας μπορούν να αποβούν ευεργετικοί στη ρύθμιση του διαβήτη. Η φυσική δραστηριότητα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή αφού στους ηλικιωμένους ενέχει τον κίνδυνο τραυματισμού και καρδιακής ισχαιμίας. Παρ’ όλ’ αυτά, βελτιώνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη και επιβραδύνει το φαινόμενο της σαρκοπενίας (μείωση τη μυϊκής μάζας με την αύξηση της ηλικίας).
Ο έλεγχος του διαβήτη μέσω της διατροφής μειώνει τις επιπλοκές του ίδιου του διαβήτη τόσο τις βραχείες όσο και τις μακροπρόθεσμες. Έτσι, υπάρχει η δυνατότητα ευεργετικής επίδρασης στη μείωση της νεφρικής λειτουργίας, στη μικρο- και μακροαλβουμινουρία. Όμως τα μεγάλα οφέλη της διατροφής μπορούν να φανούν στη μείωση των παραγόντων κινδύνου για στεφανιαία νόσο. Μια διατροφή πλούσια σε φρούτα, λαχανικά και δημητριακά ολικής άλεσης και ταυτόχρονα φτωχή σε κορεσμένα, τρανς λιπαρά και χοληστερόλη φαίνεται πως μειώνει αυτόν τον κίνδυνο, ενώ σε ασθενείς στους οποίους συνυπάρχει αρτηριακή υπέρταση, οφέλη μπορούν να φανούν από διατροφικά σχήματα χαμηλής περιεκτικότητας σε νάτριο (αλάτι), πλούσια σε φρούτα, λαχανικά και γαλακτοκομικά προϊόντα χαμηλών λιπαρών και μέτριας κατανάλωσης αλκοόλ. Η δίαιτα DASH φαίνεται πως συνδυάζει όλα αυτά και επιπρόσθετα περιλαμβάνει τα πουλερικά, τα ψάρια και τους ξηρούς καρπούς, ενώ είναι φτωχή σε κόκκινο κρέας, γλυκά και σε ποτά που περιέχουν ζάχαρη.
Αξιοσημείωτο είναι πως στόχος της αλλαγής της διατροφικής συμπεριφοράς είναι η μείωση του σωματικού βάρους, η αποφυγή των υπογλυκαιμιών και η διατήρηση των επιπέδων της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης όσο το δυνατόν πιο κοντά στις φυσιολογικές τιμές. Το τελευταίο έχει μεγάλη σημασία αφού από μεγάλες μελέτες φάνηκε πως σε ασθενείς με διαβήτη ο καρδιαγγειακός κίνδυνος ήταν ανάλογος των αυξημένων επιπέδων της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης.
Τέλος, οι καινούριες διατροφικές συστάσεις κάνουν αναφορά στο χειρισμό του διαβήτη στις νοσοκομειακές εγκαταστάσεις. Σύμφωνα με την αμερικάνικη διαβητολογική εταιρεία, στους περισσότερους ασθενείς παρατηρείται υπεργλυκαιμία, η οποία αποτελεί ένδειξη δείκτη κακής νοσοκομειακής περίθαλψης. Γίνεται λοιπόν κατανοητή η σημασία δύο πραγμάτων: α) μιας διεπιστημονικής ομάδας που θα προσπαθεί για την όσο δυνατό καλύτερη διατροφική φροντίδα του ασθενή και β) ενός συστήματος διαβητικών γευμάτων σε κάθε νοσοκομείο που θα επικεντρώνει στο σωστό χειρισμό του περιεχομένου των υδατανθράκων. Μέσα σε όλα αυτά δε θα πρέπει να παραληφθεί η δια βίου εκπαίδευση του διαβητικού ασθενή από τη διεπιστημονική ομάδα. Αυτή θα πρέπει να αρχίζει από το νοσοκομείο και να συνεχίζεται και εκτός αυτού μέχρι να επιτευχθεί τέτοιο επίπεδο κατάρτισης που να εξασφαλίζει τη νορμογλυκαιμία.
Ανακεφαλαιώνοντας, θα μπορούσε να ειπωθεί πως δεν υπάρχει ένα σχήμα για όλους τους διαβητικούς ασθενείς. Οι παράγοντες επηρεάζουν τη νόσο και που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι τόσοι πολλοί που ο όρος «εξατομικευμένη προσέγγιση» πρέπει να καθημερινή πρακτική σε όλους τους επιστήμονες που ασχολούνται με την αντιμετώπιση του διαβήτη. Η έρευνα συνεχίζεται και οι κλινικές οδηγίες ανανεώνονται συχνά. Είναι χρέος του κάθε επιστήμονα να ενημερώνεται και να τις κάνει πράξη με το δικό του ξεχωριστό τρόπο.
ΓΡΑΦΕΙ Ο:
Βασίλειος Α. Παπαμίκος (κινητό: 6977867138)
Νοσοκομειακός Διαιτολόγος ΓΝΑ Κοργιαλένειο Μπενάκειο
Υποψήφιος διδάκτωρ διατροφογενωμικής - διατροφογενετικής Χαροκοπείου Πανεπιστημίου ΑΘηνών
M.Med.Sci Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Πανεπιστημίου Γλασκώβης
MSc Οργάνωσης και Διοίκησης Υπηρεσιών Υγείας, Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Πτυχιούχος Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Χαροκοπείου Πανεπιστημίου
Μέλος Υποτρόφων Κοινωφελούς Ιδρύματος Αλέξανδρος Ωνάσης
Μέλος Υποτρόφων Χαροκόπειου Πανεπιστήμιου
Συνεργάτης Πανελληνίου Συλλόγου Νοσοκομειακών Διαιτολόγων (www.pasinod.gr)
Μέλος Πανελληνίου Συλλόγου Διαιτολόγων - Διατροφολόγων
Labels:
ΔΙΑΒΗΤΗΣ,
διατροφη,
ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ,
ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΑ,
μεταβολικο συνδρομο,
παχυσαρκια,
ΣΑΚΧΑΡΟ,
υγεια,
υπερταση
Subscribe to:
Posts (Atom)